|
Κεντρικό πρόσωπο της
προσπάθειας να
αναστραφεί αυτή η πορεία
είναι ο υπουργός
Οικονομικών Ρολάν
Λεσκίρ, ο οποίος
καλείται πλέον να
αποκαταστήσει τη
δημοσιονομική αξιοπιστία
της Γαλλίας.
Η πρόκληση είναι
τεράστια. Το γαλλικό
δημόσιο χρέος εκτιμάται
ότι θα ανέλθει στο
119,3% του ΑΕΠ
το 2026 και στο 121,7%
το 2027, ενώ η
κυβέρνηση έχει
προχωρήσει σε ένα
δύσκολο σχέδιο περικοπών
δαπανών για να
περιορίσει το έλλειμμα.
Από τη μεταρρύθμιση στην
ανάπτυξη
Όταν ο Μακρόν ανέλαβε
την εξουσία, το
οικονομικό του σχέδιο
ήταν σαφές: πρώτα να
αυξηθεί η παραγωγική
δυνατότητα της
οικονομίας και στη
συνέχεια να δημιουργηθεί
μεγαλύτερος
δημοσιονομικός χώρος για
κοινωνική πολιτική.
Ο Λεσκίρ, με θητεία στον
διεθνή χρηματοοικονομικό
χώρο και εμπειρία στη
διαχείριση μεγάλων
επενδυτικών κεφαλαίων
στον Καναδά, αποτελούσε
χαρακτηριστικό εκπρόσωπο
αυτής της φιλοσοφίας.
Η πρώτη περίοδος της
προεδρίας Μακρόν έδειχνε
να δικαιώνει το
εγχείρημα. Η οικονομία
αναπτυσσόταν με ρυθμούς
άνω του 2%, η ανεργία
υποχωρούσε και το
δημοσιονομικό έλλειμμα
είχε περιοριστεί.
Η κυβέρνηση προχώρησε σε
αλλαγές στην αγορά
εργασίας, μείωσε τη
φορολογία των
επιχειρήσεων και
επιχείρησε να καταστήσει
τη Γαλλία πιο ελκυστική
για επενδύσεις.
Ο νόμος PACTE
εξέφραζε ακριβώς αυτή τη
λογική. Στόχος ήταν να
ενισχυθεί η
επιχειρηματικότητα, να
αξιοποιηθεί μέρος της
κρατικής περιουσίας και
να ενισχυθεί η συμμετοχή
των εργαζομένων στη
λειτουργία των
επιχειρήσεων.
Το σχέδιο, όμως, βρέθηκε
γρήγορα αντιμέτωπο με
την κοινωνική
πραγματικότητα.
Τα «Κίτρινα Γιλέκα»
αλλάζουν την πορεία
Η κρίσιμη καμπή ήρθε το
2018.
Η αύξηση της φορολογικής
επιβάρυνσης στα καύσιμα,
στο πλαίσιο της
προσπάθειας για
περιορισμό των εκπομπών
άνθρακα, προκάλεσε το
κίνημα των «Κίτρινων
Γιλέκων».
Αυτό που ξεκίνησε ως
αντίδραση στην τιμή των
καυσίμων εξελίχθηκε σε
ευρύτερη αμφισβήτηση της
οικονομικής πολιτικής
του Μακρόν και, κυρίως,
του τρόπου με τον οποίο
κατανέμονταν τα βάρη της
προσαρμογής.
Η κυβέρνηση αναγκάστηκε
τελικά να διαθέσει
περισσότερα από
10 δισ. ευρώ σε
φορολογικές ελαφρύνσεις
και εισοδηματικές
ενισχύσεις για
χαμηλότερα εισοδήματα.
Η κρίση αυτή είχε και
μια βαθύτερη συνέπεια:
έδειξε ότι η
μεταρρυθμιστική ατζέντα
του Μακρόν δεν είχε
εξασφαλίσει την
κοινωνική συναίνεση που
απαιτούσε.
Από εκείνο το σημείο και
μετά, κάθε μεταρρύθμιση
θα έπρεπε να σταθμίζεται
όχι μόνο με βάση το
οικονομικό της
αποτέλεσμα αλλά και με
βάση το πολιτικό κόστος.
Πανδημία και ενεργειακή
κρίση: ο λογαριασμός
εκτοξεύεται
Πριν προλάβει η
κυβέρνηση να επαναφέρει
πλήρως στο προσκήνιο την
αρχική οικονομική
ατζέντα, ξέσπασε η
πανδημία.
Η Γαλλία, όπως και οι
περισσότερες ευρωπαϊκές
οικονομίες, προχώρησε σε
μαζική δημοσιονομική
στήριξη. Επιχειρήσεις
επιδοτήθηκαν,
εργαζόμενοι
προστατεύθηκαν και η
οικονομία στηρίχθηκε με
κρατικό χρήμα.
Το πρόβλημα ήταν ότι η
έκτακτη στήριξη
παρέμεινε σε μεγάλο
βαθμό ενεργή και μετά
την υποχώρηση της
πανδημίας.
Στη συνέχεια ήρθε η
ενεργειακή κρίση, η
οποία επιδεινώθηκε μετά
τη ρωσική εισβολή στην
Ουκρανία. Και πάλι το
κράτος παρενέβη για να
συγκρατήσει τις
επιπτώσεις στους
καταναλωτές και τις
επιχειρήσεις.
Σύμφωνα με τα στοιχεία
που επικαλείται το
Bloomberg,
οι δαπάνες για την
αντιμετώπιση της
πανδημίας και την τόνωση
της οικονομίας ανήλθαν
σε περίπου 190
δισ. ευρώ την
τριετία από το 2020, ενώ
οι ακαθάριστες δαπάνες
για την ενεργειακή κρίση
υπολογίστηκαν αργότερα
σε περίπου 72
δισ. ευρώ.
Η κρατική παρέμβαση
απέτρεψε μια βαθύτερη
ύφεση και βοήθησε
πολιτικά τον Μακρόν,
αλλά άφησε πίσω της έναν
πολύ μεγαλύτερο
λογαριασμό.
Η δεύτερη θητεία χωρίς
τη μεγάλη
μεταρρυθμιστική συνέχεια
Η επανεκλογή του Μακρόν
το 2022 δεν συνοδεύτηκε
από την επανάκτηση της
ισχυρής κοινοβουλευτικής
βάσης που είχε στην
πρώτη του θητεία.
Αυτό άλλαξε σημαντικά
τους πολιτικούς
συσχετισμούς.
Η μεταρρύθμιση του
συνταξιοδοτικού
αποτέλεσε μία από τις
τελευταίες μεγάλες
οικονομικές παρεμβάσεις
της κυβέρνησης, αλλά η
προσπάθεια ήταν πολύ πιο
περιορισμένη από μια
συνολική αναμόρφωση του
γαλλικού κοινωνικού και
παραγωγικού μοντέλου.
Ταυτόχρονα, η διεθνής
γεωπολιτική αστάθεια, ο
πόλεμος στην Ουκρανία
και η ανάγκη ενίσχυσης
της ευρωπαϊκής άμυνας
έστρεψαν μεγάλο μέρος
της πολιτικής συζήτησης
μακριά από τις
εσωτερικές οικονομικές
μεταρρυθμίσεις.
Η πρόωρη προσφυγή στις
κάλπες το 2024
επιδείνωσε ακόμη
περισσότερο την
κατάσταση.
Το αποτέλεσμα ήταν ένα
κατακερματισμένο
κοινοβούλιο, το
οποίο δυσκόλεψε την
ψήφιση προϋπολογισμών
και την εφαρμογή μιας
συνεκτικής στρατηγικής
για τη μείωση του
ελλείμματος.
Η πολιτική αστάθεια
μετατράπηκε έτσι σε
οικονομικό πρόβλημα.
Οι αγορές στέλνουν πλέον
το δικό τους μήνυμα
Το πιο ανησυχητικό
στοιχείο σήμερα δεν
είναι μόνο το ύψος του
χρέους, αλλά η
αυξανόμενη δυσκολία της
Γαλλίας να πείσει τις
αγορές ότι διαθέτει
αξιόπιστο σχέδιο
σταθεροποίησης.
Η κυβέρνηση έχει
παρουσιάσει πρόγραμμα
δημοσιονομικής
προσαρμογής ύψους
περίπου 54 δισ.
ευρώ για το 2027,
σε μια προσπάθεια να
περιορίσει το έλλειμμα
και να ανακόψει την
περαιτέρω αύξηση του
χρέους.
Παράλληλα, η Γαλλία
σχεδιάζει να εκδώσει το
2027 περίπου 340
δισ. ευρώ
μεσομακροπρόθεσμου
χρέους, ποσό-ρεκόρ για
τη χώρα.
Το γεγονός αυτό αποκτά
ακόμη μεγαλύτερη σημασία
σε ένα περιβάλλον
αυξημένων αποδόσεων.
Όσο υψηλότερο είναι το
κόστος δανεισμού, τόσο
μεγαλύτερο μέρος των
κρατικών εσόδων
κατευθύνεται στην
εξυπηρέτηση του χρέους
και τόσο μικρότερος
γίνεται ο δημοσιονομικός
χώρος για επενδύσεις,
κοινωνικές δαπάνες και
αναπτυξιακές πολιτικές.
Δεν είναι τυχαίο ότι η
αγορά γαλλικών ομολόγων
βρίσκεται πλέον στο
επίκεντρο της ευρωπαϊκής
συζήτησης για τη
δημοσιονομική
σταθερότητα. Η διαφορά
απόδοσης έναντι της
Γερμανίας έχει
διευρυνθεί σημαντικά,
ενώ οι πιέσεις
μεταφέρονται και στο
ευρώ.
Το μεγάλο τεστ του 2027
Το επόμενο μεγάλο
πολιτικό ορόσημο είναι
οι προεδρικές εκλογές
του 2027.
Η Μαρίν Λεπέν βρίσκεται
στο επίκεντρο των
σεναρίων για την επόμενη
προεδρική αναμέτρηση,
ενώ ο Ζαν-Λικ Μελανσόν
εκφράζει την αντίθετη,
ριζοσπαστική αριστερή
κατεύθυνση. Η οικονομική
πολιτική και κυρίως το
δημόσιο χρέος αναμένεται
να αποτελέσουν κεντρικά
ζητήματα της
προεκλογικής
αντιπαράθεσης.
Ο Μελανσόν έχει
προτείνει ακόμη και
ακύρωση μέρους του
γαλλικού χρέους, πρόταση
που έχει προκαλέσει
έντονες αντιδράσεις. Η
Κριστίν Λαγκάρντ έχει
χαρακτηρίσει ένα τέτοιο
σχέδιο «οικονομικά
επικίνδυνο»,
υπογραμμίζοντας τους
κινδύνους για τη
χρηματοπιστωτική
σταθερότητα και τη σχέση
του με το ευρωπαϊκό
θεσμικό πλαίσιο.
Από την άλλη πλευρά, η
Λεπέν έχει επιχειρήσει
να παρουσιάσει μια
διαφορετική
δημοσιονομική
προσέγγιση, προτείνοντας
δεσμευτικό κανόνα
μείωσης του ελλείμματος
και μεγάλες περικοπές
δαπανών.
Για τις αγορές, το
ερώτημα δεν είναι πλέον
μόνο ποιος θα διαδεχθεί
τον Μακρόν.
Είναι ποια
οικονομική πολιτική θα
ακολουθήσει η Γαλλία και
αν αυτή θα είναι συμβατή
με τη σταθεροποίηση του
χρέους.
Η κληρονομιά του Μακρόν
Ο Μακρόν ανέλαβε την
προεδρία με την υπόσχεση
ότι θα αλλάξει τη Γαλλία
και θα την καταστήσει
μία από τις βασικές
οικονομικές και
πολιτικές ατμομηχανές
της Ευρώπης.
Πράγματι, η πρώτη
περίοδος της προεδρίας
του περιλάμβανε
σημαντικές
μεταρρυθμίσεις στην
αγορά εργασίας, στη
φορολογία και στο
επιχειρηματικό
περιβάλλον.
Όμως οι διαδοχικές
κρίσεις, η πανδημία, η
ενεργειακή κρίση και
κυρίως η πολιτική
αδυναμία σχηματισμού
σταθερών
κοινοβουλευτικών
πλειοψηφιών άλλαξαν την
πορεία.
Σήμερα η Γαλλία
βρίσκεται αντιμέτωπη με
έναν δύσκολο συνδυασμό:
χρέος κοντά στο
120% του ΑΕΠ, αδύναμη
ανάπτυξη, υψηλό κόστος
δανεισμού και αυξανόμενη
πολιτική πόλωση.
Και αυτή είναι ίσως η
μεγαλύτερη ειρωνεία της
δεκαετίας Μακρόν.
Ο πρόεδρος που
φιλοδοξούσε να κάνει τη
Γαλλία κινητήρα μιας
ισχυρότερης Ευρώπης
αφήνει στον διάδοχό του
μια οικονομία που πρέπει
πρώτα να αποδείξει ότι
μπορεί να αποκαταστήσει
τη δημοσιονομική της
αξιοπιστία.
Η μάχη αυτή δεν θα
κριθεί μόνο στις κάλπες
του 2027. Θα κρίνεται
καθημερινά στις αγορές
ομολόγων, στο κόστος
δανεισμού του γαλλικού
Δημοσίου και στην
ικανότητα της επόμενης
κυβέρνησης να πείσει ότι
το γαλλικό χρέος μπορεί
να μπει ξανά σε σταθερή
τροχιά.
|