|
Στο μικροσκόπιο ο στόχος
των 8.250 μονάδων
Η Capital
Economics
διατηρεί ως στόχο για
τον S&P
500 τις 8.250
μονάδες έως το τέλος του
2026, όμως οι
αναλυτές εμφανίζονται
πλέον λιγότερο βέβαιοι
ότι ο δείκτης θα
μπορέσει να φτάσει σε
αυτό το επίπεδο.
Όπως επισημαίνουν, δύο
παράγοντες θα μπορούσαν
να δώσουν νέα ώθηση στην
αγορά: μια αναζωπύρωση
του ενθουσιασμού γύρω
από την τεχνητή
νοημοσύνη ή μια
σημαντική αποκλιμάκωση
των αποδόσεων των
αμερικανικών κρατικών
ομολόγων.
Προς το παρόν, ωστόσο,
κανένα από τα δύο
σενάρια δεν θεωρείται
ιδιαίτερα πιθανό από
τους αναλυτές.
Η AI
επηρεάζει πλέον και τις
κεφαλαιουχικές δαπάνες
Η νέα παράμετρος που
εισέρχεται στην εξίσωση
είναι το ύψος των
επενδύσεων που
απαιτούνται για την
ανάπτυξη της τεχνητής
νοημοσύνης.
Οι ανησυχίες για τους
κινδύνους της
τεχνολογίας και οι
εκκλήσεις για
ισχυρότερες ασφαλιστικές
δικλίδες θα μπορούσαν,
σύμφωνα με την
Capital
Economics,
να οδηγήσουν τα
εργαστήρια AI
σε πιο προσεκτική
διαχείριση των κεφαλαίων
τους.
Αυτό θα μπορούσε να
σημαίνει μικρότερες
κεφαλαιουχικές δαπάνες
για την ανάπτυξη νέων
μοντέλων και μεγαλύτερη
έμφαση στην εμπορική
αξιοποίηση και
μεγιστοποίηση των εσόδων
από τα ήδη διαθέσιμα
συστήματα.
Για την αμερικανική
χρηματιστηριακή αγορά, η
εξέλιξη αυτή έχει
ιδιαίτερη σημασία, καθώς
μεγάλο μέρος των
επενδύσεων που
συνδέονται με την
AI
περνά μέσα από τον
τεχνολογικό και
ημιαγωγικό κλάδο.
Δεν είναι επομένως
τυχαίο ότι οι
αμερικανικές εταιρείες
ημιαγωγών
συγκαταλέγονται μεταξύ
των μετοχών που έχουν
δεχθεί τις μεγαλύτερες
πιέσεις.
Το σενάριο του
dotcom
Η Capital
Economics
επιχειρεί να συγκρίνει
τη σημερινή συγκυρία με
την περίοδο μετά το
σκάσιμο της φούσκας του
dotcom
στις αρχές της δεκαετίας
του 2000.
Τότε, η μεγάλη στάθμιση
των τεχνολογικών μετοχών
στον S&P
500 είχε ως αποτέλεσμα
να δημιουργηθεί μια
σημαντική απόκλιση
μεταξύ της πορείας του
δείκτη και της μέσης
μετοχής.
Με άλλα λόγια, ο
S&P
500 μπορούσε να υποχωρεί
ακόμη και όταν η μέση
μετοχή του δείκτη
εμφάνιζε μεγαλύτερη
ανθεκτικότητα, καθώς η
πτώση των μεγάλων
τεχνολογικών εταιρειών
επηρέαζε δυσανάλογα τη
συνολική εικόνα.
Ανάλογη εξέλιξη δεν
μπορεί να αποκλειστεί
και σήμερα, εφόσον
περιοριστεί ο
ενθουσιασμός γύρω από
την AI
και πιεστούν οι μετοχές
με τη μεγαλύτερη έκθεση
στο συγκεκριμένο
επενδυτικό αφήγημα.
Το δεύτερο μέτωπο είναι
τα ομόλογα
Το πρόβλημα για τη
Wall
Street,
ωστόσο, δεν περιορίζεται
στην τεχνητή νοημοσύνη.
Εάν η άνοδος των
αποδόσεων των
αμερικανικών κρατικών
ομολόγων συνεχιστεί,
τότε μπορεί να αυξηθεί η
πίεση και στους
υπόλοιπους κλάδους της
αγοράς.
Η Capital
Economics
υπενθυμίζει ότι μετά την
κατάρρευση της φούσκας
του dotcom,
η ανθεκτικότητα της
μέσης μετοχής του
S&P
500 συνδέθηκε σε
σημαντικό βαθμό με την
πτώση των αποδόσεων των
αμερικανικών ομολόγων.
Η σημερινή εικόνα είναι
διαφορετική, καθώς οι
αποδόσεις παραμένουν σε
επίπεδα που μπορούν να
λειτουργήσουν ως
αντίβαρο στις
αποτιμήσεις των μετοχών.
Έτσι, εάν τα ομόλογα
συνεχίσουν να υποχωρούν
σε τιμές και οι
αποδόσεις τους να
αυξάνονται, το
περιβάλλον για τις
αμερικανικές μετοχές
γίνεται περισσότερο
απαιτητικό.
Το ρίσκο της ύφεσης
Υπάρχει και ένας τρίτος
παράγοντας που θα
μπορούσε να ενισχύσει
τις πιέσεις.
Η Capital
Economics
θυμίζει ότι η σχετική
ανθεκτικότητα της μέσης
μετοχής του S&P
500 μετά την περίοδο του
dotcom
εξαντλήθηκε το 2001,
όταν η αμερικανική
οικονομία εισήλθε σε
ήπια ύφεση.
Σήμερα ο οίκος δεν
προβλέπει ύφεση στις
ΗΠΑ. Ωστόσο, όσο
παραμένουν αυξημένες οι
αποδόσεις των ομολόγων
και αυξάνεται το κόστος
χρηματοδότησης για
επιχειρήσεις και
νοικοκυριά, τόσο
μεγαλώνει ο κίνδυνος να
ενισχυθούν οι πιέσεις
στην οικονομική
δραστηριότητα.
Το κρίσιμο σταυροδρόμι
για τη Wall
Street
Η αμερικανική αγορά
βρίσκεται έτσι μπροστά
σε μια διαφορετική
εξίσωση από αυτήν που
είχε διαμορφωθεί τα
προηγούμενα χρόνια.
Η τεχνητή νοημοσύνη
αποτέλεσε έναν από τους
βασικούς καταλύτες για
τις επενδύσεις, τα κέρδη
και τις αποτιμήσεις των
μεγάλων τεχνολογικών
εταιρειών. Εάν όμως το
επενδυτικό ενδιαφέρον
γύρω από την AI
μειωθεί, η αγορά θα
χρειαστεί να στηριχθεί
περισσότερο στα
θεμελιώδη μεγέθη των
υπόλοιπων κλάδων.
Την ίδια στιγμή, η
πορεία των αμερικανικών
ομολόγων αποκτά ακόμη
μεγαλύτερη σημασία.
Για την Capital
Economics,
επομένως, το ερώτημα δεν
είναι μόνο εάν θα
συνεχιστεί η επανάσταση
της AI,
αλλά εάν η
Wall
Street
μπορεί να διατηρήσει τις
υψηλές αποτιμήσεις της
σε ένα περιβάλλον όπου η
AI
χάνει μέρος της
δυναμικής της και οι
αποδόσεις των ομολόγων
παραμένουν υψηλές.
|