|
Ανάπτυξη 1,6% και το
2027
Η Capital
Economics
εκτιμά ότι η ελληνική
οικονομία θα αναπτυχθεί
κατά 1,6% το
2026 και το 2027,
πριν ο ρυθμός υποχωρήσει
οριακά στο 1,5%
το 2028.
Η εικόνα αυτή παραπέμπει
σε μια οικονομία που δεν
κινείται πλέον με τους
υψηλούς ρυθμούς της
περιόδου ανάκαμψης μετά
την πανδημία, αλλά
εξακολουθεί να διατηρεί
μια σχετικά σταθερή
αναπτυξιακή δυναμική.
|
Ελλάδα –
Προβλέψεις
Capital
Economics
|
2026
|
2027
|
2028
|
|
Ανάπτυξη ΑΕΠ
|
1,6%
|
1,6%
|
1,5%
|
|
Χρέος / ΑΕΠ
|
137%
|
129%
|
123%
|
|
Πρωτογενές/δημοσιονομικό
πλεόνασμα*
|
0,8%
|
0,6%
|
0,5%
|
|
Πληθωρισμός
|
4,0%
|
2,8%
|
1,3%
|
* Σύμφωνα με τις
προβλέψεις που
παρουσιάζει η
Capital
Economics.
Το
ελληνικό χρέος αλλάζει
πλέον θέση στον
ευρωπαϊκό χάρτη
Η μεγαλύτερη μεταβολή
αφορά το δημόσιο χρέος.
Η Capital
Economics
προβλέπει ότι ο λόγος
χρέους προς ΑΕΠ θα
υποχωρήσει από περίπου
137% το 2026 σε
129% το 2027 και 123% το
2028.
Η εξέλιξη αυτή έχει
ιδιαίτερη σημασία επειδή
μεταβάλλει σταδιακά τη
σχετική θέση της Ελλάδας
έναντι των άλλων μεγάλων
οικονομιών της Νότιας
Ευρώπης αλλά και της
Γαλλίας.
Η εκτίμηση ότι η Ελλάδα
θα περάσει κάτω από την
Ιταλία σε όρους χρέους
προς ΑΕΠ ήδη από φέτος
αποτελεί ένα ακόμη
ορόσημο της
δημοσιονομικής
προσαρμογής. Σε ορίζοντα
έως το 2030, η
Capital
Economics
αναμένει ότι το ελληνικό
χρέος θα έχει βρεθεί και
κάτω από το γαλλικό.
Η εικόνα είναι ιδιαίτερα
διαφορετική από εκείνη
της προηγούμενης
δεκαετίας, όταν η Ελλάδα
βρισκόταν στην κορυφή
της ευρωπαϊκής κατάταξης
ως προς το δημόσιο
χρέος.
Ήπια επιβράδυνση στην
οικονομία
Παρά τη θετική
μεσοπρόθεσμη εικόνα, η
Capital
Economics
εντοπίζει ορισμένες
ενδείξεις επιβράδυνσης
μέσα στο 2026.
Το οικονομικό κλίμα έχει
εξασθενήσει, ενώ η
κατανάλωση των
νοικοκυριών αυξήθηκε με
σχετικά μέτριο ρυθμό
κατά το πρώτο εξάμηνο.
Παράλληλα, η αύξηση των
επενδύσεων παρουσίασε
στασιμότητα, εξέλιξη που
περιορίζει προσωρινά τη
δυναμική της οικονομίας.
Ένας ακόμη παράγοντας
πίεσης είναι ο
πληθωρισμός. Η
Capital
Economics
προβλέπει ότι θα
διαμορφωθεί περίπου στο
4% φέτος,
πριν υποχωρήσει στο
2,8% το 2027 και
στο 1,3% το 2028.
Η προσωρινή άνοδος των
τιμών περιορίζει την
αύξηση του πραγματικού
διαθέσιμου εισοδήματος
και, κατά συνέπεια, την
αγοραστική δύναμη των
νοικοκυριών.
Απασχόληση και τουρισμός
στηρίζουν την ανάπτυξη
Παρά τις βραχυπρόθεσμες
πιέσεις, η
Capital
Economics
εκτιμά ότι υπάρχουν
ισχυροί παράγοντες που
θα επιτρέψουν στην
ελληνική οικονομία να
συνεχίσει να
υπεραποδίδει έναντι
αρκετών άλλων οικονομιών
της Ευρωζώνης.
Η αγορά εργασίας
αποτελεί έναν από τους
σημαντικότερους.
Η αυξημένη απασχόληση
αναμένεται να στηρίξει
την κατανάλωση, ενώ το
ποσοστό ανεργίας
βρίσκεται πλέον σε
επίπεδα που δεν είχαν
καταγραφεί από το
2008.
Παράλληλα, ο τουρισμός
αναμένεται να συνεχίσει
να λειτουργεί ως βασικός
πυλώνας της οικονομικής
δραστηριότητας.
Σημαντική θεωρείται και
η επίδραση του Ταμείου
Ανάκαμψης. Παρότι το
πρόγραμμα εισέρχεται στη
φάση ολοκλήρωσής του, η
Capital
Economics
εκτιμά ότι οι επενδύσεις
και τα έργα που έχουν
ήδη δρομολογηθεί θα
συνεχίσουν να στηρίζουν
την οικονομία για κάποιο
διάστημα.
Δημοσιονομικά
πλεονάσματα και μετά το
Ταμείο Ανάκαμψης
Η δημοσιονομική εικόνα
αποτελεί ένα ακόμη
στοιχείο διαφοροποίησης
της Ελλάδας.
Η Capital
Economics
προβλέπει δημοσιονομικό
πλεόνασμα περίπου
0,8% του ΑΕΠ το
2026, το οποίο
θα παραμείνει θετικό στο
0,6% το 2027 και
0,5% το 2028.
Σε συνδυασμό με την
ονομαστική ανάπτυξη και
τη σταθερή αποκλιμάκωση
του λόγου χρέους προς
ΑΕΠ, η εξέλιξη αυτή
δημιουργεί ένα
περιβάλλον συνεχιζόμενης
μείωσης του δημόσιου
χρέους.
Το κρίσιμο στοιχείο
πλέον δεν είναι μόνο η
επίτευξη υψηλών
πρωτογενών πλεονασμάτων,
αλλά η διατήρηση της
δημοσιονομικής
πειθαρχίας παράλληλα με
την ανάπτυξη.
Η
Ελλάδα σε διαφορετική
θέση από την προηγούμενη
δεκαετία
Η εικόνα που διαμορφώνει
η Capital
Economics
είναι επομένως αρκετά
διαφορετική από αυτή που
χαρακτήριζε την Ελλάδα
πριν από μία δεκαετία.
Η οικονομία μπορεί να
επιβραδύνει σε σχέση με
τους υψηλότερους ρυθμούς
των προηγούμενων ετών,
αλλά ταυτόχρονα
παρουσιάζει:
σταθερή ανάπτυξη,
αυξημένη απασχόληση,
ισχυρή τουριστική
δραστηριότητα,
δημοσιονομικά
πλεονάσματα,
ταχεία αποκλιμάκωση του
χρέους,
και σημαντικά χαμηλότερο
κόστος χρηματοδότησης σε
σχέση με την περίοδο της
κρίσης.
Το αποτέλεσμα είναι ότι
η Ελλάδα μετακινείται
σταδιακά σε διαφορετική
θέση μέσα στην ευρωπαϊκή
οικονομική
αρχιτεκτονική. Η
σύγκλιση του λόγου
χρέους προς ΑΕΠ με την
Ιταλία και στη συνέχεια
με τη Γαλλία αποτελεί
ίσως το πιο
χαρακτηριστικό μέτρο
αυτής της αλλαγής.
Οι εκλογές και ο
πολιτικός κίνδυνος
Σε ό,τι αφορά το
πολιτικό σκέλος, η
Capital
Economics
ενσωματώνει στις
εκτιμήσεις της την άποψη
ότι το βασικό πολιτικό
σκηνικό δεν αναμένεται
να οδηγήσει σε απότομη
αλλαγή της οικονομικής
πολιτικής.
Στην ανάλυσή της
σημειώνει ότι οι
δημοσκοπήσεις δείχνουν
τη Νέα Δημοκρατία να
διατηρεί την πρώτη θέση,
ενώ αφήνει ανοιχτό το
ενδεχόμενο να μην
προκύψει αυτοδυναμία.
Για την Capital
Economics,
το βασικό ζήτημα για
τους επενδυτές είναι
κατά πόσο οι πολιτικές
εξελίξεις θα επηρεάσουν
τη συνέχεια της
δημοσιονομικής
προσαρμογής και της
οικονομικής πολιτικής.
Με βάση το σενάριο του
οίκου, η Ελλάδα
εισέρχεται στην επόμενη
περίοδο με ένα
διαφορετικό οικονομικό
προφίλ:
χαμηλότερο χρέος, θετικά
δημοσιονομικά
αποτελέσματα και
ανάπτυξη που εξακολουθεί
να κινείται πάνω από
μεγάλο μέρος της
Ευρωζώνης.
Το σημαντικότερο, όμως,
είναι η αλλαγή στη
σχετική θέση της χώρας.
Από οικονομία με το
υψηλότερο χρέος στην
Ευρώπη, η Ελλάδα
κινείται προς μια
περίοδο όπου το χρέος
της, ως ποσοστό του ΑΕΠ,
αναμένεται να είναι
χαμηλότερο από εκείνο
της Ιταλίας και, σε
ορίζοντα λίγων ετών,
ακόμη και της Γαλλίας.


|