| Ειδήσεις | Ο Κυνηγός | Λεωφόρος Αθηνών | "Κουλου - Βάχατα" | +/- | "Μας ακούνε" | Fundamentalist | Marx - Soros |

 
 

Πέμπτη, 08/10/2026

   

 

Περιθώρια για περαιτέρω βελτίωση των προοπτικών της ελληνικής οικονομίας από τους οίκους αξιολόγησης S&P και Fitch διακρίνει η Citi, εκτιμώντας ότι η αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους και οι πρόωρες αποπληρωμές δανείων ενισχύουν την πιστοληπτική εικόνα της χώρας. Ωστόσο, η επόμενη αναβάθμιση της ίδιας της πιστοληπτικής βαθμίδας αναμένεται δυσκολότερη και, σύμφωνα με την τράπεζα, το πιθανότερο είναι να μετατεθεί για το 2027.

Στην ανάλυσή της με ημερομηνία 8 Οκτωβρίου, η Citi επισημαίνει ότι η Ελλάδα βρίσκεται σε μια περίοδο αυξημένης κινητικότητας στο μέτωπο των αξιολογήσεων. Η Moody’s και η Morningstar DBRS έχουν ήδη αναβαθμίσει τις προοπτικές της χώρας από σταθερές σε θετικές, ενώ η Scope Ratings έχει ανεβάσει την αξιολόγηση στην κατηγορία BBB+.

 

Το επόμενο ενδιαφέρον στρέφεται στις αποφάσεις της S&P στις 23 Οκτωβρίου και της Fitch στις 6 Νοεμβρίου. Και οι δύο οίκοι αξιολογούν σήμερα την Ελλάδα με BBB και σταθερές προοπτικές. Η Citi θεωρεί ότι υπάρχουν περιθώρια να μεταβάλουν τις προοπτικές σε θετικές, καθώς η πορεία του δημόσιου χρέους παραμένει ευνοϊκή.

Για μια νέα αναβάθμιση, ωστόσο, δεν αρκεί η βελτίωση των δημοσιονομικών μεγεθών. Οι οίκοι θα χρειαστούν ενδείξεις ότι η δημοσιονομική πειθαρχία και οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις θα συνεχιστούν με συνέπεια και σε βάθος χρόνου.

Οι εκλογές του 2027 στο επίκεντρο

Η Citi θεωρεί τις βουλευτικές εκλογές του 2027 κρίσιμο σημείο για την πορεία των επόμενων αξιολογήσεων. Με βάση το χρονοδιάγραμμα που εξετάζει η τράπεζα, η εκλογική αναμέτρηση αναμένεται τον Μάιο και το αργότερο έως τις 25 Ιουλίου.

Το αποτέλεσμα θα προσφέρει σαφέστερη εικόνα για τη δυνατότητα συνέχισης της δημοσιονομικά συνετής πολιτικής και των μεταρρυθμίσεων. Για τους οίκους αξιολόγησης, το ζητούμενο δεν είναι μόνο η σημερινή δημοσιονομική επίδοση, αλλά και το κατά πόσο υπάρχει πολιτική και κοινωνική στήριξη για τη διατήρησή της.

Η Citi αναγνωρίζει ότι η κυβέρνηση έχει μέχρι στιγμής τηρήσει τη δέσμευσή της για βελτίωση της δημοσιονομικής θέσης της χώρας. Οι ανακοινώσεις για νέες πρόωρες αποπληρωμές χρέους ενισχύουν αυτή την εικόνα.

Ωστόσο, η πρωτιά ενός κόμματος στις δημοσκοπήσεις δεν εξασφαλίζει αυτομάτως κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Η δυνατότητα σχηματισμού σταθερής κυβέρνησης θεωρείται σημαντική, καθώς θα επηρεάσει τις προοπτικές συνέχισης της οικονομικής πολιτικής.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει η Citi, η Νέα Δημοκρατία εξακολουθεί να προηγείται των βασικών κομμάτων της αντιπολίτευσης, παρά την υποχώρηση της εκλογικής της επιρροής τα τελευταία τρία χρόνια. Η τράπεζα αναφέρεται επίσης σε ποσοστά περίπου 17% για την Ελληνική Αριστερή Συμμαχία (ΕΛΑΣ) και 12% για το ΠΑΣΟΚ στην πρόθεση ψήφου.

Καθοριστικό ζήτημα για την επόμενη εκλογική αναμέτρηση θα είναι, μεταξύ άλλων, η δυνατότητα της κυβέρνησης να ανακτήσει την εμπιστοσύνη ψηφοφόρων που τη στήριξαν το 2019 και το 2023. Η ακρίβεια και η δυσαρέσκεια των νοικοκυριών για το κόστος ζωής αποτελούν παράγοντες που θα επηρεάσουν την πολιτική δυναμική.

Οι πρόωρες αποπληρωμές επιταχύνουν τη μείωση του χρέους

Η πρόοδος στη διαχείριση του δημόσιου χρέους αποτελεί βασικό στήριγμα της πιστοληπτικής εικόνας της Ελλάδας.

Τον Ιούνιο, η χώρα αποπλήρωσε πρόωρα δάνεια ύψους 6,94 δισ. ευρώ από τη Δανειακή Διευκόλυνση για την Ελλάδα (GLF). Τα συγκεκριμένα δάνεια είχαν χορηγηθεί το 2010 από 14 χώρες της Ευρωζώνης, με το αρχικό συνολικό ποσό να ανέρχεται σε 52,9 δισ. ευρώ και τις συμβατικές λήξεις να εκτείνονται έως το 2041.

Από το αρχικό ποσό παραμένουν ανεξόφλητα περίπου 26,3 δισ. ευρώ. Η Ελλάδα σχεδιάζει να τα αποπληρώσει πλήρως έως το 2031, περίπου μία δεκαετία νωρίτερα από τον αρχικό προγραμματισμό.

Η Citi επισημαίνει ότι τα συγκεκριμένα δάνεια έχουν υψηλότερο κόστος σε σχέση με άλλες χρηματοδοτήσεις της περιόδου των προγραμμάτων διάσωσης και σχετικά μικρότερες διάρκειες. Η πρόωρη εξόφλησή τους μπορεί επομένως να βελτιώσει τη διάρθρωση και το προφίλ του δημόσιου χρέους, ενισχύοντας παράλληλα την εμπιστοσύνη των αγορών.

Για το 2026, η Ελλάδα έχει δεσμευθεί για πρόσθετες πρόωρες αποπληρωμές συνολικού ύψους 5,9 δισ. ευρώ.

Κατηγορία αποπληρωμής

Ποσό

Έντοκα γραμμάτια

1,2 δισ. ευρώ

Ελληνικά κρατικά ομόλογα με λήξη τον Δεκέμβριο του 2027

2,2 δισ. ευρώ

Δάνεια EFSF με λήξεις το 2027 και το 2028

2,5 δισ. ευρώ

Σύνολο

5,9 δισ. ευρώ

Η Citi σημειώνει, πάντως, ότι η πρόωρη αποπληρωμή δανείων του EFSF, τα οποία διαθέτουν ιδιαίτερα ευνοϊκούς όρους, θα μπορούσε θεωρητικά να αυξήσει το μέσο κόστος εξυπηρέτησης του συνολικού χρέους και την έκθεση της χώρας στις αγορές. Προς το παρόν, η επίδραση αυτή περιορίζεται επειδή οι αποπληρωμές χρηματοδοτούνται από έσοδα που συνδέονται με την επανιδιωτικοποίηση των ελληνικών τραπεζών και όχι από νέο δανεισμό μέσω ομολογιακών εκδόσεων.

Γεωπολιτικοί κίνδυνοι και ενεργειακό κόστος

Παρά τη βελτίωση των δημοσιονομικών δεδομένων, η Ελλάδα δεν είναι απομονωμένη από τις διεθνείς εξελίξεις. Η Citi επισημαίνει ότι μια νέα κλιμάκωση του πολέμου Ρωσίας – Ουκρανίας ή η περιορισμένη στήριξη της Ουκρανίας από άλλους συμμάχους του ΝΑΤΟ θα μπορούσαν να επιβαρύνουν την πιστοληπτική εικόνα των ευρωπαϊκών χωρών.

Για την Ελλάδα, ωστόσο, η τράπεζα θεωρεί περιορισμένο τον κίνδυνο σημαντικής επιδείνωσης της δυναμικής του χρέους εξαιτίας των αμυντικών δαπανών. Η χώρα συγκαταλέγεται ήδη στις χώρες του ΝΑΤΟ με τις υψηλότερες αμυντικές δαπάνες ως ποσοστό του ΑΕΠ, ενώ οι σχετικές δαπάνες εκτιμάται ότι θα παραμείνουν σε γενικές γραμμές σταθερές.

Το σχέδιο εκσυγχρονισμού των αμυντικών συστημάτων σε ορίζοντα 12 ετών, συνολικού ύψους 25 δισ. ευρώ, συμπληρώνεται από 787 εκατ. ευρώ που έχουν εξασφαλιστεί μέσω του ευρωπαϊκού προγράμματος SAFE. Σύμφωνα με την εκτίμηση της Citi, τα ποσά αυτά δεν αναμένεται να μεταβάλουν ουσιαστικά τη δυναμική του δημόσιου χρέους.

Μεγαλύτερη ανησυχία προκαλεί η πορεία των τιμών του πετρελαίου. Ως καθαρός εισαγωγέας πετρελαίου, η Ελλάδα είναι ευάλωτη σε μια νέα άνοδο του ενεργειακού κόστους, η οποία μπορεί να επιδεινώσει το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών.

Το σχετικό έλλειμμα διαμορφώθηκε στο 5,9% του ΑΕΠ το 2025 και αποτελεί μία από τις διαρθρωτικές αδυναμίες της οικονομίας. Παρά τη σημαντική διυλιστική βιομηχανία και την εξαγωγική δραστηριότητα στα πετρελαιοειδή, η επιβάρυνση από το υψηλότερο κόστος εισαγωγών έχει ιστορικά υπερκαλύψει τα οφέλη από τις αυξημένες εξαγωγές.

Ο στόχος για την κατηγορία «Α» έως το 2030

Παρά τους κινδύνους, η Citi θεωρεί εφικτή την επιστροφή της Ελλάδας στην κατηγορία αξιολόγησης «Α» έως το 2030, όπου βρισκόταν πριν από την κρίση χρέους. Προϋπόθεση είναι να συνεχιστούν η δημοσιονομική προσαρμογή και οι οικονομικές μεταρρυθμίσεις.

Σύμφωνα με την ανάλυση, για να επιτευχθεί ο στόχος θα χρειαστούν δύο ακόμη αναβαθμίσεις από τη Fitch και την S&P, καθώς και τρεις επιπλέον θετικές αξιολογικές κινήσεις από τη Moody’s. Ένα εκλογικό αποτέλεσμα που θα διασφαλίζει τη συνέχιση μιας συνετής δημοσιονομικής πολιτικής θα μπορούσε να υποστηρίξει μία ακόμη αναβάθμιση. Για τις επόμενες, όμως, θα απαιτηθούν πιο απτά αποτελέσματα στην παραγωγικότητα και στις διαρθρωτικές αλλαγές.

Η τράπεζα εκτιμά ότι η αναπτυξιακή δυναμική της Ελλάδας μπορεί να παραμείνει ισχυρή και κατά τα επόμενα δύο χρόνια, με τις επενδύσεις να διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο. Σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, ωστόσο, η πορεία της οικονομίας θα εξαρτηθεί περισσότερο από την αντιμετώπιση των δημογραφικών πιέσεων και την ενίσχυση του παραγωγικού δυναμικού.

Μεταξύ των βασικών προτεραιοτήτων περιλαμβάνονται η αύξηση της συμμετοχής στην αγορά εργασίας, η οποία παραμένει λίγο πάνω από το 53%, η αντιμετώπιση των ρυθμιστικών και δικαστικών δυσλειτουργιών και η αποτελεσματική αξιοποίηση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας.

Σύμφωνα με εκτιμήσεις της Moody’s που επικαλείται η Citi, η αξιοποίηση των πόρων του Ταμείου θα μπορούσε από μόνη της να ενισχύσει τον δυνητικό ρυθμό ανάπτυξης της Ελλάδας κατά 0,4 ποσοστιαίες μονάδες έως το 2030.

Το πλεονέκτημα της διάρθρωσης του χρέους

Ένα από τα ισχυρότερα σημεία της ελληνικής οικονομίας παραμένει η δομή του δημόσιου χρέους. Περισσότερο από το 70% αποτελείται από δάνεια του επίσημου τομέα με ευνοϊκούς όρους, ενώ η μέση διάρκειά του υπερβαίνει τα 18 χρόνια. Η Citi εκτιμά ότι το μέσο κόστος εξυπηρέτησης θα διαμορφωθεί στο 2,3% το 2026.

Η μεγάλη διάρκεια και το υψηλό ποσοστό δανείων με ευνοϊκούς όρους περιορίζουν την ταχύτητα με την οποία οι μεταβολές των επιτοκίων της αγοράς μεταφέρονται στις δαπάνες εξυπηρέτησης του χρέους.

Αυτό το χαρακτηριστικό έχει συμβάλει και στη συγκράτηση της διαφοράς αποδόσεων των ελληνικών κρατικών ομολόγων έναντι των γερμανικών Bunds τους τελευταίους μήνες. Αντίθετα, οι αντίστοιχες διαφορές για χώρες όπως η Ιταλία και η Γαλλία έχουν διευρυνθεί περισσότερο.

Το συμπέρασμα της Citi είναι ότι η Ελλάδα έχει πλέον εδραιώσει την επενδυτική βαθμίδα, την οποία έχει ανακτήσει από όλους τους μεγάλους οίκους αξιολόγησης έως την άνοιξη του 2025. Η επόμενη φάση, όμως, απαιτεί κάτι περισσότερο από τη βελτίωση των αριθμών: σταθερή δημοσιονομική πολιτική, συνέχιση των μεταρρυθμίσεων, υψηλή επενδυτική δραστηριότητα και διατηρήσιμη αύξηση της παραγωγικότητας.

Οι αξιολογήσεις του Οκτωβρίου και του Νοεμβρίου ενδέχεται να φέρουν θετικές αλλαγές στις προοπτικές της χώρας. Για την επόμενη αναβάθμιση της πιστοληπτικής βαθμίδας, πάντως, το κρίσιμο ορόσημο φαίνεται να μεταφέρεται στο 2027, όταν θα έχει γίνει σαφέστερη η πολιτική και οικονομική κατεύθυνση της χώρας για τα επόμενα χρόνια.

                  

 

                 

 

                

 

                  

 

                 

 

 

Greek Finance Forum Team

 
 
 
GFF Feed

Loading...

 
 
 
 
 
 
 

Αποποίηση Ευθύνης.... 

© 2016-2026 Greek Finance Forum