|
Το
σήμα προειδοποίησης από
τον δείκτη POLLS
Κεντρικό ρόλο στην
απόφαση της
Citigroup
διαδραμάτισε ο δείκτης
POLLS,
τον οποίο χρησιμοποιεί
για να αξιολογεί τη
συνολική κατάσταση της
αγοράς. Ο δείκτης
συνδυάζει στοιχεία για
τις επενδυτικές
τοποθετήσεις, την
αισιοδοξία, τη
ρευστότητα, τη μόχλευση
και τις πιέσεις στο
χρηματοπιστωτικό
σύστημα.
Σύμφωνα με την τράπεζα,
ο δείκτης έχει κινηθεί
πρόσφατα σε επίπεδα που
ιστορικά έχουν συνδεθεί
με κορυφώσεις των
αγορών. Αυτό δεν
σημαίνει ότι επίκειται
αναγκαστικά άμεση
διόρθωση, αλλά ότι οι
συνθήκες γίνονται
λιγότερο ευνοϊκές για
την ανάληψη πρόσθετου
κινδύνου.
Όταν οι επενδυτές είναι
ήδη τοποθετημένοι σε
μεγάλο βαθμό σε μετοχές,
διαθέτουν περιορισμένα
μετρητά και οι
προσδοκίες παραμένουν
ιδιαίτερα αισιόδοξες, η
αγορά μπορεί να γίνει
πιο ευάλωτη σε μια
αρνητική έκπληξη. Σε ένα
τέτοιο περιβάλλον, ακόμη
και μια σχετικά μικρή
επιδείνωση των
οικονομικών ή εταιρικών
δεδομένων μπορεί να
προκαλέσει εντονότερες
κινήσεις στις τιμές.
Η Citi
επιλέγει, επομένως, να
περιορίσει μέρος της
έκθεσής της χωρίς να
υιοθετεί συνολικά
αρνητική στάση για τις
μετοχές.
Γιατί έκλεισε τη θέση
στον S&P 500 Equal
Weight
Η τράπεζα έκλεισε τη
θέση αγοράς στον δείκτη
S&P
500 Equal
Weight,
ο οποίος περιλαμβάνει
τις ίδιες 500 εταιρείες
με τον παραδοσιακό
S&P
500, αλλά κατανέμει το
βάρος τους πολύ πιο
ισότιμα.
Στον συμβατικό S&P
500, οι εταιρείες με τη
μεγαλύτερη
χρηματιστηριακή αξία
έχουν δυσανάλογα μεγάλη
επίδραση στην πορεία του
δείκτη. Αυτό σημαίνει
ότι οι μεγαλύτεροι
τεχνολογικοί όμιλοι
μπορούν να καθορίζουν σε
σημαντικό βαθμό τη
συνολική του απόδοση.
Αντίθετα, στον δείκτη
ίσης στάθμισης, κάθε
μετοχή έχει περίπου το
ίδιο βάρος. Με αυτόν τον
τρόπο περιορίζεται η
επιρροή των
εταιρειών-κολοσσών και
αποτυπώνεται ευρύτερα η
πορεία του συνόλου των
αμερικανικών μετοχών.
Η επιλογή της
Citi
να κλείσει τη
συγκεκριμένη θέση
υποδηλώνει ότι δεν
επιθυμεί πλέον να
διατηρεί την ίδια έκθεση
σε μια στρατηγική που
είχε επωφεληθεί από τη
συμμετοχή περισσότερων
εταιρειών στην άνοδο της
αγοράς, σε μια περίοδο
κατά την οποία
αυξάνονται οι ενδείξεις
υπερβολής.
Διαφορετικά μηνύματα από
Citi και Goldman Sachs
Η στάση της
Citigroup
έρχεται σε αντίθεση με
την πρόσφατη κίνηση της
Goldman
Sachs,
η οποία αναβάθμισε τη
σύστασή της για τις
παγκόσμιες μετοχές σε «overweight»,
εκτιμώντας ότι η
πρόσφατη υποχώρηση των
αγορών έχει καταστήσει
τις αποτιμήσεις πιο
ελκυστικές.
Η διαφοροποίηση των δύο
οίκων αποτυπώνει το
δίλημμα που
αντιμετωπίζουν οι
επενδυτές. Από τη μία
πλευρά, οι διορθώσεις
δημιουργούν ευκαιρίες
για τοποθετήσεις σε
χαμηλότερες τιμές. Από
την άλλη, η υπερβολική
αισιοδοξία, η
συγκέντρωση κεφαλαίων σε
συγκεκριμένες μετοχές
και η πιθανότητα
ανατροπής των προσδοκιών
αυξάνουν τον κίνδυνο
μιας νέας υποχώρησης.
Η Citi
δίνει μεγαλύτερη
βαρύτητα στους δείκτες
επενδυτικής συμπεριφοράς
και στις ενδείξεις
υπερβολικής ανάληψης
κινδύνου. Η
Goldman,
αντίθετα, εστιάζει
περισσότερο στη βελτίωση
της σχέσης αποτίμησης
και δυνητικής απόδοσης
μετά την πρόσφατη πτώση.
Το συμπέρασμα δεν είναι
ότι η μία στρατηγική
αποκλείει την άλλη. Οι
αγορές μπορούν να
παραμένουν σε ανοδική
τροχιά ακόμη και όταν
αυξάνονται οι κίνδυνοι,
ενώ οι υψηλές
αποτιμήσεις δεν
συνεπάγονται από μόνες
τους άμεση διόρθωση.
Η κίνηση της Citi
αποτελεί κυρίως ένδειξη
αυξημένης
επιφυλακτικότητας: η
τράπεζα δεν εγκαταλείπει
τις μετοχές, αλλά θεωρεί
ότι σε αυτή τη φάση
είναι προτιμότερο να
περιορίσει μέρος του
κινδύνου, καθώς η αγορά
εμφανίζεται πιο ευάλωτη
σε αρνητικές εκπλήξεις.
|