|
Παρά τη συνολικά θετική
εικόνα, η τράπεζα
υπογραμμίζει ότι η κύρια
πηγή ανάπτυξης είναι ο
ενεργειακός κλάδος. Τα
κέρδη των ενεργειακών
εταιρειών προβλέπεται να
αυξηθούν κατά περίπου
84% σε σχέση με το
αντίστοιχο περσινό
τρίμηνο, εξέλιξη που
συνδέεται άμεσα με την
εκτίναξη των τιμών του
πετρελαίου κατά τη
διάρκεια της έντασης στη
Μέση Ανατολή και
ειδικότερα μετά τον
πόλεμο με το Ιράν και το
προσωρινό κλείσιμο των
Στενών του Ορμούζ. Ως
αποτέλεσμα, η μέση τιμή
του Brent
διαμορφώθηκε στα 97
δολάρια ανά βαρέλι το
δεύτερο τρίμηνο,
καταγράφοντας άνοδο 45%
σε ετήσια βάση.
Έκτοτε, η αγορά
πετρελαίου έχει
αποκλιμακωθεί, με το
Brent
να υποχωρεί κοντά στα 73
δολάρια το βαρέλι, καθώς
διατηρείται η εκεχειρία
μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν και
ενισχύονται οι
προσδοκίες για πιο
σταθερή γεωπολιτική
ισορροπία στην περιοχή.
Η σημασία της ενέργειας
για τη συνολική εικόνα
γίνεται εμφανής όταν
αφαιρεθεί ο
συγκεκριμένος κλάδος από
τους υπολογισμούς.
Σύμφωνα με τη
Deutsche
Bank,
χωρίς τη συμβολή των
ενεργειακών
επιχειρήσεων, η αύξηση
των κερδών των
ευρωπαϊκών εταιρειών
περιορίζεται σε μόλις 3%
σε ετήσια βάση, γεγονός
που καταδεικνύει τη
σχετικά συγκρατημένη
δυναμική των υπόλοιπων
κλάδων.
Θετικές επιδόσεις
αναμένονται επίσης από
τις χημικές βιομηχανίες
και τον ευρύτερο
βιομηχανικό τομέα, οι
οποίοι εκτιμάται ότι θα
εμφανίσουν αξιοσημείωτη
βελτίωση της κερδοφορίας
τους. Αντίθετα, οι
χρηματοοικονομικές
εταιρείες και οι
τράπεζες αναμένεται να
συνεχίσουν να
καταγράφουν επιβράδυνση
της αύξησης των κερδών
τους, με ρυθμούς που
κινούνται σε μεσαία
μονοψήφια ποσοστά, πριν
από πιθανή
επανεπιτάχυνση κατά το
δεύτερο εξάμηνο του
έτους.
Την ίδια στιγμή, ο
κλάδος της υγείας
προβλέπεται να
καταγράψει τρίτο
διαδοχικό τρίμηνο
υποχώρησης των κερδών
του, ενώ η
αυτοκινητοβιομηχανία
φαίνεται να επιστρέφει
σε θετικό έδαφος,
καταγράφοντας για πρώτη
φορά από το 2023 ετήσια
αύξηση κερδοφορίας.
Συνολικά, η
Deutsche
Bank
εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή
εταιρική κερδοφορία θα
κινηθεί ανοδικά στο
δεύτερο τρίμηνο, όμως η
εικόνα παραμένει άνιση,
καθώς η μεγάλη ώθηση
προέρχεται κυρίως από
τον ενεργειακό τομέα,
ενώ οι περισσότεροι
κλάδοι εξακολουθούν να
εμφανίζουν πιο
περιορισμένους ρυθμούς
ανάπτυξης.
|