|
Πολλοί φοιτητές, αλλά
σημαντικές αδυναμίες
Η συμμετοχή των νέων
στην τριτοβάθμια
εκπαίδευση είναι
ιδιαίτερα υψηλή. Κατά
μέσο όρο την περίοδο
2013-2024, το 55,7% των
20χρονων στην Ελλάδα
συμμετείχε στην
τριτοβάθμια εκπαίδευση,
έναντι 33,1% στην ΕΕ-27.
Παράλληλα, την περίοδο
2001-2023 περισσότεροι
από 75.000 νέοι
εισέρχονταν κάθε χρόνο
στην τριτοβάθμια
εκπαίδευση, ενώ ο
αριθμός των προπτυχιακών
φοιτητών σε κανονική
διάρκεια σπουδών
διαμορφωνόταν περίπου
στις 300.000.
Ακόμη μεγαλύτερη ήταν η
αύξηση στις
μεταπτυχιακές και
διδακτορικές σπουδές. Οι
μεταπτυχιακοί φοιτητές
υπερ-οκταπλασιάστηκαν
από το 2001 έως το 2023,
φθάνοντας τους 106.800,
ενώ οι υποψήφιοι
διδάκτορες σχεδόν
τριπλασιάστηκαν, στους
33.700.
Η συμμετοχή των γυναικών
είναι υψηλότερη στα
προπτυχιακά και
μεταπτυχιακά επίπεδα,
ενώ στις διδακτορικές
σπουδές η απόσταση από
τους άνδρες έχει
περιοριστεί σημαντικά.
Ωστόσο, η μεγάλη
διεύρυνση της πρόσβασης
στην ανώτατη εκπαίδευση
έχει συνοδευτεί και από
σημαντικό αριθμό
φοιτητών που καθυστερούν
να ολοκληρώσουν τις
σπουδές τους. Το 2023 οι
φοιτητές πέραν της
κανονικής διάρκειας
ανέρχονταν σε 447.100,
περίπου τριπλάσιοι σε
σχέση με το 2001. Τα
τελευταία χρόνια,
πάντως, η εφαρμογή των
ορίων στη διάρκεια
φοίτησης οδήγησε στη
διαγραφή περισσότερων
από 300.000 μη ενεργών
φοιτητών.
Το πρόβλημα δεν είναι
πλέον η πρόσβαση, αλλά η
ποιότητα
Το πλέον κρίσιμο ζήτημα
που αναδεικνύει η μελέτη
αφορά την ποιότητα της
εκπαίδευσης και των
δεξιοτήτων.
Σύμφωνα με παλαιότερα
στοιχεία της έρευνας
PIAAC του ΟΟΣΑ, περίπου
το 19% των αποφοίτων
πανεπιστημίων στην
Ελλάδα εμφάνιζε πολύ
χαμηλό επίπεδο βασικών
δεξιοτήτων
εγγραμματισμού.
Αντίστοιχα προβλήματα
καταγράφηκαν και στα
αποτελέσματα της PISA
για τους μαθητές της
δευτεροβάθμιας
εκπαίδευσης.
Ιδιαίτερα ανησυχητικό
είναι το γεγονός ότι,
ενώ σε άλλες χώρες οι
βασικές δεξιότητες του
πληθυσμού έχουν
βελτιωθεί σημαντικά τις
τελευταίες δεκαετίες,
στην Ελλάδα η πρόοδος
ήταν πολύ μικρότερη.
Μάλιστα, οι ηλικίες
25-34 ετών εμφανίζουν
περίπου αντίστοιχες
επιδόσεις στον
εγγραμματισμό με τις
ηλικίες 55-65 ετών, παρά
την εκρηκτική αύξηση του
ποσοστού των πτυχιούχων.
Η
εικόνα αυτή δημιουργεί
το ερώτημα κατά πόσο η
μαζικοποίηση της
ανώτατης εκπαίδευσης
έχει οδηγήσει σε έναν
βαθμό «πληθωρισμού
πτυχίων», χωρίς την
αντίστοιχη ενίσχυση των
γνώσεων και των
πραγματικών δεξιοτήτων.
Μεγάλη απόσταση από την
αγορά εργασίας
Το
πρόβλημα γίνεται ακόμη
πιο εμφανές στην αγορά
εργασίας. Σύμφωνα με τα
στοιχεία του CEDEFOP, η
Ελλάδα κατατάσσεται
μεταξύ των χωρών με τις
χαμηλότερες επιδόσεις
στην αντιστοίχιση των
δεξιοτήτων των
εργαζομένων με τις
ανάγκες της οικονομίας.
Παράλληλα, την περίοδο
2008-2025 η Ελλάδα είχε
ένα από τα υψηλότερα
ποσοστά
overqualification στην
ΕΕ-27, καταλαμβάνοντας
τη δεύτερη θέση το 2025.
Με άλλα λόγια, ένα
σημαντικό ποσοστό
ανθρώπων με τριτοβάθμια
εκπαίδευση απασχολείται
σε επαγγέλματα χαμηλής ή
μεσαίας ειδίκευσης.
Αυτό μπορεί να αποτελεί
ένδειξη είτε πληθωρισμού
πτυχίων είτε αδυναμίας
της ίδιας της
παραγωγικής βάσης να
δημιουργήσει αρκετές
θέσεις εργασίας υψηλής
προστιθέμενης αξίας.
Την
ίδια στιγμή, ο αριθμός
των αποφοίτων
μεταπτυχιακών
προγραμμάτων αυξήθηκε
κατακόρυφα, φθάνοντας
τους 26.900 το 2023, ενώ
οι απόφοιτοι
διδακτορικών ανήλθαν σε
περίπου 2.400. Αντίθετα,
το διδακτικό προσωπικό
της τριτοβάθμιας
εκπαίδευσης μειώθηκε
κατά 12,5% μεταξύ 2001
και 2023, έχοντας
υποστεί ιδιαίτερα μεγάλη
συρρίκνωση κατά την
περίοδο της οικονομικής
κρίσης.
Η
Ελλάδα χάνει φοιτητές
στο εξωτερικό
Παρά τη μεγάλη προσφορά
θέσεων στα ελληνικά
πανεπιστήμια, χιλιάδες
Έλληνες συνεχίζουν να
επιλέγουν σπουδές στο
εξωτερικό.
Το
2023 περίπου 37.658
Έλληνες φοιτητές
βρίσκονταν σε
πανεπιστήμια του
εξωτερικού, αριθμός
υψηλότερος από το 2008.
Η εξέλιξη αυτή
επιβαρύνει τα ελληνικά
νοικοκυριά, δημιουργεί
εκροή εισοδήματος και,
κυρίως, αυξάνει τον
κίνδυνο μόνιμης απώλειας
ανθρώπινου κεφαλαίου
όταν οι απόφοιτοι
παραμένουν εκτός
Ελλάδας.
Το
φαινόμενο αποκτά ακόμη
μεγαλύτερη σημασία λόγω
της δημογραφικής
γήρανσης, καθώς η Ελλάδα
θα διαθέτει σταδιακά
μικρότερο αριθμό νέων
που μπορούν να
τροφοδοτούν τα
πανεπιστήμια και την
αγορά εργασίας.
Η
έρευνα αποτελεί το
μεγάλο θετικό στοιχείο
Παρά τις αδυναμίες, η
εικόνα της ελληνικής
ακαδημαϊκής έρευνας
είναι σαφώς πιο θετική.
Ο
αριθμός των
επιστημονικών
δημοσιεύσεων αυξήθηκε
σημαντικά την περίοδο
2000-2021, με τις
δημοσιεύσεις των
πανεπιστημίων να έχουν
υπερτετραπλασιαστεί.
Ταυτόχρονα, βελτιώθηκε
και η ποιότητά τους,
όπως αποτυπώνεται στην
αύξηση των αναφορών και
στους δείκτες διεθνούς
απήχησης.
Οι
ελληνικές επιστημονικές
δημοσιεύσεις εμφανίζουν
πλέον μεγαλύτερη απήχηση
από τον παγκόσμιο μέσο
όρο, ενώ ιδιαίτερα
ισχυρές επιδόσεις
καταγράφονται στις
φυσικές επιστήμες και
στην ιατρική.
Η
Ελλάδα έχει επίσης
βελτιώσει τη θέση της σε
σχέση με τις υπόλοιπες
ευρωπαϊκές χώρες ως προς
τη διεθνή
ανταγωνιστικότητα της
ερευνητικής της
ικανότητας.
Το
πρόβλημα εντοπίζεται
περισσότερο στο ύψος και
στη διάρθρωση της
χρηματοδότησης. Οι
δαπάνες R&D στην
τριτοβάθμια εκπαίδευση
έχουν αυξηθεί, όμως
παραμένουν χαμηλότερες
ως ποσοστό του ΑΕΠ σε
σχέση με τον μέσο όρο
της ΕΕ-27.
Τα
πανεπιστήμια μπορούν να
προσθέσουν έως 12,7% στο
ΑΕΠ
Το
σημαντικότερο εύρημα της
μελέτης αφορά τη
δυνητική οικονομική
επίδραση της αναβάθμισης
της τριτοβάθμιας
εκπαίδευσης.
Η
Eurobank εκτιμά ότι εάν
η Ελλάδα καταφέρει σε
μακροπρόθεσμο ορίζοντα
να προσεγγίσει τις χώρες
με τα πλέον ανεπτυγμένα
συστήματα εκπαίδευσης
και επιστημονικής
έρευνας, το ΑΕΠ θα
μπορούσε να είναι
υψηλότερο κατά
10,8%-12,7%.
Η
επίδραση δεν αφορά απλώς
τις δαπάνες των
πανεπιστημίων ή την
κατανάλωση των φοιτητών.
Το μεγαλύτερο οικονομικό
όφελος προέρχεται από τη
συσσώρευση ανθρώπινου
κεφαλαίου, την παραγωγή
γνώσης, την καινοτομία,
την αύξηση της
παραγωγικότητας και τη
διάχυση των
αποτελεσμάτων της
έρευνας στην
επιχειρηματική
οικονομία.
Με
βάση τα στοιχεία του
2025, η εκτιμώμενη
επίδραση μεταφράζεται σε
δυνητική σωρευτική
αύξηση του ΑΕΠ ανά
απασχολούμενο κατά
περίπου 6.200-7.300
ευρώ.
Ιδιαίτερα σημαντικό
είναι ότι σύμφωνα με το
υπόδειγμα της μελέτης,
περίπου το μισό από αυτό
το όφελος θα μπορούσε να
προκύψει μέσα σε τρία
έως πέντε χρόνια.
Ακόμη και μικρότερες
βελτιώσεις μπορούν να
έχουν μετρήσιμο
αποτέλεσμα. Η αύξηση
κατά 1% του λόγου
καθηγητών προς φοιτητές
συνδέεται μακροπρόθεσμα
με δυνητική αύξηση του
ΑΕΠ ανά απασχολούμενο
μεταξύ 0,11% και 0,38%.
Στόχος οι 100.000 ξένοι
φοιτητές
Ένα
ακόμη μεγάλο περιθώριο
ανάπτυξης βρίσκεται στη
διεθνοποίηση των
ελληνικών πανεπιστημίων.
Σήμερα περίπου 25.000
ξένοι φοιτητές
σπουδάζουν στην Ελλάδα.
Η Eurobank θεωρεί
εφικτό, υπό
προϋποθέσεις, έναν στόχο
100.000 ξένων και
παλιννοστούντων
φοιτητών.
Η
διαφορά με την υπόλοιπη
Ευρώπη είναι μεγάλη. Το
2024 οι ξένοι φοιτητές
αντιστοιχούσαν μόλις στο
2,6% του συνολικού
φοιτητικού πληθυσμού
στην Ελλάδα, έναντι 9,1%
στην ΕΕ-27 και 21,6%
στην Κύπρο.
Η
επίτευξη του στόχου των
100.000 φοιτητών θα
μπορούσε, σύμφωνα με τη
μελέτη, να προσφέρει
άμεση συνεισφορά περίπου
1 δισ. ευρώ ετησίως στο
ΑΕΠ, χωρίς να
υπολογίζονται οι έμμεσες
και πολλαπλασιαστικές
επιδράσεις.
Η
διεθνής εμπειρία δείχνει
ότι η προσέλκυση
φοιτητών δεν
επιτυγχάνεται απλώς με
τη δημιουργία
περισσότερων θέσεων.
Απαιτείται ποιότητα,
αγγλόφωνα προγράμματα,
διεθνείς συνεργασίες,
υποτροφίες,
ανταγωνιστικό κόστος,
αξιόπιστη πιστοποίηση
και αποτελεσματικές
υπηρεσίες προς τους
φοιτητές.
Η
Ολλανδία αποτελεί
χαρακτηριστικό
παράδειγμα, καθώς
κατάφερε να προσελκύσει
μεγάλο αριθμό ξένων
φοιτητών μέσω ενός
συστήματος που συνδυάζει
αγγλόφωνα προγράμματα,
πολλές εκπαιδευτικές
επιλογές, διασφάλιση
ποιότητας και οργανωμένη
ενημέρωση των υποψηφίων.
Για
την Ελλάδα, αντίστοιχη
στρατηγική θα μπορούσε
να ενισχύσει όχι μόνο τα
έσοδα από την κατανάλωση
των φοιτητών αλλά και τη
διεθνή παρουσία των
πανεπιστημίων, τις
ερευνητικές συνεργασίες
και την πιθανότητα
παραμονής εξειδικευμένου
ανθρώπινου δυναμικού στη
χώρα.
Η
πρόκληση της τεχνητής
νοημοσύνης
Η
αναβάθμιση της
τριτοβάθμιας εκπαίδευσης
αποκτά ακόμη μεγαλύτερη
σημασία λόγω της
ταχύτατης διάδοσης της
τεχνητής νοημοσύνης.
Η
οικονομία χρειάζεται
εργαζομένους με γνώσεις
σε τεχνολογίες όπως η
τεχνητή νοημοσύνη, τα
μεγάλα δεδομένα, το
cloud computing και η
κυβερνοασφάλεια, αλλά
και σε προηγμένη
μεταποίηση, ανανεώσιμες
πηγές ενέργειας και
κυκλική οικονομία.
Παράλληλα, η εκπαίδευση
δεν μπορεί να
περιορίζεται στην
αποστήθιση γνώσεων. Η
κριτική σκέψη, η
προσαρμοστικότητα, η
συνεργασία και οι λοιπές
κοινωνικές και
επαγγελματικές
δεξιότητες αποκτούν
ολοένα μεγαλύτερη
σημασία.
Εάν
το εκπαιδευτικό σύστημα
προσαρμοστεί γρήγορα,
μπορεί να λειτουργήσει
ως επιταχυντής
παραγωγικότητας. Εάν
καθυστερήσει, υπάρχει
κίνδυνος να διευρυνθεί
περαιτέρω η απόσταση της
Ελλάδας από τις χώρες με
υψηλότερο κατά κεφαλήν
εισόδημα.
Τι
προτείνει η Eurobank
Η
μελέτη προτείνει έναν
συνολικό επανασχεδιασμό
της τριτοβάθμιας
εκπαίδευσης και όχι
απλώς αύξηση των
διαθέσιμων θέσεων ή των
δαπανών.
Μεταξύ άλλων προτείνεται
ο εξορθολογισμός του
συνολικού αριθμού
εισακτέων, καθώς η
Ελλάδα ήδη διαθέτει πολύ
υψηλή συμμετοχή στην
τριτοβάθμια εκπαίδευση,
αλλά και αναδιάρθρωση
των εισακτέων ανάλογα με
τις ανάγκες της
οικονομίας.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται
στη μετατόπιση μέρους
της ζήτησης προς την
τεχνική και
επαγγελματική
εκπαίδευση, ώστε να
περιοριστεί η
αναντιστοιχία δεξιοτήτων
στην αγορά εργασίας.
Παράλληλα, απαιτείται
καλύτερη σύνδεση των
μεταπτυχιακών σπουδών με
τις ανάγκες των
επιχειρήσεων, ενίσχυση
της χρηματοδότησης της
έρευνας και ανάπτυξη
συνεργασιών μεταξύ
πανεπιστημίων και
επιχειρήσεων.
Στο
μέτωπο της
διεθνοποίησης, η
Eurobank προτείνει την
ενίσχυση των αγγλόφωνων
προγραμμάτων, τη
βελτίωση της διεθνούς
κατάταξης των ελληνικών
πανεπιστημίων,
συνεργασίες με κορυφαία
ξένα ιδρύματα,
στοχευμένες υποτροφίες
και αναβάθμιση της
πρωτοβουλίας «Study in
Greece».
Από
την ποσότητα στην
ποιότητα
Το
βασικό συμπέρασμα της
μελέτης είναι ότι η
Ελλάδα έχει ήδη κάνει
σημαντικά βήματα στην
πρόσβαση στην
τριτοβάθμια εκπαίδευση.
Το επόμενο μεγάλο
στοίχημα είναι η
μετατροπή της μεγάλης
συμμετοχής σε
πραγματικές δεξιότητες,
υψηλότερη
παραγωγικότητα,
περισσότερη καινοτομία
και καλύτερα αμειβόμενες
θέσεις εργασίας.
Η
ίδρυση μη κρατικών
πανεπιστημίων και η
μεγαλύτερη διεθνοποίηση
μπορούν να λειτουργήσουν
θετικά, αλλά μόνο εφόσον
συνοδευτούν από
πραγματική αναβάθμιση
της ποιότητας. Εάν τα
νέα ιδρύματα
περιοριστούν απλώς στην
απορρόφηση φοιτητών που
δεν εισήχθησαν στις
σχολές πρώτης επιλογής
τους, το αναπτυξιακό
όφελος θα είναι
περιορισμένο.
Αντίθετα, ένα
ανταγωνιστικό
πανεπιστημιακό
οικοσύστημα, με ισχυρή
έρευνα, διεθνείς
συνεργασίες, ξένους
φοιτητές και
ακαδημαϊκούς, σύνδεση με
τις επιχειρήσεις και
προσανατολισμό στις
ανάγκες της νέας
οικονομίας, μπορεί να
δημιουργήσει έναν
ενάρετο κύκλο.
Σε
μια χώρα που
αντιμετωπίζει
δημογραφική συρρίκνωση,
η προσέλκυση ξένων
φοιτητών και η
συγκράτηση των Ελλήνων
επιστημόνων στο
εσωτερικό δεν αποτελούν
απλώς εκπαιδευτική
πολιτική. Αποτελούν
ζήτημα οικονομικής
στρατηγικής.
Και
όπως προκύπτει από τις
εκτιμήσεις της Eurobank,
η αναβάθμιση των
ελληνικών πανεπιστημίων
δεν είναι μόνο θέμα
παιδείας. Μπορεί να
αποτελέσει έναν από τους
σημαντικότερους μοχλούς
για την παραγωγικότητα,
το εισόδημα και τη
μακροχρόνια ανάπτυξη της
ελληνικής οικονομίας.
|