|
Η προσπάθεια αυτή
αρχίζει να αποτυπώνεται
στην αγορά ακινήτων
υψηλών προδιαγραφών,
ιδιαίτερα στα νότια
προάστια της Αθήνας,
όπου η ζήτηση από το
εξωτερικό ενισχύεται και
το οικιστικό τοπίο
μεταβάλλεται με
γρήγορους ρυθμούς.
Τα φορολογικά κίνητρα
που φέρνουν νέους
κατοίκους
Από το 2020, η Ελλάδα
έχει διαμορφώσει ένα
πλέγμα φορολογικών
κινήτρων για την
προσέλκυση εύπορων
αλλοδαπών, συνταξιούχων,
εργαζομένων και
επιχειρηματιών.
Το ειδικό καθεστώς για
φυσικά πρόσωπα υψηλού
εισοδήματος, γνωστό ως
non-dom,
προβλέπει ετήσιο κατ’
αποκοπή φόρο 100.000
ευρώ για το εισόδημα που
αποκτούν στο εξωτερικό
όσοι πληρούν τις
σχετικές προϋποθέσεις.
Μεταξύ αυτών
περιλαμβάνεται η
πραγματοποίηση επένδυσης
τουλάχιστον 500.000 ευρώ
στην Ελλάδα, σε ακίνητα,
επιχειρήσεις, τίτλους ή
μετοχές εταιρειών και
άλλων νομικών οντοτήτων.
Για τους συνταξιούχους
που μεταφέρουν τη
φορολογική τους κατοικία
στην Ελλάδα προβλέπεται
συντελεστής 7% επί του
εισοδήματος από το
εξωτερικό, για χρονικό
διάστημα έως 15 έτη.
Παράλληλα, εργαζόμενοι
και επιχειρηματίες που
μεταφέρουν τη φορολογική
τους κατοικία στη χώρα
μπορούν, υπό
προϋποθέσεις, να
επωφεληθούν από απαλλαγή
του 50% του εισοδήματός
τους που προέρχεται από
μισθωτή εργασία ή
επιχειρηματική
δραστηριότητα στην
Ελλάδα.
Τα συγκεκριμένα μέτρα
σχεδιάστηκαν, μεταξύ
άλλων, για να συμβάλουν
στην αντιστροφή του
brain
drain
που ακολούθησε τη
χρηματοπιστωτική κρίση.
Μέσα σε περίπου μία
δεκαετία, σχεδόν ένα
εκατομμύριο άνθρωποι
εγκατέλειψαν τη χώρα,
αναζητώντας
επαγγελματικές ευκαιρίες
στο εξωτερικό. Σήμερα, η
επιδίωξη είναι να
επιστρέψουν Έλληνες
επαγγελματίες, αλλά και
να εγκατασταθούν στην
Ελλάδα στελέχη και
επιχειρηματίες από άλλες
χώρες.
Η επίδραση των κινήτρων
είναι ήδη ορατή στην
αγορά πολυτελών
κατοικιών. Σύμφωνα με
τον Σάββα Σαββαΐδη,
πρόεδρο και διευθύνοντα
σύμβουλο της
Greece
Sotheby’s
International
Realty,
οι αγοραστές που
αξιοποιούν το καθεστώς
non-dom
αντιστοιχούσαν σχεδόν
στο ένα τρίτο του
συνολικού όγκου
συναλλαγών της εταιρείας
το 2025. Πριν από το
2024, η παρουσία τους
ήταν πρακτικά μηδενική.
Ενδιαφέρον έχει επίσης
το γεγονός ότι
περισσότερο από το 50%
αυτών των αγοραστών
διέθετε βρετανικό
διαβατήριο.
Νέο φορολογικό πλαίσιο
για τα επενδυτικά
κεφάλαια
Η ελληνική κυβέρνηση
προχώρησε φέτος και σε
ένα επιπλέον βήμα,
επιχειρώντας να
προσελκύσει όχι μόνο
εύπορους ιδιώτες αλλά
και επαγγελματίες της
διεθνούς διαχείρισης
κεφαλαίων.
Συγκεκριμένα, μειώθηκε
από 15% σε 5% ο
φορολογικός συντελεστής
επί του μεριδίου κερδών
(carried
interest)
για επιλέξιμους
διαχειριστές επενδυτικών
κεφαλαίων που μεταφέρουν
τη δραστηριότητά τους
στην Ελλάδα. Η ευνοϊκή
φορολογική μεταχείριση
συνοδεύεται, ωστόσο, από
συγκεκριμένη προϋπόθεση:
η ελληνική δραστηριότητα
του fund
θα πρέπει να
πραγματοποιεί ετήσιες
δαπάνες τουλάχιστον 3
εκατ. ευρώ εντός της
χώρας, ώστε να
εξασφαλίζεται πραγματική
οικονομική παρουσία και
όχι απλώς μια τυπική
μεταφορά έδρας.
Η φιλοδοξία της
κυβέρνησης είναι να
δημιουργηθεί σταδιακά
ένα ευρύτερο οικοσύστημα
χρηματοοικονομικών και
επαγγελματικών
υπηρεσιών. Όπως εξηγεί ο
Βασίλης Καρατζάς,
σύμβουλος του υπουργού
Οικονομικών, το
ζητούμενο δεν είναι να
προσελκυστούν απλώς
μερικές δεκάδες εύποροι
ιδιώτες που θα αγοράσουν
εξοχικές κατοικίες, αλλά
να δημιουργηθεί ένα
επιχειρηματικό
περιβάλλον που μέχρι
σήμερα δεν είχε
αναπτυχθεί στην Ελλάδα.
Η αυξανόμενη ζήτηση για
εξειδικευμένες υπηρεσίες
αποτυπώνεται και στη
δραστηριότητα των
νομικών και
συμβουλευτικών
εταιρειών. Η Ελίνα
Φιλίππου, επικεφαλής του
τμήματος ιδιωτικού
πλούτου στη Zepos
& Yannopoulos,
αναφέρει ότι η ομάδα της
έχει αυξηθεί από οκτώ
άτομα το 2020 σε σχεδόν
20 σήμερα. Η εταιρεία
έχει αναλάβει περίπου το
ένα τέταρτο των αιτήσεων
μετεγκατάστασης που
έχουν υποβληθεί στο
πλαίσιο των σχετικών
φορολογικών καθεστώτων.
Σύμφωνα με στοιχεία του
υπουργείου Οικονομικών,
από την έναρξη εφαρμογής
του καθεστώτος
non-dom
έχουν κατατεθεί περίπου
500 αιτήσεις, με περίπου
τις μισές να προέρχονται
από χώρες εκτός Ευρώπης.
Επιπλέον, σχεδόν 1.500
συνταξιούχοι και περίπου
10.000 στελέχη
επιχειρήσεων,
εργαζόμενοι, ελεύθεροι
επαγγελματίες και
επιχειρηματίες έχουν
αιτηθεί την υπαγωγή τους
σε άλλα προγράμματα
φορολογικών κινήτρων.
Η Χρύσα Μηλιού, γενική
γραμματέας Φορολογικής
Πολιτικής, περιγράφει
την εξέλιξη ως μια
συνεχή ροή ανθρώπων που
επιλέγουν την Ελλάδα. Το
επόμενο ζητούμενο,
ωστόσο, είναι να
μετατραπεί η φορολογική
εγκατάσταση σε
πραγματική και
μακροχρόνια παρουσία.
Η Αθηναϊκή Ριβιέρα
αλλάζει πρόσωπο
Η μεταβολή είναι
ιδιαίτερα εμφανής στην
Αθηναϊκή Ριβιέρα. Στη
Γλυφάδα, τη Βούλα και τη
Βουλιαγμένη, οι
παλαιότερες
μονοκατοικίες με τους
μεγάλους κήπους
αντικαθίστανται σταδιακά
από σύγχρονα
συγκροτήματα πολυτελών
διαμερισμάτων, με θέα
στη θάλασσα, ιδιωτικές
και κοινόχρηστες
πισίνες, χώρους ευεξίας
και υπηρεσίες ασφαλείας
όλο το εικοσιτετράωρο.
Η Παυλίνα Μπιλλίρη,
μεσίτρια με 26 χρόνια
εμπειρίας στην περιοχή,
περιγράφει μια
εντυπωσιακή αλλαγή στο
αστικό τοπίο. Όπως
αναφέρει, έχοντας ζήσει
στη Βούλα επί τρεις
δεκαετίες, βλέπει τις
χαμηλές κατοικίες και
τους κήπους που
χαρακτήριζαν κάποτε τη
γειτονιά να δίνουν τη
θέση τους σε ολοένα
περισσότερες
πολυκατοικίες.
Η αλλαγή δεν αφορά μόνο
την αρχιτεκτονική. Για
αρκετούς κατοίκους,
σηματοδοτεί και την
απώλεια ενός
συγκεκριμένου τρόπου
ζωής.
Χαρακτηριστική είναι η
προσπάθεια της Ελένης
Παπαδοπούλου, η οποία
γεννήθηκε και μεγάλωσε
στη Γλυφάδα, να
καταγράψει την
αρχιτεκτονική κληρονομιά
της περιοχής. Μέσα από
τον λογαριασμό της στο
Instagram,
@Vintage.Glyfada,
έχει συγκεντρώσει σχεδόν
700 φωτογραφίες παλιών
κατοικιών που σταδιακά
κατεδαφίζονται.
Πρόκειται για σπίτια με
χαρακτηριστική κόκκινη
πέτρα, χειροποίητες
σιδερένιες αυλόπορτες
και κήπους με λεμονιές
και πορτοκαλιές.
Όπως θυμάται, σε
ορισμένες περιπτώσεις
σπίτια που φωτογράφιζε
μια ημέρα είχαν ήδη
κατεδαφιστεί την
επόμενη. Οι παλιές
κατοικίες, πολλές από
τις οποίες είχαν
κατασκευαστεί ως
εξοχικά, ήταν ανοιχτές
προς τον δρόμο και
αντανακλούσαν το
προσωπικό γούστο των
ιδιοκτητών τους.
Αντίθετα, θεωρεί ότι οι
σύγχρονες κατασκευές
είναι περισσότερο
ομοιόμορφες και
εσωστρεφείς.
Η μεταμόρφωση της
περιοχής ξεκίνησε να
επιταχύνεται στα μέσα
της προηγούμενης
δεκαετίας, καθώς η
Ελλάδα έβγαινε σταδιακά
από την κρίση χρέους και
η Golden
Visa
άρχισε να προσελκύει
ξένους επενδυτές. Το
2015, όπως αναφέρει η
Μπιλλίρη, η οικοδομική
δραστηριότητα παρέμενε
ουσιαστικά παγωμένη,
καθώς η αγορά
εξακολουθούσε να
βρίσκεται υπό την πίεση
της πολυετούς ύφεσης.
Από την κατάρρευση στην
ισχυρή άνοδο των τιμών
Η ελληνική αγορά
κατοικίας έχει διανύσει
μεγάλη απόσταση από τα
χαμηλά της κρίσης. Οι
τιμές των διαμερισμάτων
υποχώρησαν περισσότερο
από 40% την περίοδο
2008-2017, καθώς η κρίση
χρέους συμπίεσε τα
εισοδήματα, αύξησε την
ανεργία και περιόρισε
δραστικά τη στεγαστική
πίστη.
Από το χαμηλότερο σημείο
του 2017, οι τιμές έχουν
ενισχυθεί περίπου 85%,
ξεπερνώντας το 2025 κατά
7% το προηγούμενο
ιστορικό υψηλό του 2008.
Η ανοδική πορεία
συνεχίστηκε και το
δεύτερο τρίμηνο του
2026, όταν καταγράφηκε
ετήσια αύξηση περίπου
5,5%, σύμφωνα με τα
προκαταρκτικά στοιχεία
της Τράπεζας της
Ελλάδος.
Στους πρώτους ξένους
αγοραστές
περιλαμβάνονταν κυρίως
επενδυτές από την Κίνα
και τη Μέση Ανατολή.
Καθοριστικό ρόλο
διαδραμάτισε το
πρόγραμμα Golden
Visa,
το οποίο θεσπίστηκε το
2013 και αρχικά
προσέφερε άδεια διαμονής
με επένδυση σε ακίνητα
ύψους 250.000 ευρώ. Στη
συνέχεια, το όριο
αυξήθηκε στις 500.000
ευρώ το 2023 για τις
πλέον δημοφιλείς
περιοχές και στα 800.000
ευρώ το 2024.
Η κινεζική παρουσία
παραμένει ιδιαίτερα
ισχυρή. Κυβερνητικά
στοιχεία δείχνουν ότι
τον Αύγουστο του 2026 οι
Κινέζοι υπήκοοι κατείχαν
περίπου 12.700 άδειες
διαμονής επενδυτών,
αριθμός που αντιστοιχεί
σχεδόν στο μισό του
συνόλου.
Πλέον, όμως, στην αγορά
εμφανίζεται μια
διαφορετική κατηγορία
αγοραστών. Πρόκειται για
εύπορους ξένους που δεν
ενδιαφέρονται απλώς για
μια επενδυτική
τοποθέτηση ή μια εξοχική
κατοικία, αλλά εξετάζουν
το ενδεχόμενο να
μεταφέρουν στην Ελλάδα
την κύρια ή τη δεύτερη
κατοικία τους, μαζί με
μέρος της επαγγελματικής
τους δραστηριότητας.
Ένα από τα βασικά
πλεονεκτήματα της Αθήνας
παραμένει η σχέση τιμής
και ποιότητας σε
σύγκριση με άλλες
ευρωπαϊκές παραθαλάσσιες
αγορές. Ο Γιώργος
Ιωάννου, σύμβουλος
ιδιωτών πελατών στην
Engel
& Völkers,
εκτιμά ότι η Ελλάδα
εξακολουθεί να προσφέρει
ιδιαίτερα ανταγωνιστικές
τιμές ανά τετραγωνικό
μέτρο σε σχέση με άλλες
περιοχές της ευρωπαϊκής
Μεσογείου.
Ο Όλιβερ Μπανκς της
Knight
Frank
τοποθετεί τις αξίες των
ακινήτων κατά μήκος της
Αθηναϊκής Ριβιέρας στην
περιοχή των 6.000 έως
10.000 ευρώ ανά
τετραγωνικό μέτρο. Τα
επίπεδα αυτά είναι
χαμηλότερα από εκείνα σε
αρκετές μεγάλες
ευρωπαϊκές πόλεις, όπως
η Βαρκελώνη, η Λισαβόνα,
η Ρώμη και η Μαδρίτη,
ενώ η διαφορά γίνεται
ακόμη μεγαλύτερη σε
σύγκριση με το Παρίσι,
το κεντρικό Λονδίνο και
το Μονακό.
Για τους αγοραστές
υψηλού εισοδήματος,
βασικά κριτήρια
αποτελούν η άμεση
πρόσβαση στη θάλασσα, η
θέα, η ιδιωτικότητα και
η δυνατότητα να
αποκτήσουν μια κατοικία
έτοιμη προς χρήση.
Ο Σάββας Σαββαΐδης της
Sotheby’s
επισημαίνει, ωστόσο, ότι
η ελκυστικότητα της
Αθήνας δεν εξαντλείται
στις τιμές των ακινήτων.
Η πρωτεύουσα διαθέτει
ένα χαρακτηριστικό που
δεν συναντάται εύκολα σε
άλλες ευρωπαϊκές πόλεις:
συνδυάζει τον χαρακτήρα
μιας μεγάλης μητρόπολης
με μια εκτεταμένη αστική
ακτογραμμή περίπου 40
χιλιομέτρων.
Όπως χαρακτηριστικά
αναφέρει, όσοι αναζητούν
αποκλειστικά τη λάμψη
και την πολυτέλεια ενός
προορισμού όπως το Μόντε
Κάρλο μπορούν να
επιλέξουν το ίδιο το
Μόντε Κάρλο. Η Ελλάδα,
αντίθετα, προσελκύει
όσους αναζητούν έναν
πραγματικό τόπο ζωής και
όχι ένα τεχνητά
διαμορφωμένο περιβάλλον
πολυτελούς διαμονής.
Η ποιότητα ζωής ως
βασικό κίνητρο
μετεγκατάστασης
Ενδεικτική είναι η
περίπτωση μιας
οικογένειας που
μετακόμισε από το
Βερολίνο στην Αθηναϊκή
Ριβιέρα πριν από περίπου
έναν χρόνο, αξιοποιώντας
το φορολογικό καθεστώς
non-dom.
Για το ζευγάρι με τα δύο
μικρά παιδιά, η απόφαση
δεν βασίστηκε πρωτίστως
στη φορολογική
ελάφρυνση, αλλά στην
επιθυμία για έναν
διαφορετικό τρόπο ζωής.
Η οικογένεια αναζητούσε
έναν τόπο κοντά στη
θάλασσα, με τις
δυνατότητες και τις
υποδομές μιας μεγάλης
πόλης, πρόσβαση σε
διεθνή σχολεία και
εύκολες αεροπορικές
συνδέσεις με τη
Γερμανία. Όπως εξηγεί η
μητέρα, ήθελαν να ζήσουν
τη μεσογειακή
καθημερινότητα όσο τα
παιδιά τους είναι ακόμη
μικρά.
Προς το παρόν επέλεξαν
να νοικιάσουν κατοικία
και όχι να αγοράσουν,
καθώς δεν είχαν ακόμη
καταλήξει στην περιοχή
που τους εξυπηρετεί
περισσότερο ούτε στον
χρονικό ορίζοντα
παραμονής τους.
Το κόστος ζωής
αποδείχθηκε περίπου 20%
υψηλότερο σε σχέση με τη
Γερμανία, κυρίως
εξαιτίας του ενοικίου,
του ηλεκτρικού ρεύματος,
των διδάκτρων σε διεθνές
σχολείο και της
μεγαλύτερης εξάρτησης
από το αυτοκίνητο. Παρά
τις πρόσθετες δαπάνες, η
οικογένεια θεωρεί ότι η
ποιότητα ζωής έχει
βελτιωθεί αισθητά, καθώς
περνά περισσότερο χρόνο
σε εξωτερικούς χώρους
και αξιοποιεί την
εγγύτητα στη θάλασσα και
στα κοντινά νησιά.
Περιορισμένη προσφορά
και άνοδος των πολυτελών
κατοικιών
Η αυξημένη διεθνής
ζήτηση συναντά, ωστόσο,
μια αγορά με
περιορισμένη προσφορά
σύγχρονων κατοικιών
υψηλών προδιαγραφών.
Ο Σαββαΐδης εκτιμά ότι η
ελληνική αγορά ακινήτων
παραμένει μικρή σε σχέση
με τις ανάγκες που
αρχίζουν να
διαμορφώνονται και ότι η
διεύρυνση της προσφοράς
θα απαιτήσει μεγάλα
αναπτυξιακά έργα.
Τα στοιχεία των
συναλλαγών επιβεβαιώνουν
την κινητικότητα στην
περιοχή. Σύμφωνα με
ανάλυση των
Financial
Times,
βασισμένη σε κυβερνητικά
δεδομένα, περισσότερα
από 4.000 οικιστικά
ακίνητα άλλαξαν
ιδιοκτησία στη Γλυφάδα,
τη Βούλα, τη Βουλιαγμένη
και τη Βάρη από το 2017.
Περίπου 1.200 από αυτές
τις συναλλαγές
πραγματοποιήθηκαν από
τον Ιανουάριο του 2024
έως τον Σεπτέμβριο του
2026.
Η σημερινή στενότητα
στην προσφορά έχει τις
ρίζες της στη δεκαετή
κρίση, κατά τη διάρκεια
της οποίας η οικοδομική
δραστηριότητα σχεδόν
μηδενίστηκε. Η
περιορισμένη παραγωγή
νέων κατοικιών έρχεται
πλέον αντιμέτωπη με την
αυξανόμενη ζήτηση από
Έλληνες και ξένους
αγοραστές, ιδιαίτερα για
ακίνητα με θέα στη
θάλασσα, σύγχρονες
υποδομές, ασφάλεια και
υπηρεσίες υψηλού
επιπέδου.
Στο συγκρότημα
Apollo
Hills
στη Βούλα, για
παράδειγμα, ένα
διαμέρισμα 200-250
τετραγωνικών μέτρων, με
τρία ή τέσσερα
υπνοδωμάτια,
διαμορφώνεται σε τιμή
περίπου 2,5 εκατ. ευρώ,
σύμφωνα με τον Σαββαΐδη.
Η Μπιλλίρη παρατηρεί ότι
η αγορά πολυτελών
κατοικιών έχει
επιταχύνει σημαντικά την
πορεία της από το 2022.
Ο όγκος των πωλήσεων στο
μεσιτικό της γραφείο
έχει αυξηθεί κατά 50%,
ενώ οι τιμές στα ακίνητα
υψηλών προδιαγραφών
έχουν κινηθεί ακόμη πιο
δυναμικά.
Σύμφωνα με την ίδια, τα
10.000 ευρώ ανά
τετραγωνικό μέτρο δεν
αποτελούν πλέον ανώτατο
σημείο αναφοράς για τα
πολυτελή ρετιρέ. Τα
νεόδμητα διαμερίσματα
μπορούν να διατεθούν
προς 15.000-20.000 ευρώ
ανά τετραγωνικό μέτρο,
ενώ σε ορισμένα από τα
πλέον αποκλειστικά έργα
οι τιμές προσεγγίζουν
ακόμη και τα 30.000
ευρώ.
Χαρακτηριστικά
παραδείγματα αποτελούν
δύο κατοικίες που
διατίθενται αυτή την
περίοδο στην αγορά. Στη
Γλυφάδα, το «Atlantia»,
ένα διώροφο ρετιρέ 276
τετραγωνικών μέτρων με
τρία υπνοδωμάτια,
ιδιωτική πισίνα,
κοινόχρηστους χώρους
ευεξίας και υπηρεσίες
θυρωρείου, προσφέρεται
προς 3,4 εκατ. ευρώ.
Στη Βουλιαγμένη, η
κατοικία «Chrysalis»,
επιφάνειας 500
τετραγωνικών μέτρων και
σε μικρή απόσταση από τη
θάλασσα, διατίθεται προς
6,75 εκατ. ευρώ.
Διαθέτει γυάλινες
επιφάνειες,
διαμορφωμένους κήπους,
ιδιωτική πισίνα,
τζακούζι στην ταράτσα,
γυμναστήριο και ιδιωτικό
κινηματογράφο.
Οι διεθνείς αγοραστές
αναζητούν συνήθως
μεγάλες κατοικίες,
επιφάνειας 150-200
τετραγωνικών μέτρων, με
τουλάχιστον τρία
υπνοδωμάτια και θέα στη
θάλασσα. Σύμφωνα με τον
Ιωάννου, πολλοί εξ αυτών
πραγματοποιούν τις
αγορές χωρίς τραπεζικό
δανεισμό, ενώ εμφανίζουν
σαφή προτίμηση στα
νεόδμητα διαμερίσματα
έναντι των παραδοσιακών
μονοκατοικιών.
Αρκετοί, μάλιστα, είναι
διατεθειμένοι να
αγοράσουν ακίνητα που
βρίσκονται ακόμη στο
στάδιο του σχεδιασμού ή
της κατασκευής. Ο ίδιος
αναφέρει ότι
συνεργάζεται με τρεις
Βρετανούς αγοραστές,
καθένας από τους οποίους
διαθέτει προϋπολογισμό
περίπου 2,5 εκατ. ευρώ
και επιθυμούσε να
ολοκληρώσει την αγορά
του έως τα τέλη
Οκτωβρίου, εν μέσω
ανησυχιών για τις
φορολογικές υποχρεώσεις
στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Η Μπιλλίρη παρατηρεί
επίσης αυξανόμενο
ενδιαφέρον από κατοίκους
του Λονδίνου, αρκετοί
από τους οποίους
εξετάζουν τη μεταφορά
των επιχειρήσεών τους
στην Ελλάδα. Δεν έχουν,
ωστόσο, όλοι πρόθεση
μόνιμης εγκατάστασης.
Για ορισμένους, η αγορά
ακινήτου αποτελεί
επιλογή με ορίζοντα
περίπου πενταετίας,
διατηρώντας ανοιχτό το
ενδεχόμενο επιστροφής
στη Βρετανία.
Ενδιαφέρον καταγράφεται
επίσης από την Αυστραλία
και τη Μέση Ανατολή. Η
γεωπολιτική αβεβαιότητα
ωθεί ορισμένους εύπορους
αγοραστές στην αναζήτηση
εναλλακτικών επιλογών
κατοικίας, με την Ελλάδα
να λειτουργεί ως πιθανός
δεύτερος ή τρίτος τόπος
εγκατάστασης.
Το Ελληνικό φιλοδοξεί να
δημιουργήσει έναν νέο
πόλο διεθνούς κατοικίας
Στο επίκεντρο της
μεγάλης αλλαγής στην
Αθηναϊκή Ριβιέρα
βρίσκεται η ανάπλαση του
πρώην αεροδρομίου στο
Ελληνικό. Το έργο
προβλέπει τη δημιουργία
μιας νέας παραθαλάσσιας
περιοχής με κατοικίες,
ξενοδοχεία, εμπορικές
χρήσεις, χώρους αναψυχής
και ένα μεγάλο
μητροπολιτικό πάρκο.
Κεντρικό στοιχείο του
σχεδιασμού είναι και ο
νέος παραθαλάσσιος
οικιστικός ουρανοξύστης.
Ο Ιωάννου περιγράφει το
Ελληνικό ως ένα έργο που
θα αλλάξει ριζικά την
εικόνα της περιοχής,
κάνοντας λόγο για ένα
«μίνι Ντουμπάι», η
πλήρης ανάπτυξη του
οποίου αναμένεται να
χρειαστεί περίπου μία
δεκαετία.
Σύμφωνα με τον Άλεξ
Μουλά, επικεφαλής
εμπορικό διευθυντή του
έργου, από τις περίπου
1.300 οικιστικές μονάδες
έχουν ήδη πωληθεί
850-900. Οι Έλληνες
αγοραστές
αντιπροσωπεύουν περίπου
το 55%, ενώ ένα επιπλέον
20%-25% προέρχεται από
την ελληνική διασπορά.
Η συμμετοχή των ξένων
αγοραστών έχει αυξηθεί
αισθητά. Ενώ τα πρώτα
χρόνια αντιστοιχούσαν
περίπου στο 20% των
πωλήσεων, από το 2023
και μετά το ποσοστό τους
φθάνει σε ορισμένες
περιπτώσεις το 40%. Στην
πρώτη θέση βρίσκονται οι
Αμερικανοί, ενώ
ακολουθούν αγοραστές από
τη Βρετανία, τη Γερμανία
και την Ελβετία.
Ως προς τη χρήση των
κατοικιών, περίπου το
ένα τρίτο των αγοραστών
σχεδιάζει να
εγκατασταθεί στο
Ελληνικό ως κύρια
κατοικία, ένα ακόμη
τρίτο προορίζει το
ακίνητο για εξοχική
χρήση, ενώ οι υπόλοιποι
αντιμετωπίζουν την αγορά
κυρίως ως επενδυτική
τοποθέτηση.
Η ανάπτυξη συνοδεύεται
και από νέες υποδομές
εκπαίδευσης. Η
Inspired
Education,
που διαχειρίζεται 127
σχολεία σε έξι ηπείρους,
κατασκευάζει στο
Ελληνικό ένα νέο σχολικό
συγκρότημα, με
προγραμματισμένη έναρξη
λειτουργίας τον
Σεπτέμβριο του 2028.
Ο διευθύνων σύμβουλος
της εταιρείας, Ναντίμ
Νσούλι, αναφέρει ότι
αρχικά το έργο είχε
σχεδιαστεί με βασικό
προσανατολισμό τις
ελληνικές οικογένειες.
Ωστόσο, το αυξανόμενο
ενδιαφέρον από το
εξωτερικό έχει αλλάξει
τις εκτιμήσεις, με τους
Έλληνες μαθητές να
αναμένεται πλέον να
αποτελούν περίπου το
60%-70% του συνολικού
μαθητικού πληθυσμού.
Η ολοκλήρωση του
Ελληνικού, πάντως, θα
απαιτήσει χρόνο. Για
όσους επιθυμούν να
εγκατασταθούν άμεσα στην
περιοχή, η αναμονή
αρκετών ετών δεν
αποτελεί απαραίτητα
επιλογή. Έτσι, η ζήτηση
κατευθύνεται και προς
τις ήδη ανεπτυγμένες
γειτονικές περιοχές,
όπως η Γλυφάδα, η Βούλα
και το Καβούρι.
Το μεγάλο στοίχημα είναι
να παραμείνουν στην
Ελλάδα
Παρά τη θετική δυναμική,
η προσέλκυση εύπορων
κατοίκων δεν αποτελεί
παρά την πρώτη φάση της
προσπάθειας. Η
πραγματική πρόκληση
είναι να δημιουργηθούν
οι συνθήκες που θα τους
πείσουν να παραμείνουν
στη χώρα και να
αναπτύξουν εδώ τις
επαγγελματικές και
οικογενειακές τους
δραστηριότητες.
Ένα από τα βασικά
ζητήματα που θέτουν οι
ενδιαφερόμενοι αφορά τη
σταθερότητα του
φορολογικού πλαισίου. Η
Ελίνα Φιλίππου αναφέρει
ότι οι υποψήφιοι πελάτες
της ρωτούν συχνά κατά
πόσο τα συγκεκριμένα
κίνητρα θα διατηρηθούν
και τα επόμενα χρόνια,
δεδομένου ότι η Ελλάδα
έχει στο παρελθόν
προχωρήσει σε συχνές
αλλαγές φορολογικών
κανόνων.
Η ίδια εκτιμά ότι τα
προγράμματα έχουν πλέον
ευρύτερη πολιτική
στήριξη. Ωστόσο,
προειδοποιεί ότι η
δημιουργία ενός ισχυρού
διεθνούς κλάδου
χρηματοοικονομικών
υπηρεσιών βρίσκεται
ακόμη σε πρώιμο στάδιο.
Για να εδραιωθεί η
παρουσία ξένων
οικογενειών και
επιχειρήσεων,
χρειάζονται περισσότερα
ποιοτικά ακίνητα,
σύγχρονοι χώροι
γραφείων, διεθνή σχολεία
και υπηρεσίες που να
ανταποκρίνονται στις
απαιτήσεις τους.
Η εκπαίδευση αποτελεί
έναν από τους πλέον
καθοριστικούς
παράγοντες. Όπως
επισημαίνει ο Νσούλι, η
διαθεσιμότητα ενός καλού
σχολείου είναι συχνά από
τα πρώτα ζητήματα που
εξετάζει μια οικογένεια
πριν αποφασίσει να
μετακομίσει. Αναφέρει,
μάλιστα, περιπτώσεις στο
Μονακό όπου
ενδιαφερόμενες
οικογένειες εγκατέλειψαν
την ιδέα της
μετεγκατάστασης επειδή
δεν βρήκαν διαθέσιμες
θέσεις σε διεθνή
σχολεία.
Για την οικογένεια που
μετακόμισε από το
Βερολίνο, τα φορολογικά
οφέλη λειτούργησαν ως
πρόσθετο πλεονέκτημα και
όχι ως ο βασικός λόγος
της επιλογής. Η μητέρα
εκτιμά ότι ακόμη και
χωρίς το συγκεκριμένο
κίνητρο, η Αθήνα θα
μπορούσε και πάλι να
είχε επιλεγεί έναντι
άλλων ευρωπαϊκών πόλεων,
όπως η Βαρκελώνη.
Η προσαρμογή, πάντως,
δεν ήταν χωρίς
δυσκολίες. Η οικογένεια
δηλώνει ικανοποιημένη
από το σχολείο των
παιδιών και την πρόσβαση
σε υπηρεσίες υγείας,
αλλά διαπίστωσε ότι η
ελληνική γραφειοκρατία
είναι δύσκολη στην
αντιμετώπισή της χωρίς
τη συνδρομή
επαγγελματιών.
Παράλληλα, η απόσταση
από τους συγγενείς στη
Γερμανία και η δυσκολία
εκμάθησης της ελληνικής
γλώσσας λειτουργούν ως
ανασταλτικοί παράγοντες
για μια οριστική
εγκατάσταση.
Για την ώρα, η
μετακόμιση
αντιμετωπίζεται
περισσότερο ως ένα
πείραμα τριών έως πέντε
ετών παρά ως μια μόνιμη
αλλαγή ζωής.
Η ιστορία αυτή
αποτυπώνει ίσως και το
βασικό δίλημμα της νέας
εποχής για την Αθηναϊκή
Ριβιέρα. Η Ελλάδα
γίνεται ολοένα πιο
ελκυστική για διεθνή
κεφάλαια και εύπορους
αγοραστές, αλλά η
διατήρηση αυτής της
δυναμικής απαιτεί κάτι
πολύ περισσότερο από
φορολογικά κίνητρα και
πολυτελείς κατοικίες.
Την ίδια στιγμή, η
μεταμόρφωση των νότιων
προαστίων έχει και μια
άλλη πλευρά. Για τους
παλαιότερους κατοίκους,
η σταδιακή εξαφάνιση των
παλιών μονοκατοικιών
σημαίνει ότι χάνεται ένα
κομμάτι της ιστορίας και
της ταυτότητας των
γειτονιών. Όπως
επισημαίνει η Ελένη
Παπαδοπούλου, μαζί με τα
σπίτια εξαφανίζονται και
οι οικογενειακές μνήμες
που συνδέονταν με αυτά.
Το στοίχημα, επομένως,
δεν είναι μόνο να
προσελκύσει η Ελλάδα
περισσότερους εύπορους
κατοίκους, αλλά να
καταφέρει να συνδυάσει
τη διεθνή ανάπτυξη με τη
διατήρηση της
φυσιογνωμίας και της
ποιότητας ζωής που
κάνουν την Αθήνα και την
παραλιακή της ζώνη
ξεχωριστές.
|