|
Ο νέος επικεφαλής της
Fed
επικράτησε των υπόλοιπων
υποψηφίων χάρη στην
έντονη κριτική που είχε
ασκήσει στη σημερινή
διοίκηση της κεντρικής
τράπεζας, στη στήριξή
του σε χαμηλότερα
επιτόκια στο παρελθόν
και στις στενές σχέσεις
του με τον πρόεδρο
Donald
Trump.
Ωστόσο, η συγκυρία που
αναλαμβάνει ενδέχεται να
τον οδηγήσει σε πολύ πιο
σκληρές αποφάσεις από
όσες αρχικά αναμένονταν.
Η Fed
βρίσκεται αντιμέτωπη με
πληθωριστικές πιέσεις
που ενισχύονται από
πολλαπλά μέτωπα: τις
υψηλές τιμές πετρελαίου
λόγω του πολέμου
ΗΠΑ–Ισραήλ με το Ιράν,
τους αυξημένους δασμούς
στις εισαγωγές, αλλά και
τη ραγδαία εξάπλωση της
τεχνητής νοημοσύνης, η
οποία αυξάνει σημαντικά
τη ζήτηση για ενέργεια,
data
centers
και τεχνολογικές
υποδομές.
Την ίδια ώρα, οι αγορές
ομολόγων στέλνουν ολοένα
και πιο έντονα σήματα
ανησυχίας. Οι αποδόσεις
των αμερικανικών
κρατικών τίτλων
ανεβαίνουν, καθώς οι
επενδυτές φοβούνται ότι
ο πληθωρισμός θα
παραμείνει υψηλότερος
για μεγαλύτερο διάστημα.
Παράλληλα, οι
χρηματοοικονομικές
συνθήκες στις ΗΠΑ
εξακολουθούν να
θεωρούνται χαλαρές, με
τις μετοχές να κινούνται
κοντά σε ιστορικά υψηλά,
τροφοδοτούμενες κυρίως
από τον ενθουσιασμό γύρω
από την AI.
Καθοριστική ήταν και η
δημόσια παρέμβαση του
διοικητή της Fed
Christopher
Waller,
ο οποίος εγκατέλειψε την
πιο ήπια στάση που
διατηρούσε το
προηγούμενο διάστημα και
υποστήριξε ότι η
κεντρική τράπεζα δεν θα
πρέπει πλέον να θεωρεί
πιθανότερη μια μείωση
επιτοκίων από μια
αύξηση. Ο Γουόλερ
σημείωσε ότι η
Fed
οφείλει να εγκαταλείψει
τη «μεροληψία υπέρ της
χαλάρωσης», καθώς τα
πρόσφατα στοιχεία
δείχνουν ότι οι
πληθωριστικές πιέσεις
εξαπλώνονται σε ολόκληρη
την οικονομία.
Η τοποθέτησή του
ενίσχυσε τις προσδοκίες
των αγορών ότι η
αμερικανική κεντρική
τράπεζα ίσως χρειαστεί
να αυξήσει ξανά τα
επιτόκια εντός του
έτους, παρά τις
πολιτικές πιέσεις για
φθηνότερο χρήμα.
Ο Γουόρς έχει
επανειλημμένα
υποστηρίξει ότι «ο
πληθωρισμός είναι
επιλογή της Fed»,
υπογραμμίζοντας ότι η
κεντρική τράπεζα
διαθέτει τα εργαλεία για
να περιορίσει τις
πληθωριστικές πιέσεις
μέσω της πολιτικής
επιτοκίων. Ωστόσο, η
εφαρμογή μιας πιο
επιθετικής πολιτικής
ενδέχεται να συγκρουστεί
τόσο με τις
προτεραιότητες της
κυβέρνησης Τραμπ όσο και
με τη δεύτερη αποστολή
της Fed,
που αφορά τη στήριξη της
απασχόλησης και της
οικονομικής ανάπτυξης.
Στο επίκεντρο βρίσκεται
πλέον η επόμενη
συνεδρίαση της
Fed
στις 16-17 Ιουνίου, όπου
οι αξιωματούχοι θα
αποφασίσουν για την
πορεία των επιτοκίων και
θα παρουσιάσουν νέες
προβλέψεις για την
οικονομία. Ιδιαίτερο
ενδιαφέρον συγκεντρώνει
το αν ο Γουόρς θα
παρουσιάσει τη δική του
εκτίμηση για τα επιτόκια
έως το τέλος του έτους
μέσω του γνωστού “dot
plot”,
αποκαλύπτοντας αν
προσεγγίζει τη γραμμή
των υπολοίπων μελών ή αν
θα κινηθεί πιο
επιθετικά.
Οι αποφάσεις της
Fed
αποκτούν ακόμη
μεγαλύτερη σημασία καθώς
επηρεάζουν άμεσα το
κόστος δανεισμού για
νοικοκυριά και
επιχειρήσεις, από τα
στεγαστικά δάνεια μέχρι
τις πιστωτικές κάρτες
και τη χρηματοδότηση
επενδύσεων. Παράλληλα, ο
πληθωρισμός παραμένει
ένα από τα πιο πολιτικά
ευαίσθητα ζητήματα στις
ΗΠΑ, καθώς η ακρίβεια
συνεχίζει να πιέζει τα
αμερικανικά νοικοκυριά
και να δοκιμάζει τη
βασική προεκλογική
υπόσχεση του Τραμπ για
«οικονομικά προσιτή
Αμερική».
Σε αυτό το περιβάλλον, ο
Κέβιν Γουόρς καλείται να
ισορροπήσει ανάμεσα στην
ανάγκη περιορισμού του
πληθωρισμού, στις
πιέσεις των αγορών, στις
πολιτικές προσδοκίες του
Λευκού Οίκου και στην
αβεβαιότητα που
δημιουργεί η νέα εποχή
της τεχνητής νοημοσύνης
στην παγκόσμια
οικονομία.
|