|
Οι πιέσεις στους
κρατικούς
προϋπολογισμούς
εντείνονται το 2026,
εξαιτίας των ενεργειακών
επιδοτήσεων, της αύξησης
των αμυντικών δαπανών,
του σταδιακά υψηλότερου
κόστους εξυπηρέτησης του
χρέους και των
δημογραφικών εξελίξεων.
Σε αυτό το περιβάλλον, η
Ελλάδα, η Κύπρος και η
Πορτογαλία εμφανίζουν
συγκριτικό πλεονέκτημα,
χάρη στη δημοσιονομική
πειθαρχία και στην
υποχώρηση του δημόσιου
χρέους τους.
Ελλάδα: Συνεχίζεται η
αποκλιμάκωση του χρέους
έως το 129,4% το 2028
Η Fitch
διατηρεί την
πιστοληπτική αξιολόγηση
της Ελλάδας στη βαθμίδα
«BBB»
με σταθερές προοπτικές,
αναγνωρίζοντας τη
σημαντική πρόοδο που
έχει επιτευχθεί τα
τελευταία χρόνια στη
δημοσιονομική και
μακροοικονομική
προσαρμογή.
Η συμμετοχή στην
Ευρωπαϊκή Ένωση και στην
ευρωζώνη, η ενίσχυση των
οικονομικών θεμελιωδών
μεγεθών και η μεγαλύτερη
αξιοπιστία της
οικονομικής πολιτικής
αποτελούν βασικούς
παράγοντες που στηρίζουν
την αξιολόγηση της
χώρας.
Το δημόσιο χρέος της
γενικής κυβέρνησης
μειώθηκε κατά σχεδόν 20
ποσοστιαίες μονάδες την
περίοδο 2024-2025,
υποχωρώντας στο 146,1%
του ΑΕΠ το 2025. Η
εξέλιξη αυτή αποδίδεται
στην ανθεκτική
οικονομική ανάπτυξη και
στην επίτευξη
δημοσιονομικών
πλεονασμάτων.
Η αποκλιμάκωση
αναμένεται να συνεχιστεί
τα επόμενα χρόνια, με τη
Fitch
να προβλέπει ότι ο
δείκτης χρέους θα
διαμορφωθεί στο 139,3%
του ΑΕΠ το 2026, στο
134,1% το 2027 και στο
129,4% το 2028. Με βάση
το βασικό σενάριο του
οίκου, το χρέος θα
μπορούσε να προσεγγίσει
το 120% του ΑΕΠ έως το
2030.
Παρά τη σημαντική
βελτίωση, το ελληνικό
χρέος εξακολουθεί να
αποτελεί την κυριότερη
αδυναμία της
πιστοληπτικής εικόνας
της χώρας. Παραμένει
περίπου 2,5 φορές
υψηλότερο από το διάμεσο
επίπεδο του 58% του ΑΕΠ
για τις χώρες που
κατατάσσονται στην
κατηγορία «BBB».
Το
ευνοϊκό προφίλ
χρηματοδότησης
λειτουργεί ως ασπίδα
Ένα από τα σημαντικότερα
πλεονεκτήματα της
Ελλάδας είναι η
διάρθρωση του δημόσιου
χρέους. Η μέση διάρκειά
του ανέρχεται σε περίπου
19 χρόνια, ενώ το κόστος
εξυπηρέτησης παραμένει
ευνοϊκό, περιορίζοντας
την άμεση έκθεση του
Δημοσίου στις
διακυμάνσεις των αγορών
ομολόγων.
Παράλληλα, τα ταμειακά
διαθέσιμα βρίσκονται σε
ιστορικά υψηλά επίπεδα,
προσφέροντας σημαντική
ευχέρεια στη διαχείριση
των χρηματοδοτικών
αναγκών. Τα αποθέματα
αυτά επιτρέπουν την
πρόωρη αποπληρωμή
διμερών δανείων και
καλύπτουν τις λήξεις του
δημόσιου χρέους για τα
επόμενα τρία χρόνια.
Η Fitch
επισημαίνει επίσης ότι
το μέσο επιτόκιο του
υφιστάμενου χρέους
διαμορφώνεται περίπου
στο 1,5%, αισθητά
χαμηλότερα από τον
εκτιμώμενο ονομαστικό
ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ, ο
οποίος βρίσκεται κοντά
στο 4%.
Η διαφορά αυτή ευνοεί τη
δυναμική του χρέους,
καθώς η ονομαστική
οικονομική ανάπτυξη
συμβάλλει στη μείωση του
λόγου χρέους προς ΑΕΠ,
υπό την προϋπόθεση ότι
διατηρούνται οι
δημοσιονομικές
επιδόσεις.
Ανάπτυξη 1,7% το 2026
και επιτάχυνση στο 1,9%
την επόμενη διετία
Για την ελληνική
οικονομία, η
Fitch
προβλέπει επιβράδυνση
του ρυθμού ανάπτυξης στο
1,7% το 2026, από 2,1%
το 2025. Βασικός
παράγοντας που
επιβαρύνει τις
προοπτικές είναι οι
επιπτώσεις του πολέμου
μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν.
Για το 2027 και το 2028,
ο οίκος εκτιμά ότι η
ανάπτυξη θα διαμορφωθεί
στο 1,9% ετησίως. Η
τελευταία χρονιά της
επενδυτικής ώθησης από
το ευρωπαϊκό πρόγραμμα
NextGenerationEU
αναμένεται να στηρίξει
την οικονομική
δραστηριότητα το 2026.
Η εγχώρια ζήτηση θα
παραμείνει ο βασικός
μοχλός ανάπτυξης, με τη
βελτίωση των οικονομικών
των νοικοκυριών, τη
συνεχιζόμενη αύξηση της
απασχόλησης και τις
υψηλότερες επενδύσεις να
ενισχύουν την κατανάλωση
και την παραγωγική
δραστηριότητα.
Σε μεσοπρόθεσμο
ορίζοντα, η Fitch
υπολογίζει τον δυνητικό
ρυθμό ανάπτυξης της
ελληνικής οικονομίας
περίπου στο 2%. Η
διατήρηση αυτής της
δυναμικής θα μπορούσε να
συμβάλει στη σταδιακή
σύγκλιση του εισοδήματος
της χώρας με τον μέσο
όρο της ευρωζώνης.
Ο πληθωρισμός αναμένεται
να διαμορφωθεί στο 3,6%
το 2026, πριν υποχωρήσει
στο 2,8% το 2027 και στο
2,4% το 2028.
Στο δημοσιονομικό πεδίο,
ο οίκος προβλέπει
συνολικό πλεόνασμα 0,3%
του ΑΕΠ τόσο το 2026 όσο
και το 2027, με
περαιτέρω βελτίωση στο
0,4% το 2028.
Ωστόσο, εξακολουθούν να
υπάρχουν διαρθρωτικές
αδυναμίες που συνδέονται
με την κληρονομιά της
κρίσης δημόσιου χρέους.
Σε αυτές περιλαμβάνονται
το υψηλό επίπεδο του
χρέους, η σημαντική
απώλεια οικονομικού
προϊόντος κατά την
προηγούμενη περίοδο, οι
επίμονες εξωτερικές
ανισορροπίες και οι
ενδεχόμενες υποχρεώσεις
που μπορεί να προκύψουν
από τον τραπεζικό τομέα.
Τι
θα μπορούσε να οδηγήσει
σε νέα αναβάθμιση της
Ελλάδας
Η περαιτέρω αποκλιμάκωση
του δημόσιου χρέους
αποτελεί τον βασικό
παράγοντα που θα
μπορούσε να στηρίξει μια
θετική μεταβολή της
πιστοληπτικής
αξιολόγησης της χώρας.
Σύμφωνα με τη
Fitch,
σημαντική συμβολή θα
είχαν η διατήρηση υψηλών
πρωτογενών πλεονασμάτων
και η ανθεκτική
οικονομική ανάπτυξη, οι
οποίες θα επέτρεπαν τη
συνέχιση της πτωτικής
πορείας του χρέους ως
ποσοστού του ΑΕΠ.
Θετικά θα μπορούσε
επίσης να λειτουργήσει η
βελτίωση των
μεσοπρόθεσμων
αναπτυξιακών προοπτικών,
μέσα από υψηλότερες
επενδύσεις και την
εφαρμογή διαρθρωτικών
μεταρρυθμίσεων.
Στον αντίποδα, αρνητική
εξέλιξη για την
αξιολόγηση θα αποτελούσε
η ανακοπή της
αποκλιμάκωσης του
χρέους, ιδιαίτερα εάν
οφειλόταν σε διαρθρωτική
δημοσιονομική χαλάρωση ή
στην εμφάνιση σημαντικών
πρόσθετων υποχρεώσεων
για το Δημόσιο.
Κίνδυνο θα συνιστούσε
επίσης ένα σοβαρό πλήγμα
στις μεσοπρόθεσμες
αναπτυξιακές δυνατότητες
της οικονομίας, το οποίο
θα επιδείνωνε παράλληλα
τις εξωτερικές
ανισορροπίες.
Κύπρος και Πορτογαλία:
Σημαντική βελτίωση των
δημοσιονομικών μεγεθών
Η Ελλάδα δεν είναι η
μόνη χώρα της ευρωπαϊκής
περιφέρειας που
εμφανίζει θετική
δημοσιονομική εικόνα. Η
Πορτογαλία και η Κύπρος
συγκαταλέγονται επίσης
στις χώρες που
επωφελούνται από τη
μείωση του δημόσιου
χρέους και τις καλύτερες
δημοσιονομικές
επιδόσεις.
Η Fitch
αναβάθμισε την
Πορτογαλία στη βαθμίδα «A+»
με σταθερές προοπτικές
τον Σεπτέμβριο,
επικαλούμενη την
ενίσχυση των δημόσιων
οικονομικών, τη
συνεχιζόμενη
αποκλιμάκωση του χρέους
και τις επιδόσεις που
υπερβαίνουν εκείνες
χωρών με αντίστοιχη
πιστοληπτική αξιολόγηση.
Το δημόσιο χρέος της
Πορτογαλίας προβλέπεται
να μειωθεί από 89,7% του
ΑΕΠ το 2025 σε 82,9% το
2028.
Ακόμη πιο έντονη
αναμένεται να είναι η
αποκλιμάκωση στην Κύπρο,
η οποία αποτελεί τη
μοναδική χώρα της
Δυτικής Ευρώπης στην
έκθεση με θετικές
προοπτικές αξιολόγησης.
Η Fitch
διατηρεί την κυπριακή
αξιολόγηση στη βαθμίδα «A-»
και εκτιμά ότι το
δημόσιο χρέος θα
υποχωρήσει από 55% του
ΑΕΠ το 2025 σε 41,4% το
2028.
Η εξέλιξη αυτή
στηρίζεται στα υψηλά
πρωτογενή πλεονάσματα
και στον ισχυρό ρυθμό
ονομαστικής ανάπτυξης
της κυπριακής
οικονομίας.
Γαλλία, Ιταλία και
Γερμανία υπό αυξανόμενη
δημοσιονομική πίεση
Σε αντίθεση με την
εικόνα της Ελλάδας, της
Κύπρου και της
Πορτογαλίας, αρκετές
μεγάλες ευρωπαϊκές
οικονομίες
αντιμετωπίζουν δυσκολίες
στον περιορισμό του
δημόσιου χρέους και των
ελλειμμάτων τους.
Στη Γαλλία, η οποία
αξιολογείται με «A+»
και σταθερές προοπτικές,
το δημόσιο χρέος
προβλέπεται να αυξηθεί
από 115,7% του ΑΕΠ το
2025 σε 124% το 2028. Οι
δυσκολίες περιορισμού
των δημοσιονομικών
ελλειμμάτων, το
υψηλότερο κόστος
δανεισμού και η πολιτική
αβεβαιότητα ενόψει των
εκλογών του 2027
επιβαρύνουν τις
προοπτικές.
Στην Ιταλία, με
αξιολόγηση «BBB+»
και σταθερές προοπτικές,
το χρέος αναμένεται να
κορυφωθεί στο 138,2% του
ΑΕΠ το 2026, προτού
υποχωρήσει οριακά στο
137,8% το 2028.
Αυξητικές πιέσεις
προβλέπονται και για τη
Γερμανία, παρά το
γεγονός ότι διατηρεί την
κορυφαία αξιολόγηση «AAA».
Η αύξηση των δαπανών για
υποδομές και άμυνα
αναμένεται να οδηγήσει
το δημόσιο χρέος στο
68,3% του ΑΕΠ το 2028,
από 62,7% το 2025.
Οι προβλέψεις αυτές
υπογραμμίζουν τη
διαφορετική
δημοσιονομική αφετηρία
των ευρωπαϊκών κρατών,
καθώς οι αυξημένες
ανάγκες για άμυνα,
υποδομές και κοινωνικές
δαπάνες περιορίζουν τα
περιθώρια προσαρμογής,
ιδιαίτερα στις χώρες με
ήδη υψηλό χρέος.
Οι αποδόσεις των
ομολόγων και ο κίνδυνος
υψηλότερου κόστους
δανεισμού
Η Fitch
σημειώνει ότι η άνοδος
των αποδόσεων των
κρατικών ομολόγων μετά
την έναρξη του πολέμου
μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν
ενδέχεται να υπερεκτιμά
τον άμεσο κίνδυνο για
τους κρατικούς
προϋπολογισμούς.
Ο βασικός λόγος είναι
ότι το δημόσιο χρέος των
περισσότερων
δυτικοευρωπαϊκών κρατών
έχει σχετικά μεγάλη μέση
διάρκεια, με αποτέλεσμα
η αύξηση των αποδόσεων
στις αγορές να μην περνά
άμεσα στο σύνολο του
κόστους εξυπηρέτησης του
υφιστάμενου χρέους.
Ωστόσο, σε βάθος χρόνου,
τα υψηλότερα επιτόκια
αυξάνουν τις δαπάνες για
τόκους, περιορίζουν τα
διαθέσιμα δημοσιονομικά
περιθώρια και καθιστούν
δυσκολότερη την επίτευξη
των στόχων για τη μείωση
του χρέους.
Η συνολική εικόνα των
πιστοληπτικών προοπτικών
στη Δυτική Ευρώπη
παραμένει κατά κύριο
λόγο σταθερή. Καμία από
τις χώρες που
εξετάζονται στην έκθεση
δεν βρίσκεται σε
αρνητικές προοπτικές,
ενώ η Κύπρος αποτελεί τη
μοναδική περίπτωση με
θετικές προοπτικές.
Για την Ελλάδα, το
βασικό ζητούμενο είναι η
διατήρηση της
δημοσιονομικής
πειθαρχίας και της
αναπτυξιακής δυναμικής,
ώστε η συνεχιζόμενη
αποκλιμάκωση του χρέους
να μετατραπεί σε
διατηρήσιμο πλεονέκτημα
για την πιστοληπτική της
εικόνα και το κόστος
χρηματοδότησης της
οικονομίας.
|