|
Τους κινδύνους που
συνδέονται με τη
συγκέντρωση της αγοράς,
τον αθέμιτο ανταγωνισμό
και την ανεπαρκή κρατική
εποπτεία έχει επισημάνει
και ο πρόεδρος της
ΓΣΕΒΕΕ, Γιώργος
Καββαθάς. Όταν μια
μεγάλη αλυσίδα
αντιμετωπίζει
προβλήματα, οι συνέπειες
δεν περιορίζονται στα
κεντρικά της γραφεία,
αλλά μπορούν να
επηρεάσουν άμεσα
εκατοντάδες ανεξάρτητους
επιχειρηματίες που έχουν
επενδύσει σημαντικά
κεφάλαια για να
λειτουργήσουν
καταστήματα με το
εμπορικό της σήμα.
Η παγίδα της «έτοιμης
επιτυχίας»
Το franchise
προβάλλεται εδώ και
δεκαετίες ως ένας τρόπος
εισόδου στην
επιχειρηματικότητα με
μικρότερο ρίσκο. Αντί να
δημιουργήσει μια
επιχείρηση από το μηδέν,
ο επενδυτής αποκτά το
δικαίωμα χρήσης ενός
αναγνωρίσιμου σήματος
και εφαρμόζει ένα ήδη
δοκιμασμένο
επιχειρηματικό μοντέλο.
Η μητρική εταιρεία
παρέχει συνήθως
τεχνογνωσία, οργανωτικές
διαδικασίες, συστήματα
παραγγελιοληψίας και
υποστήριξη στη
λειτουργία του
καταστήματος. Η
αναγνωρισιμότητα του
εμπορικού σήματος
μπορεί, επίσης, να
διευκολύνει την
προσέλκυση πελατών.
Ωστόσο, το
επιχειρηματικό ρίσκο δεν
εξαφανίζεται. Σε μεγάλο
βαθμό, μεταφέρεται στον
δικαιοδόχο, ο οποίος
αναλαμβάνει την
επένδυση, τη μισθοδοσία,
τα ενοίκια και τις
καθημερινές λειτουργικές
δαπάνες, ενώ παραμένει
εξαρτημένος από τις
υποδομές και τις
αποφάσεις της μητρικής
εταιρείας.
Η εξάρτηση αυτή γίνεται
ιδιαίτερα επικίνδυνη
όταν ο δικαιοπάροχος
βρεθεί αντιμέτωπος με
φορολογικούς ελέγχους,
δεσμεύσεις τραπεζικών
λογαριασμών, δικαστικές
εμπλοκές ή κατασχέσεις.
Ένας δικαιοδόχος μπορεί
να τηρεί κανονικά τις
δικές του υποχρεώσεις,
να πληρώνει εγκαίρως
εργαζομένους,
προμηθευτές και φόρους,
αλλά να αντιμετωπίσει
ξαφνικά προβλήματα στη
λειτουργία του
καταστήματος. Η αδυναμία
προμήθειας πρώτων υλών,
η διακοπή πρόσβασης σε
κεντρικά συστήματα
παραγγελιοληψίας ή η
δυσλειτουργία μιας
εφαρμογής και ενός
τηλεφωνικού κέντρου
μπορούν να περιορίσουν
δραστικά τη
δραστηριότητά του.
Με άλλα λόγια, οι
κεντρικές υποδομές που
αποτελούν πλεονέκτημα
του franchise
μπορούν να εξελιχθούν σε
αδύναμο σημείο ολόκληρου
του δικτύου.
Η ζημιά στη φήμη
μεταφέρεται σε όλα τα
καταστήματα
Ένα από τα σημαντικότερα
στοιχεία για τα οποία
πληρώνει ο δικαιοδόχος
είναι η εμπορική φήμη
του σήματος. Το αρχικό
τίμημα εισόδου και τα
συνεχή δικαιώματα χρήσης
συνδέονται, μεταξύ
άλλων, με την προσδοκία
ότι η αναγνωρισιμότητα
της αλυσίδας θα
εξασφαλίσει πελατεία.
Όταν, όμως, το κεντρικό
εμπορικό σήμα βρεθεί στο
επίκεντρο αρνητικής
δημοσιότητας,
καταγγελιών ή υποθέσεων
που διερευνώνται από τις
Αρχές, οι επιπτώσεις
μπορεί να επεκταθούν σε
ολόκληρο το δίκτυο.
Ο καταναλωτής δεν
γνωρίζει πάντοτε ποιος
είναι ο ιδιοκτήτης κάθε
καταστήματος ούτε
διαχωρίζει τον
ανεξάρτητο δικαιοδόχο
από τη μητρική εταιρεία.
Έτσι, ακόμη και ένας
επιχειρηματίας που δεν
εμπλέκεται σε κάποια
υπόθεση μπορεί να
υποστεί απώλειες πελατών
και πτώση του τζίρου.
Την ίδια στιγμή, τα
σταθερά έξοδα
εξακολουθούν να
επιβαρύνουν την
επιχείρηση. Ενοίκια,
μισθοί, δανειακές
υποχρεώσεις και λοιπές
λειτουργικές δαπάνες δεν
μειώνονται αυτόματα όταν
περιορίζονται οι
πωλήσεις.
Για έναν μικρό
επιχειρηματία που έχει
επενδύσει τις
αποταμιεύσεις του ή έχει
αναλάβει δανειακές
υποχρεώσεις για να
ανοίξει ένα κατάστημα,
μια τέτοια εξέλιξη
μπορεί να απειλήσει
ακόμη και τη βιωσιμότητα
της επιχείρησής του.
Οι συμβάσεις
franchise
και η άνιση κατανομή του
κινδύνου
Στον πυρήνα του
προβλήματος βρίσκεται
συχνά η ασυμμετρία
ισχύος μεταξύ
δικαιοπαρόχου και
δικαιοδόχου. Οι
συμβάσεις
franchise
συντάσσονται συνήθως από
τη μητρική εταιρεία, η
οποία καθορίζει σε
μεγάλο βαθμό τους όρους
συνεργασίας, ενώ ο
μικρός επενδυτής έχει
περιορισμένα περιθώρια
διαπραγμάτευσης.
Οι βασικές πηγές πίεσης
για τον δικαιοδόχο
περιλαμβάνουν:
Δεσμευτικές προμήθειες:
Η υποχρέωση αγοράς
πρώτων υλών από τη
μητρική εταιρεία ή από
εγκεκριμένους
προμηθευτές μπορεί να
περιορίζει τις επιλογές
του επιχειρηματία και τη
δυνατότητά του να
αναζητήσει χαμηλότερες
τιμές.
Περιορισμένη τιμολογιακή
αυτονομία: Οι κεντρικά
καθορισμένες τιμές και
προσφορές ενδέχεται να
δυσκολεύουν την
προσαρμογή στις τοπικές
συνθήκες και στις
οικονομικές δυνατότητες
των πελατών.
Άνιση κατανομή του
επιχειρηματικού
κινδύνου: Η μητρική
μπορεί να εισπράττει
δικαιώματα βάσει του
κύκλου εργασιών, ενώ ο
δικαιοδόχος αναλαμβάνει
άμεσα τις ζημιές και τα
λειτουργικά έξοδα του
καταστήματος.
Η εξάρτηση μπορεί να
γίνει ακόμη πιο σύνθετη
όταν τα καταστήματα
χρησιμοποιούν
υποχρεωτικά κεντρικά
συστήματα ταμείων και
παραγγελιοληψίας. Εάν οι
φορολογικές Αρχές
διαπιστώσουν παρατυπίες
σε τέτοιες υποδομές, οι
δικαιοδόχοι ενδέχεται να
βρεθούν αντιμέτωποι με
πρόσθετες δυσκολίες και
ερωτήματα για τη
λειτουργία των
επιχειρήσεών τους.
Αυτό δεν σημαίνει ότι
κάθε δικαιοδόχος
ευθύνεται για τις
ενέργειες της μητρικής
εταιρείας. Αναδεικνύει,
όμως, την ανάγκη σαφούς
κατανομής των ευθυνών,
διαφάνειας στα συστήματα
που χρησιμοποιούνται και
επαρκούς προστασίας των
ανεξάρτητων
επιχειρηματιών.
Η συγκέντρωση της αγοράς
και ο ανταγωνισμός
Οι κίνδυνοι για τους
μικρούς δικαιοδόχους
εντάσσονται σε ένα
ευρύτερο πρόβλημα που
αφορά τη συγκέντρωση της
οικονομικής
δραστηριότητας σε
μεγάλους ομίλους.
Οι μεγάλες αλυσίδες
διαθέτουν οικονομίες
κλίμακας, ισχυρότερη
διαπραγματευτική θέση
απέναντι στους
προμηθευτές και
μεγαλύτερη δυνατότητα
διαφημιστικής προβολής.
Μπορούν, επομένως, να
αξιοποιούν πλεονεκτήματα
που δεν είναι εύκολο να
αντιγράψουν οι μικρές
ανεξάρτητες
επιχειρήσεις.
Η δυνατότητα προσφοράς
χαμηλότερων τιμών μπορεί
να ενισχύσει τη θέση
τους στην αγορά, αλλά η
συγκέντρωση δημιουργεί
προβληματισμούς όταν
περιορίζονται ουσιαστικά
οι επιλογές των
καταναλωτών ή όταν οι
όροι ανταγωνισμού δεν
είναι ισότιμοι.
Ο πρόεδρος της ΓΣΕΒΕΕ,
Γιώργος Καββαθάς, έχει
επισημάνει τους
κινδύνους που συνδέονται
με την ενίσχυση της
συγκέντρωσης, τον
αθέμιτο ανταγωνισμό και
την ανάγκη
αποτελεσματικότερης
εποπτείας.
Καθοριστικός είναι ο
ρόλος των ελεγκτικών
μηχανισμών. Η έγκαιρη
εποπτεία, η διαφάνεια
και η αποτελεσματική
εφαρμογή των κανόνων
μπορούν να περιορίσουν
τις επιπτώσεις
παραβατικών πρακτικών,
προστατεύοντας τόσο τους
καταναλωτές όσο και τις
επιχειρήσεις που
λειτουργούν νόμιμα.
Οι συνέπειες για την
απασχόληση και τις
τοπικές οικονομίες
Η οικονομική ζημιά από
την κρίση ενός μεγάλου
δικτύου franchise
δεν περιορίζεται στους
ισολογισμούς των
εταιρειών. Μπορεί να
επηρεάσει εργαζομένους,
προμηθευτές και
ολόκληρες τοπικές
αγορές.
Εάν ένα κατάστημα
αναγκαστεί να περιορίσει
τη λειτουργία του ή να
κλείσει, χάνονται θέσεις
εργασίας και μειώνεται η
οικονομική δραστηριότητα
στην περιοχή. Παράλληλα,
απαξιώνονται κεφάλαια
που επενδύθηκαν από
μικρούς επιχειρηματίες,
οι οποίοι συχνά επέλεξαν
το συγκεκριμένο μοντέλο
ως τρόπο επαγγελματικής
αποκατάστασης και
αυτοαπασχόλησης.
Η συγκέντρωση της
δραστηριότητας σε λίγους
μεγάλους ομίλους μπορεί
επίσης να μεταβάλει τη
λειτουργία των τοπικών
αγορών, περιορίζοντας
τις ευκαιρίες για
ανεξάρτητες επιχειρήσεις
και μικρότερους
προμηθευτές.
Αυτό δεν αναιρεί ότι το
franchise
παραμένει ένα
επιτυχημένο
επιχειρηματικό μοντέλο,
όταν στηρίζεται στη
διαφάνεια, στην
αποτελεσματική οργάνωση
και στην ισορροπημένη
συνεργασία μεταξύ
δικαιοπαρόχου και
δικαιοδόχου. Πολλά
οργανωμένα δίκτυα
προσφέρουν ουσιαστική
τεχνογνωσία και εμπορικά
πλεονεκτήματα στους
συνεργάτες τους.
Το κρίσιμο ζήτημα είναι
κατά πόσο ο μικρός
επενδυτής γνωρίζει
πραγματικά τους
κινδύνους που
αναλαμβάνει και διαθέτει
επαρκείς εγγυήσεις
απέναντι σε προβλήματα
που μπορεί να προκύψουν
έξω από τη δική του
επιχείρηση.
Η εμπειρία των υποθέσεων
που ερευνούν οι Αρχές
αναδεικνύει την ανάγκη
για μεγαλύτερη διαφάνεια
στις συμβάσεις,
σαφέστερη κατανομή
ευθυνών και
αποτελεσματική εποπτεία.
Για τον μικρό
επιχειρηματία, η
συμμετοχή σε ένα μεγάλο
δίκτυο μπορεί να
προσφέρει σημαντικές
ευκαιρίες, αλλά το
ισχυρό εμπορικό σήμα δεν
αποτελεί εγγύηση
επιχειρηματικής
ασφάλειας.
|