| Ειδήσεις | Ο Κυνηγός | Λεωφόρος Αθηνών | "Κουλου - Βάχατα" | +/- | "Μας ακούνε" | Fundamentalist | Marx - Soros |

 
 

Τετάρτη, 04/11/2026

 

Σημαντική οικονομική εξοικονόμηση, μικρότερες περικοπές στην παραγωγή των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και σχεδόν πλήρης σύγκλιση των χονδρεμπορικών τιμών Ελλάδας και Κύπρου μπορεί να εξασφαλίσει η ηλεκτρική διασύνδεση των δύο χωρών μέσω του Great Sea Interconnector (GSI). Σύμφωνα με προσομοίωση της λειτουργίας των δύο ηλεκτρικών συστημάτων με χρονικό ορίζοντα το 2035, το ετήσιο όφελος για τους καταναλωτές μπορεί να φτάσει τα 138,1 εκατ. ευρώ, με την Κύπρο να αποκομίζει τη συντριπτικά μεγαλύτερη ωφέλεια.

Ένα από τα πλέον ενδιαφέροντα συμπεράσματα της ανάλυσης είναι ότι μεγάλο μέρος των οικονομικών πλεονεκτημάτων εξασφαλίζεται ήδη με μεταφορική ικανότητα 500 MW. Η αύξηση της δυναμικότητας στα 750 MW ή στα 1.000 MW βελτιώνει ορισμένες επιδόσεις του συστήματος, αλλά δεν συνεπάγεται αντίστοιχη αύξηση της συνολικής εξοικονόμησης.

Τα ευρήματα παρουσιάστηκαν από τον καθηγητή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Παντελή Μπίσκα, στο συνέδριο του Ινστιτούτου Ενέργειας Νοτιοανατολικής Ευρώπης (ΙΕΝΕ). Η μελέτη εξετάζει διαφορετικά σενάρια λειτουργίας των δύο αγορών, συγκρίνοντας την περίπτωση απουσίας διασύνδεσης με τρεις εναλλακτικές δυνατότητες μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας: 500 MW, 750 MW και 1.000 MW.

 

Παράλληλα, αξιολογείται ένα δεύτερο κρίσιμο ενδεχόμενο: η πρόσβαση της Κύπρου σε φυσικό αέριο χαμηλότερης τιμής από εκείνο που χρησιμοποιείται στις ελληνικές μονάδες ηλεκτροπαραγωγής. Η συγκεκριμένη παράμετρος αποδεικνύεται καθοριστική για την οικονομική απόδοση του έργου, καθώς επηρεάζει άμεσα το κόστος της εγχώριας παραγωγής και, κατ' επέκταση, τις ανάγκες εισαγωγών ηλεκτρικής ενέργειας.

Η Κύπρος απορροφά περίπου το 90% της εξοικονόμησης

Το μεγαλύτερο οικονομικό όφελος από τη λειτουργία του GSI κατευθύνεται στην κυπριακή αγορά, η οποία σήμερα λειτουργεί χωρίς ηλεκτρική διασύνδεση με άλλο κράτος και βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην εγχώρια ηλεκτροπαραγωγή.

Στο βασικό σενάριο, η συνολική ετήσια εξοικονόμηση για τους καταναλωτές Ελλάδας και Κύπρου υπολογίζεται μεταξύ 122,7 και 138,1 εκατ. ευρώ. Στην περίπτωση μεταφορικής ικανότητας 500 MW, το συνολικό όφελος φτάνει τα 138,1 εκατ. ευρώ, από τα οποία τα 123,7 εκατ. ευρώ αντιστοιχούν στην Κύπρο. Πρόκειται για περίπου το 90% της συνολικής εξοικονόμησης.

Η επίδραση αποτυπώνεται καθαρά και στο μέσο κόστος προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας. Για την Κύπρο, στο σενάριο των 500 MW, το κόστος υποχωρεί από 120,49 σε 99,14 ευρώ/MWh, δηλαδή κατά περίπου 21,3 ευρώ/MWh ή 18%.

Στην Ελλάδα, αντίθετα, η μεταβολή είναι σχεδόν μηδενική. Ανάλογα με τη δυναμικότητα της διασύνδεσης, το μέσο κόστος προμήθειας εμφανίζει μείωση έως 0,2% ή οριακή αύξηση της τάξης του 0,1%. Η ασυμμετρία αυτή εξηγείται από το γεγονός ότι η Κύπρος αποκτά πρόσβαση σε μια πολύ μεγαλύτερη αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, περιορίζοντας την ανάγκη λειτουργίας ακριβότερων εγχώριων μονάδων.

Γιατί τα 500 MW εξασφαλίζουν το μεγαλύτερο μέρος του οφέλους

Η αύξηση της μεταφορικής ικανότητας του καλωδίου δεν οδηγεί σε αναλογική διεύρυνση της οικονομικής εξοικονόμησης. Ενδεικτικά, το ετήσιο όφελος για την Κύπρο διαμορφώνεται σε 123,7 εκατ. ευρώ με δυναμικότητα 500 MW, αυξάνεται στα 126,6 εκατ. ευρώ στα 750 MW, αλλά υποχωρεί στα 123,6 εκατ. ευρώ στο σενάριο των 1.000 MW.

Το εύρημα έχει ιδιαίτερη σημασία για την αξιολόγηση του έργου, καθώς δείχνει ότι η αρχική δυνατότητα μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας μπορεί να αποδώσει ήδη σημαντικό μέρος της οικονομικής αξίας της διασύνδεσης. Η περαιτέρω αύξηση της ισχύος προσφέρει πρόσθετα λειτουργικά πλεονεκτήματα, αλλά όχι κατ' ανάγκη αντίστοιχα μεγαλύτερη εξοικονόμηση για τους καταναλωτές.

Στην αγορά επόμενης ημέρας, η επίδραση είναι επίσης εντυπωσιακή για την Κύπρο. Η σταθμισμένη με βάση το φορτίο τιμή ηλεκτρικής ενέργειας υποχωρεί από 112 σε 90,5 ευρώ/MWh με διασύνδεση 500 MW. Για την Ελλάδα, η αντίστοιχη επίπτωση είναι πολύ μικρότερη, με τη μέση τιμή να αυξάνεται από 90,6 σε περίπου 91 ευρώ/MWh.

Ακόμη πιο χαρακτηριστικό είναι το αποτέλεσμα στη σύγκλιση των τιμών των δύο αγορών. Με δυναμικότητα 500 MW, οι χονδρεμπορικές τιμές Ελλάδας και Κύπρου εξισώνονται για 8.151 ώρες ετησίως, δηλαδή περίπου στο 93% του συνολικού χρόνου. Το ποσοστό ανεβαίνει στο 99,6% με δυναμικότητα 750 MW και στο 100% με 1.000 MW.

Με άλλα λόγια, ακόμη και η μικρότερη από τις τρεις εξεταζόμενες δυνατότητες μεταφοράς αρκεί για να περιορίσει δραστικά τις αποκλίσεις στις τιμές των δύο αγορών.

Εισαγωγές που καλύπτουν έως το 27% της κυπριακής ζήτησης

Η διασύνδεση δίνει τη δυνατότητα στην Κύπρο να καλύπτει σημαντικό μέρος της κατανάλωσής της μέσω εισαγωγών από την Ελλάδα, περιορίζοντας την ανάγκη λειτουργίας των δικών της μονάδων ηλεκτροπαραγωγής, οι οποίες σήμερα έχουν υψηλότερο κόστος.

Σύμφωνα με την προσομοίωση, οι καθαρές εισαγωγές ηλεκτρικής ενέργειας της Κύπρου εκτιμώνται σε 1,53 έως 1,60 TWh ετησίως. Η ποσότητα αυτή αντιστοιχεί περίπου στο 26%–27% της συνολικής ζήτησης του νησιού.

Η δυνατότητα ανταλλαγής ενέργειας μεταξύ των δύο συστημάτων έχει, επομένως, άμεση επίδραση όχι μόνο στο κόστος ηλεκτροδότησης, αλλά και στην ασφάλεια εφοδιασμού. Η Κύπρος αποκτά πρόσβαση σε μια ευρύτερη αγορά, με περισσότερες διαθέσιμες μονάδες παραγωγής και μεγαλύτερη δυνατότητα κάλυψης των αναγκών της σε περιόδους αυξημένης ζήτησης.

Μικρότερες περικοπές στην παραγωγή των ΑΠΕ

Ένα από τα σημαντικότερα πλεονεκτήματα του GSI αφορά τη δυνατότητα καλύτερης αξιοποίησης της παραγωγής από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Η ηλεκτρική διασύνδεση επιτρέπει τη μεταφορά πλεονάζουσας ενέργειας από τη μία χώρα στην άλλη, περιορίζοντας τις περιπτώσεις κατά τις οποίες η παραγωγή από φωτοβολταϊκά και αιολικά πάρκα δεν μπορεί να απορροφηθεί από το σύστημα και οδηγείται σε περικοπές.

Το όφελος είναι ιδιαίτερα μεγάλο για την Κύπρο. Χωρίς τη διασύνδεση, οι περικοπές ΑΠΕ εκτιμώνται στο 11,8% της διαθέσιμης παραγωγής. Με τη λειτουργία του GSI, το ποσοστό περιορίζεται περίπου στο 4,5%.

Στην Ελλάδα, η επίδραση είναι σαφώς μικρότερη, με τις περικοπές να υποχωρούν από 3,1% σε περίπου 2,9%. Η διαφορετική ένταση του οφέλους συνδέεται με τα χαρακτηριστικά των δύο ηλεκτρικών συστημάτων, αλλά και με τις διαφοροποιήσεις στις καιρικές συνθήκες και στα προφίλ παραγωγής των ΑΠΕ, που δημιουργούν δυνατότητες αμοιβαίας αξιοποίησης της διαθέσιμης ενέργειας.

Η εξέλιξη αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία όσο αυξάνεται η εγκατεστημένη ισχύς των ανανεώσιμων πηγών. Η δυνατότητα εξαγωγής πλεονάζουσας παραγωγής μπορεί να περιορίσει τις απώλειες εσόδων για τους παραγωγούς και να βελτιώσει τη συνολική αποδοτικότητα των επενδύσεων σε πράσινη ενέργεια.

Το φθηνότερο φυσικό αέριο περιορίζει την οικονομική αξία της διασύνδεσης

Η μελέτη εξετάζει και ένα εναλλακτικό σενάριο στο οποίο η Κύπρος αποκτά πρόσβαση σε φυσικό αέριο σημαντικά χαμηλότερης τιμής. Στο βασικό μοντέλο για το 2035, το κόστος του καυσίμου υπολογίζεται σε περίπου 28 ευρώ/MWh. Στο εναλλακτικό σενάριο, η τιμή για την Κύπρο υποχωρεί στα 18 ευρώ/MWh, ενώ στην Ελλάδα παραμένει αμετάβλητη.

Η εξέλιξη αυτή ενισχύει την ανταγωνιστικότητα των κυπριακών μονάδων ηλεκτροπαραγωγής και περιορίζει την ανάγκη εισαγωγών από την Ελλάδα. Οι καθαρές εισαγωγές ηλεκτρικής ενέργειας της Κύπρου μειώνονται περίπου στο μισό, από 1,6 TWh σε 0,8 TWh ετησίως.

Αντίστοιχα, περιορίζεται και το συνολικό οικονομικό όφελος που αποδίδεται στη διασύνδεση. Η ετήσια εξοικονόμηση για τους καταναλωτές των δύο χωρών διαμορφώνεται πλέον στα 40–50 εκατ. ευρώ, έναντι έως 138,1 εκατ. ευρώ στο βασικό σενάριο.

Από το ποσό αυτό, 23–27 εκατ. ευρώ αφορούν την Κύπρο και 16–23 εκατ. ευρώ την Ελλάδα. Παρά τη σημαντική υποχώρηση της συνολικής εξοικονόμησης, το κόστος προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας στην κυπριακή αγορά διατηρείται σε σχετικά χαμηλά επίπεδα, περίπου στα 98–99 ευρώ/MWh.

Ανάλογη είναι η εικόνα και στο κόστος καυσίμων. Η ετήσια εξοικονόμηση περιορίζεται στα 18–21 εκατ. ευρώ, από 61–62 εκατ. ευρώ στο βασικό σενάριο. Παράλληλα, οι περικοπές ΑΠΕ στην Κύπρο μειώνονται ακόμη περισσότερο, στο 3,5%–3,8%, έναντι 4,5%–5,3% στο βασικό μοντέλο.

Η σύγκριση αναδεικνύει μια σημαντική παράμετρο: η οικονομική απόδοση του GSI εξαρτάται όχι μόνο από τη μεταφορική ικανότητα του καλωδίου, αλλά και από το μελλοντικό ενεργειακό μείγμα της Κύπρου και το κόστος των καυσίμων που θα χρησιμοποιούνται για την ηλεκτροπαραγωγή.

Μείωση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα

Πέρα από την οικονομική εξοικονόμηση και τη βελτίωση της λειτουργίας των δύο συστημάτων, η διασύνδεση αναμένεται να έχει και περιβαλλοντικό αποτύπωμα. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της προσομοίωσης, η λειτουργία του GSI μπορεί να οδηγήσει σε ετήσια μείωση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα κατά 224.000 έως 243.000 τόνους.

Η μείωση συνδέεται με τον περιορισμό της λειτουργίας ακριβότερων και περισσότερο ρυπογόνων μονάδων ηλεκτροπαραγωγής, αλλά και με την καλύτερη αξιοποίηση της παραγωγής από ανανεώσιμες πηγές.

Συνολικά, η ανάλυση αναδεικνύει ότι το Great Sea Interconnector μπορεί να προσφέρει σημαντικά οφέλη στην κυπριακή αγορά, τόσο μέσω της μείωσης του κόστους ηλεκτρικής ενέργειας όσο και μέσω της ενίσχυσης της ενεργειακής ασφάλειας και της απορρόφησης των ΑΠΕ. Ταυτόχρονα, όμως, δείχνει ότι η οικονομική αξιολόγηση του έργου δεν μπορεί να βασίζεται σε ένα μόνο σενάριο: η μελλοντική τιμή του φυσικού αερίου, η εξέλιξη της εγχώριας παραγωγής και η πραγματική αξιοποίηση της μεταφορικής ικανότητας θα καθορίσουν σε μεγάλο βαθμό το τελικό όφελος.

 

Greek Finance Forum Team

 
 
 
GFF Feed

Loading...

 
 
 
 
 
 
 

Αποποίηση Ευθύνης.... 

© 2016-2026 Greek Finance Forum