|
Το ερώτημα δεν είναι
πλέον μόνο οικονομικό ή
τεχνικό. Είναι πρωτίστως
γεωπολιτικό.
Η Αθήνα καλείται να
αντιμετωπίσει στην πράξη
τη σταθερή θέση της
Άγκυρας ότι κανένα
μεγάλο έργο στην
Ανατολική Μεσόγειο δεν
μπορεί να υλοποιείται
χωρίς την άδεια, τη
συναίνεση ή έστω τη
συμμετοχή της Τουρκίας.
Η θέση αυτή όχι μόνο δεν
έχει εγκαταλειφθεί, αλλά
εντάσσεται σε ένα
ευρύτερο πλαίσιο
διεκδικήσεων της Άγκυρας
στην περιοχή, την ώρα
που ο ανταγωνισμός της
Τουρκίας με το Ισραήλ
προσθέτει μία ακόμη
διάσταση στην υπόθεση
του GSI.
Η Κάσος έδειξε τι μπορεί
να συμβεί
Το προηγούμενο του
Ιουλίου του 2024 είναι
ιδιαίτερα αποκαλυπτικό.
Τότε, ο τουρκικός στόλος
κινητοποιήθηκε όταν το
ιταλικό ερευνητικό
σκάφος
Ievoli
Relume
πραγματοποιούσε έρευνες
σε απόσταση μόλις
μερικών δεκάδων μέτρων
από τα ελληνικά χωρικά
ύδατα.
Η κρίση τελικά
αποκλιμακώθηκε έπειτα
από επικοινωνίες των δύο
υπουργών Εξωτερικών,
όμως οι εργασίες
διακόπηκαν.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον
είχε το γεγονός ότι το
ιταλικό πλοίο χρειάστηκε
να γνωστοποιήσει τις
συντεταγμένες των
ερευνών του και στις
τουρκικές αρχές, οι
οποίες εξέδωσαν δική
τους NAVTEX
για περιοχή διεθνών
υδάτων που η Ελλάδα
θεωρεί ότι εμπίπτει στη
δυνητική ελληνική
υφαλοκρηπίδα και σε κάθε
περίπτωση στην περιοχή
αρμοδιότητας του σταθμού
NAVTEX
Ηρακλείου.
Ανάλογο περιστατικό είχε
σημειωθεί έναν μήνα
νωρίτερα, τον Ιούνιο του
2024, με το πλοίο
Teliri,
το οποίο πραγματοποιούσε
εργασίες τοποθέτησης
υποθαλάσσιου καλωδίου
μεταφοράς δεδομένων για
λογαριασμό της Google.
Και
τότε η Τουρκία είχε
χαρακτηρίσει την
περιοχή, ακόμη και κοντά
στα όρια των ελληνικών
χωρικών υδάτων, ως
τουρκική υφαλοκρηπίδα.
Η
διαφορά ήταν ότι στην
περίπτωση του Teliri η
ξένη εταιρεία είχε
ζητήσει NAVTEX τόσο από
την Ελλάδα όσο και από
την Τουρκία. Οι εργασίες
τελικά
πραγματοποιήθηκαν, ενώ η
Αθήνα ξεκαθάρισε ότι δεν
αναγνωρίζει τις
τουρκικές NAVTEX.
Για
το GSI, όμως, η
κατάσταση είναι
διαφορετική.
Ο
promoter του έργου δεν
θα είναι απλώς μια ξένη
ιδιωτική εταιρεία. Στη
μετοχική σύνθεση θα
συμμετέχει πλέον με 66%
η γαλλική Meridiam, ενώ
θα υπάρχει και ο ΑΔΜΗΕ.
Αυτό σημαίνει ότι η
υπόθεση αποκτά σαφώς
μεγαλύτερο γεωπολιτικό
βάρος.
Το
πραγματικό τεστ για τη
γαλλική συμμετοχή
Η
είσοδος της Meridiam
προσφέρει αναμφίβολα ένα
σημαντικό πλεονέκτημα
στην Αθήνα.
Η
Γαλλία έχει
επανειλημμένα δείξει ότι
επιδιώκει ισχυρότερη
παρουσία στην Ανατολική
Μεσόγειο και έχει
αναπτύξει στενές
στρατηγικές σχέσεις με
την Ελλάδα.
Ωστόσο, άλλο είναι η
πολιτική στήριξη και
άλλο η πρακτική
αντιμετώπιση ενός
επεισοδίου στη θάλασσα.
Ακριβώς εκεί θα κριθεί η
πραγματική σημασία της
ελληνογαλλικής
συμφωνίας.
Εάν
η Τουρκία επιχειρήσει εκ
νέου να αμφισβητήσει τις
ελληνικές αρμοδιότητες ή
να εκδώσει παράλληλες
NAVTEX, η Αθήνα δεν
μπορεί εύκολα να
αποδεχθεί μια επανάληψη
του μοντέλου του 2024.
Το
ζήτημα αποκτά ακόμη
μεγαλύτερη σημασία
επειδή η Γαλλία
βρίσκεται παράλληλα σε
μια περίοδο σταδιακής
επαναπροσέγγισης με την
Τουρκία.
Η
αμυντική συνεργασία
βρίσκεται στο επίκεντρο
των γαλλοτουρκικών
επαφών, ενώ εδώ και
αρκετό διάστημα
συζητείται η πιθανότητα
συνεργασίας σε
εξοπλιστικά προγράμματα,
μεταξύ άλλων και γύρω
από το γαλλοϊταλικό
σύστημα αεράμυνας SAMP/T
Mamba.
Αυτό δημιουργεί μια
σύνθετη ισορροπία.
Η
Γαλλία μπορεί να
αποτελεί σημαντικό
γεωπολιτικό πλεονέκτημα
για το GSI, αλλά
ταυτόχρονα έχει δικά της
στρατηγικά συμφέροντα
στις σχέσεις της με την
Άγκυρα.
Το
ερώτημα επομένως δεν
είναι εάν το Παρίσι
στηρίζει το έργο. Αυτό
είναι δεδομένο.
Το
κρίσιμο ερώτημα είναι
μέχρι πού θα
φτάσει η γαλλική στήριξη
εάν η Τουρκία
επιχειρήσει να
παρεμποδίσει την
υλοποίησή του.
Μπορεί να αλλάξει η
διαδρομή του καλωδίου;
Ένα
ακόμη ζήτημα που
παραμένει ανοιχτό είναι
η ίδια η χάραξη της
διαδρομής.
Δεν
μπορεί να αποκλειστεί το
ενδεχόμενο να εξεταστεί
εκ νέου μια νοτιότερη
διαδρομή, μέσω περιοχής
που εμπίπτει στην
αρμοδιότητα της
Αιγύπτου.
Μια
τέτοια λύση θα μπορούσε
να περιορίσει μέρος του
γεωπολιτικού ρίσκου.
Θα
είχε όμως ένα σημαντικό
μειονέκτημα:
μεγαλύτερο κόστος
κατασκευής και πόντισης
του καλωδίου.
Και
αυτό δεν είναι αμελητέο
για ένα έργο που ήδη
αντιμετωπίζει σημαντικές
οικονομικές και
ρυθμιστικές προκλήσεις.
Επομένως, η αλλαγή
διαδρομής δεν αποτελεί
εύκολη λύση. Θα μπορούσε
να μειώσει το
γεωπολιτικό ρίσκο, αλλά
ταυτόχρονα να αυξήσει το
οικονομικό κόστος και να
επιβαρύνει τη
βιωσιμότητα του έργου.
Η
Κύπρος είναι ο δεύτερος
μεγάλος κρίκος
Εξίσου κρίσιμη είναι η
στάση της Λευκωσίας.
Η
είσοδος της Meridiam
δυσκολεύει πλέον
σημαντικά το επιχείρημα
περί αμφισβήτησης της
βιωσιμότητας του GSI.
Η
παρουσία ενός μεγάλου
γαλλικού επενδυτικού
ομίλου αποτελεί
ουσιαστικά ψήφο
εμπιστοσύνης στο έργο
και δημιουργεί αυξημένες
πιέσεις προς την
κυπριακή πλευρά να
αποσαφηνίσει τη θέση
της.
Η
Λευκωσία έχει
χαρακτηρίσει την είσοδο
της Meridiam θετική
εξέλιξη, εξακολουθεί
όμως να αναμένει την
αξιολόγηση της
Ευρωπαϊκής Τράπεζας
Επενδύσεων για τα
τεχνικά και οικονομικά
δεδομένα του έργου.
Παράλληλα, παραμένουν
σημαντικές οικονομικές
και ρυθμιστικές
εκκρεμότητες.
Ενδεικτικό είναι ότι από
τις συνολικές δαπάνες
περίπου 251
εκατ. ευρώ που
έχει πραγματοποιήσει
μέχρι σήμερα ο ΑΔΜΗΕ, η
κυπριακή ΡΑΕΚ έχει
αναγνωρίσει ως
ανακτήσιμα μόλις περίπου
82 εκατ. ευρώ.
Το
ζήτημα επομένως δεν
είναι μόνο να
πραγματοποιηθούν οι
θαλάσσιες έρευνες.
Πρέπει να κλείσει και το
οικονομικό και
ρυθμιστικό σκέλος της
συμφωνίας Ελλάδας –
Κύπρου.
Τα
επόμενα κρίσιμα βήματα
Από
εδώ και πέρα, το έργο
εισέρχεται σε μια
περίοδο κατά την οποία
αρκετές εκκρεμότητες θα
πρέπει να λυθούν
παράλληλα.
Πρώτον,
πρέπει να υπάρξει
πολιτική συνεννόηση για
την επανεκκίνηση των
θαλάσσιων ερευνών και να
εκδοθούν οι απαραίτητες
NAVTEX.
Δεύτερον,
η Κύπρος πρέπει να
κλείσει τις οικονομικές
και ρυθμιστικές
εκκρεμότητες που
συνδέονται με τη
διακρατική συμφωνία.
Τρίτον,
πρέπει να ολοκληρωθεί η
μεταβίβαση στον GSI του
ρόλου του promoter, ο
οποίος σήμερα βρίσκεται
στον ΑΔΜΗΕ.
Τέταρτον,
απαιτείται η έγκριση της
Ευρωπαϊκής Επιτροπής για
τον GSI ως promoter του
έργου.
Πέμπτον,
θα πρέπει να
διασφαλιστεί η
χρηματοδότηση των
επόμενων σταδίων και να
αρχίσει η δημιουργία
εσόδων που θα επιτρέψει
την ομαλή υλοποίηση της
συμφωνίας με τη
Meridiam.
Το
μεγάλο στοίχημα
Ο
Great Sea Interconnector
βρίσκεται πλέον σε ένα
ιδιαίτερα κρίσιμο
σημείο.
Η
είσοδος της Meridiam με
66% ενισχύει σημαντικά
το οικονομικό και
γεωπολιτικό προφίλ του
έργου. Παράλληλα, η
άμεση συμμετοχή ενός
γαλλικού ομίλου
μεταφέρει ένα μέρος του
γεωπολιτικού βάρους από
την Ελλάδα και την Κύπρο
προς το Παρίσι.
Αυτό όμως δεν σημαίνει
ότι το πρόβλημα της
Τουρκίας εξαφανίζεται.
Το
αντίθετο.
Η
επανέναρξη των ερευνών
θα αποτελέσει το πρώτο
πραγματικό crash test
της νέας μετοχικής
σύνθεσης του GSI.
Εάν
οι έρευνες προχωρήσουν
χωρίς σοβαρές
παρεμβολές, θα πρόκειται
για μια σημαντική
ένδειξη ότι η νέα
γεωπολιτική
αρχιτεκτονική του έργου
λειτουργεί.
Εάν
όμως επαναληφθούν οι
τουρκικές αμφισβητήσεις,
τότε θα φανεί κατά πόσο
η γαλλική συμμετοχή
μεταφράζεται σε
πραγματική αποτρεπτική
ισχύ ή παραμένει κυρίως
μια ισχυρή πολιτική και
επενδυτική παρουσία.
Και
εδώ βρίσκεται ίσως το
σημαντικότερο στοιχείο.
Το GSI δεν είναι
πλέον απλώς ένα έργο
ηλεκτρικής διασύνδεσης
Ελλάδας και Κύπρου. Με
την είσοδο της Meridiam
εξελίσσεται σε ένα
ευρύτερο γεωπολιτικό
project, στο οποίο
συναντώνται τα ελληνικά
και κυπριακά συμφέροντα,
οι γαλλικές στρατηγικές
επιδιώξεις, οι τουρκικές
διεκδικήσεις και ο
ευρύτερος ανταγωνισμός
για την Ανατολική
Μεσόγειο.
Το
επόμενο διάστημα, όταν
τα πλοία επιστρέψουν στη
θάλασσα, θα φανεί εάν
αυτή η νέα ισορροπία
είναι αρκετή για να
μετατρέψει το GSI από
ένα έργο με διαρκείς
γεωπολιτικές
εκκρεμότητες σε ένα έργο
που μπορεί πράγματι να
υλοποιηθεί.
|