|
Το πρόβλημα είναι
διαφορετικό και, κατά
τον οικονομολόγο της
HSBC,
μπορεί να περιγραφεί ως
«ευπάθεια στη
ζήτηση».
Τα αμερικανικά επιτόκια
θυμίζουν την προ κρίσης
περίοδο
Μία από τις
σημαντικότερες
ομοιότητες βρίσκεται
στην αγορά κρατικών
ομολόγων των ΗΠΑ.
Τον Απρίλιο του 1997,
λίγους μήνες πριν
ξεσπάσει η ασιατική
κρίση, η απόδοση του
αμερικανικού δεκαετούς
βρισκόταν περίπου στο
7%,
έχοντας αυξηθεί κατά
περίπου 200 μονάδες
βάσης μέσα σε τέσσερα
χρόνια.
Η σημερινή εικόνα δεν
είναι ίδια σε απόλυτο
επίπεδο, αλλά η
κατεύθυνση είναι
παρόμοια.
Η απόδοση του
αμερικανικού δεκαετούς
έχει εκτοξευθεί από
περίπου 0,5% τον
Αύγουστο του 2020 σε
πάνω από 4,7%,
ενώ μόνο μέσα στο 2026
έχει καταγράψει
σημαντική άνοδο από την
περιοχή του 3,9% τον
Φεβρουάριο.
Η εξέλιξη έχει ιδιαίτερη
σημασία για ολόκληρο το
παγκόσμιο
χρηματοπιστωτικό
σύστημα, καθώς τα
αμερικανικά ομόλογα
αποτελούν το βασικό
σημείο αναφοράς για το
κόστος χρήματος διεθνώς.
Παράλληλα, η αμερικανική
κυβέρνηση έχει
επιχειρήσει να παρέμβει
στην αγορά της μακράς
διάρκειας, αυξάνοντας το
μέγεθος των
προγραμματισμένων
επαναγορών αμερικανικών
ομολόγων από περίπου 2
δισ. δολάρια σε
τουλάχιστον 4 δισ.
δολάρια και εστιάζοντας
σε τίτλους διάρκειας 10
έως 30 ετών.
Η κίνηση αυτή δείχνει
και το μέγεθος της
ανησυχίας για την αγορά
του long
end,
όπου οι υψηλές αποδόσεις
αποτελούν πλέον
σημαντικό παράγοντα για
το παγκόσμιο κόστος
χρηματοδότησης.
Το γιεν είναι ξανά στο
επίκεντρο
Ακόμη πιο ενδιαφέρουσα
είναι η σύγκριση με το
ιαπωνικό γιεν.
Στα μέσα της δεκαετίας
του 1990, το γιεν είχε
βρεθεί περίπου στα
80 ανά δολάριο
και μέχρι τον Απρίλιο
του 1997 είχε υποχωρήσει
στην περιοχή των
130,
καταγράφοντας μεταβολή
περίπου 55%.
Η σημερινή κίνηση είναι
εντυπωσιακά παρόμοια σε
μέγεθος.
Από περίπου 103
γιεν ανά δολάριο τον
Ιανουάριο του 2021,
το νόμισμα έφτασε μέχρι
τα 163 τον
Ιούλιο, πριν
ενισχυθεί προς την
περιοχή των 160.
Η αδυναμία του γιεν έχει
ιδιαίτερη σημασία για
τις διεθνείς αγορές, όχι
μόνο επειδή επηρεάζει
την ιαπωνική οικονομία,
αλλά και επειδή το
νόμισμα αποτελεί
διαχρονικά βασικό
εργαλείο χρηματοδότησης
στις διεθνείς αγορές.
Γι' αυτό και οι αγορές
παρακολουθούν στενά το
ενδεχόμενο νέας
παρέμβασης από τις
ιαπωνικές αρχές.
Τότε ήταν το
Internet,
σήμερα είναι η τεχνητή
νοημοσύνη
Υπάρχει όμως και μία
τρίτη ομοιότητα που
αφορά περισσότερο τη
χρηματιστηριακή
ψυχολογία.
Στα μέσα της δεκαετίας
του 1990, το
Internet
δημιουργούσε ένα κύμα
τεχνολογικού
ενθουσιασμού που
σταδιακά μετατράπηκε σε
υπερβολικές προσδοκίες
στις αγορές.
Σήμερα, τον αντίστοιχο
ρόλο φαίνεται να έχει
αναλάβει η
τεχνητή νοημοσύνη.
Η έκρηξη των επενδύσεων
σε data
centers,
chips,
servers
και γενικότερα στις
υποδομές που απαιτούνται
για την ανάπτυξη της
AI
έχει δημιουργήσει έναν
νέο επενδυτικό κύκλο, με
τεράστιες κεφαλαιακές
δαπάνες και υψηλές
προσδοκίες για τη
μελλοντική ζήτηση.
Για την Ασία, μάλιστα, η
συγκεκριμένη εξέλιξη
είναι ιδιαίτερα
σημαντική.
Η Νότια Κορέα, η
Ιαπωνία, η Ταϊβάν και η
Σιγκαπούρη έχουν
επωφεληθεί σημαντικά από
την άνοδο των εξαγωγών
ηλεκτρονικών προϊόντων
και εξαρτημάτων που
συνδέονται με την
τεχνολογική επανάσταση
της AI.
Έτσι, ένα μεγάλο μέρος
της σημερινής
αναπτυξιακής δυναμικής
της περιοχής συνδέεται
πλέον έμμεσα με το πόσο
θα συνεχιστεί ο
αμερικανικός επενδυτικός
κύκλος στην τεχνητή
νοημοσύνη.
Η μεγάλη διαφορά από το
1997
Εδώ βρίσκεται όμως η
ουσία της ανάλυσης του
Neumann.
Η Ασία του 1997 ήταν σε
μεγάλο βαθμό
εισαγωγέας κεφαλαίων.
Οι οικονομίες της
περιοχής χρειάζονταν
ξένη χρηματοδότηση για
να καλύψουν τις
επενδυτικές και
εξωτερικές τους ανάγκες.
Όταν αυξήθηκε το κόστος
χρηματοδότησης σε
δολάρια και το γιεν
άρχισε να κινείται
απότομα, οι επενδυτές
άρχισαν να αμφισβητούν
τη βιωσιμότητα των
οικονομιών αυτών.
Ακολούθησαν φυγή
κεφαλαίων, πιέσεις στα
νομίσματα, τραπεζικά
προβλήματα και τελικά
βαθιά οικονομική κρίση.
Σήμερα, η εικόνα είναι
σχεδόν αντίστροφη.
Οι μεγάλες ασιατικές
οικονομίες αποτελούν
πλέον εξαγωγείς
κεφαλαίου,
διαθέτουν τεράστιες
αποταμιεύσεις και
σημαντικά εξωτερικά
πλεονάσματα.
Επομένως, τα υψηλότερα
αμερικανικά επιτόκια και
το αδύναμο γιεν δεν
αποτελούν από μόνα τους
τον ίδιο συστημικό
κίνδυνο που αποτελούσαν
πριν από σχεδόν τρεις
δεκαετίες.
Η Ασία δεν βρίσκεται
στην ίδια θέση του
«οφειλέτη» που βρισκόταν
το 1997.
Από τη χρηματοοικονομική
ευπάθεια στην ευπάθεια
της ζήτησης
Αυτό όμως δεν σημαίνει
ότι η περιοχή είναι
προστατευμένη.
Απλώς ο μηχανισμός
κινδύνου έχει αλλάξει.
Όπως υποστηρίζει ο
Neumann,
η σημερινή
«ευπάθεια στη ζήτηση»
είναι πιθανώς
σημαντικότερη από τη
χρηματοοικονομική
ευπάθεια της δεκαετίας
του 1990.
Η Ασία έχει γίνει
βασικός προμηθευτής του
παγκόσμιου τεχνολογικού
οικοσυστήματος. Εάν,
επομένως, οι υψηλότερες
αποδόσεις των
αμερικανικών ομολόγων
αρχίσουν να περιορίζουν
τις τεράστιες επενδύσεις
στην τεχνητή νοημοσύνη,
το πλήγμα δεν θα
περιοριστεί στη
Wall
Street.
Θα μπορούσε να περάσει
στην πραγματική
οικονομία της Ασίας μέσω
της μειωμένης ζήτησης
για ημιαγωγούς,
ηλεκτρονικά εξαρτήματα,
εξοπλισμό και
τεχνολογικό
hardware.
Και εδώ βρίσκεται το
πραγματικό ρίσκο.
Δεν χρειάζεται να
επαναληφθεί μια κρίση
τύπου 1997 για να
υπάρξει σοβαρή
επιβράδυνση στην Ασία.
Αρκεί να μειωθεί αισθητά
ο ρυθμός των επενδύσεων
στην AI.
Το σενάριο που πρέπει να
προσέξουν οι αγορές
Το πιο επικίνδυνο
σενάριο θα ήταν ένας
συνδυασμός δύο
εξελίξεων.
Από τη μία, οι αποδόσεις
των αμερικανικών
ομολόγων να παραμείνουν
υψηλές ή να κινηθούν
ακόμη υψηλότερα,
αυξάνοντας το κόστος
κεφαλαίου και
περιορίζοντας την
προθυμία των
επιχειρήσεων να
συνεχίσουν τις τεράστιες
επενδύσεις στις υποδομές
AI.
Από την άλλη, το γιεν να
συνεχίσει να παρουσιάζει
μεγάλη μεταβλητότητα και
να προκαλέσει
αναταράξεις στις
διεθνείς αγορές
χρηματοδότησης.
Σε ένα τέτοιο
περιβάλλον, η σημερινή
αλυσίδα
Wall
Street
→ AI
επενδύσεις → ασιακές
εξαγωγές → ασιατική
ανάπτυξη
θα μπορούσε να
λειτουργήσει προς την
αντίθετη κατεύθυνση.
Και τότε το πρόβλημα δεν
θα ήταν ότι η Ασία έχει
υπερβολικό εξωτερικό
δανεισμό, όπως το 1997.
Θα ήταν ότι έχει γίνει
υπερβολικά
εξαρτημένη από έναν
συγκεκριμένο κύκλο
παγκόσμιας ζήτησης.
Αυτό είναι και το
σημαντικότερο μήνυμα της
HSBC:
η σημερινή Ασία
δεν βρίσκεται μπροστά σε
μια νέα κρίση του 1997,
αλλά σε έναν διαφορετικό
τύπο ευπάθειας, όπου η
μεγαλύτερη απειλή μπορεί
να μην έρθει από τη φυγή
κεφαλαίων, αλλά από την
απότομη υποχώρηση της
ζήτησης για τα προϊόντα
που τροφοδοτούν την
παγκόσμια έκρηξη της
τεχνητής νοημοσύνης.
|