|
Η αναβάθμιση στις
ανεπτυγμένες αγορές
μπορεί να μην είναι
θετική εξέλιξη
Η HSBC
αναγνωρίζει ότι η Ελλάδα
πλέον έχει αναβαθμιστεί
από όλους τους μεγάλους
παρόχους διεθνών
χρηματιστηριακών
δεικτών.
Ο STOXX
προχώρησε στην
αναταξινόμηση της
Ελλάδας σε ανεπτυγμένη
αγορά στα τέλη Απριλίου,
με εφαρμογή από τις 21
Σεπτεμβρίου 2026,
ακολουθώντας τις
αντίστοιχες αποφάσεις
των FTSE
Russell
και MSCI.
Ωστόσο, η βρετανική
τράπεζα εκτιμά ότι οι
επιπτώσεις των παθητικών
ροών ενδέχεται τελικά να
εξουδετερωθούν από τις
αναγκαστικές πωλήσεις
που θα προκύψουν από την
έξοδο της Ελλάδας από
τους δείκτες αναδυόμενων
αγορών.
Με βάση τις εκτιμήσεις
της HSBC,
η ένταξη της Ελλάδας
στους δείκτες
STOXX
Developed
Markets
θα μπορούσε να οδηγήσει
σε περίπου 1 δισ.
δολάρια καθαρές
παθητικές εισροές,
πιθανότατα στις 18
Σεπτεμβρίου 2026.
Ωστόσο, οι αλλαγές στους
δείκτες FTSE
Russell
και MSCI
εκτιμάται ότι θα
προκαλέσουν καθαρές
εκροές περίπου 400 εκατ.
δολαρίων τον Σεπτέμβριο
του 2026 και επιπλέον
500 εκατ. δολαρίων τον
Μάιο του 2027.
Η μεγαλύτερη ανησυχία
της HSBC
αφορά τους ενεργούς
διαχειριστές κεφαλαίων.
Όπως επισημαίνει, αρκετά
funds
που επενδύουν στις
αναδυόμενες αγορές θα
αναγκαστούν να μειώσουν
τις ελληνικές θέσεις
τους όταν η Ελλάδα
εγκαταλείψει τους
συγκεκριμένους δείκτες.
Την ίδια στιγμή, τα
funds
ανεπτυγμένων αγορών
ενδέχεται να μην δείξουν
ιδιαίτερο ενδιαφέρον για
μια τόσο μικρή αγορά.
Στον δείκτη ανεπτυγμένων
αγορών, η Ελλάδα θα
αποτελούσε τη δεύτερη
μικρότερη αγορά στην
Ευρώπη, ενώ η μεγαλύτερη
ελληνική μετοχή, η
Εθνική Τράπεζα, θα
κατατασσόταν μόλις στην
175η θέση μεταξύ 245
χρηματοοικονομικών
εταιρειών.
Ένα ακόμη στοιχείο που
προβληματίζει την
HSBC
είναι η χαμηλή
υφιστάμενη έκθεση των
διεθνών funds
ανεπτυγμένων αγορών στην
Ελλάδα.
Περίπου το 60% των
funds
αναδυόμενων αγορών έχουν
σήμερα έκθεση στην
Ελλάδα, όμως μόλις το 7%
των παγκόσμιων
funds
έχει ελληνικές
τοποθετήσεις. Στον
τραπεζικό κλάδο
ειδικότερα, μόνο το 5%
των διεθνών funds
έχει έκθεση στις
ελληνικές τράπεζες.
Συγκριτικά, η έκθεση σε
τράπεζες άλλων
ευρωπαϊκών αγορών είναι
σημαντικά υψηλότερη, με
το Ηνωμένο Βασίλειο στο
52%, τη Γαλλία στο 30%,
την Ελβετία στο 26%, τη
Γερμανία στο 25%, την
Ιταλία στο 24% και την
Ισπανία στο 21%.
Το ενεργειακό σοκ
απειλεί οικονομία και
τουρισμό
Ο δεύτερος μεγάλος λόγος
για τη διατήρηση της
αρνητικής στάσης της
HSBC
αφορά τις επιπτώσεις από
την ενεργειακή κρίση που
έχει προκαλέσει η ένταση
στη Μέση Ανατολή.
Η HSBC
σημειώνει ότι, παρά την
αποκλιμάκωση από τα
υψηλά επίπεδα, το
Brent
παραμένει περίπου 30%
υψηλότερα σε σχέση με τα
επίπεδα πριν από την
έναρξη της σύγκρουσης.
Η Ελλάδα θεωρείται
ιδιαίτερα ευάλωτη λόγω
της υψηλής ενεργειακής
εξάρτησης. Σύμφωνα με
την HSBC,
η χώρα διαθέτει έναν από
τους υψηλότερους δείκτες
ενεργειακής εξάρτησης
στην Ευρωπαϊκή Ένωση,
περίπου στο 75%, ενώ το
μερίδιο των
πετρελαιοειδών στην
τελική κατανάλωση
ενέργειας φτάνει το 54%,
το υψηλότερο μεταξύ των
χωρών της ΕΕ.
Η άνοδος του ενεργειακού
κόστους αναμένεται να
συνεχίσει να επηρεάζει
τον πληθωρισμό και στο
δεύτερο εξάμηνο,
περιορίζοντας την
αγοραστική δύναμη των
νοικοκυριών.
Παράλληλα, η HSBC
εμφανίζεται πιο
επιφυλακτική και για τον
ελληνικό τουρισμό.
Παρότι το πρώτο τρίμηνο
ήταν ισχυρό, οι
προοπτικές έχουν γίνει
πιο αβέβαιες λόγω της
γεωπολιτικής έντασης,
του αυξημένου κόστους
καυσίμων, των υψηλών
θερμοκρασιών και της
εξασθένησης της διεθνούς
ζήτησης.
Η τράπεζα αναφέρει ότι
πρόσφατα στοιχεία
δείχνουν μείωση κατά
περίπου 30% των
κρατήσεων αεροπορικών
θέσεων προς την Ελλάδα
από το Ηνωμένο Βασίλειο,
τη Γερμανία και την
Ιταλία σε ετήσια βάση.
Οι οικονομολόγοι της
HSBC
έχουν ήδη αυξήσει την
πρόβλεψή τους για τον
ελληνικό πληθωρισμό το
2026 κατά 1,4
ποσοστιαίες μονάδες από
την αρχή του έτους, ενώ
έχουν μειώσει την
εκτίμησή τους για την
ανάπτυξη του ΑΕΠ κατά
0,3 ποσοστιαίες μονάδες.
Αντίβαρο αποτελεί η
κορύφωση των
εκταμιεύσεων από το
Ταμείο Ανάκαμψης, οι
οποίες αναμένεται να
αυξηθούν στο 4,4% του
ΑΕΠ το 2026 από 2,6% το
2025.
Πολιτική αβεβαιότητα
ενόψει εκλογών
Ο τρίτος παράγοντας
ανησυχίας για την
HSBC
αφορά το πολιτικό
περιβάλλον.
Η βρετανική τράπεζα
σημειώνει ότι η πολιτική
σταθερότητα αποτέλεσε
έναν από τους βασικούς
λόγους για το re-rating
των ελληνικών μετοχών τα
τελευταία χρόνια, καθώς
δημιούργησε τις
προϋποθέσεις για
μεταρρυθμίσεις και
βελτίωση της επενδυτικής
εικόνας της χώρας.
Ωστόσο, η HSBC
θεωρεί ότι υπάρχουν
πλέον ερωτήματα για το
αν αυτή η σταθερότητα θα
διατηρηθεί.
Οι επόμενες εκλογές
πρέπει να διεξαχθούν έως
τον Ιούλιο του 2027,
όμως υπάρχουν σενάρια
για πρόωρη προσφυγή στις
κάλπες ακόμη και το
φθινόπωρο.
Η Νέα Δημοκρατία
εξακολουθεί να
προηγείται στις
δημοσκοπήσεις, ωστόσο το
πολιτικό σκηνικό
εμφανίζεται περισσότερο
κατακερματισμένο.
Η δημιουργία νέου
κόμματος από τον Αλέξη
Τσίπρα, αλλά και οι
πληροφορίες για νέα
πολιτική κίνηση από τον
πρώην πρωθυπουργό Αντώνη
Σαμαρά, αυξάνουν την
αβεβαιότητα.
Η HSBC
αναφέρει επίσης ότι η
πίεση από το κόστος
ζωής, η υπόθεση των
αγροτικών επιδοτήσεων
που διερευνάται από την
Ευρωπαϊκή Ένωση και η
προηγούμενη υπόθεση των
τηλεφωνικών
παρακολουθήσεων έχουν
προκαλέσει πολιτική
φθορά.
Μια καθαρή εκλογική νίκη
της Νέας Δημοκρατίας θα
αποτελούσε σενάριο
συνέχισης της
υφιστάμενης κατάστασης.
Αντίθετα, ένα
κατακερματισμένο
εκλογικό αποτέλεσμα θα
μπορούσε να επαναφέρει
ένα σημαντικό πολιτικό
ασφάλιστρο κινδύνου στην
ελληνική αγορά, σε μια
περίοδο κατά την οποία
χρειάζεται νέους
διεθνείς επενδυτές λόγω
της μετάβασης στις
ανεπτυγμένες αγορές.
Θετική άποψη για τις
ελληνικές τράπεζες
Παρά τη συνολικά
αρνητική της στάση για
την ελληνική αγορά, η
HSBC
δηλώνει ότι παραμένει
θετική για τις ελληνικές
τράπεζες.
Η βρετανική τράπεζα
ξεχωρίζει τρεις βασικούς
λόγους.
Πρώτον, η πιστωτική
επέκταση στην Ελλάδα
είναι από τις υψηλότερες
στην Ευρώπη και
συνεχίζει να ενισχύεται.
Δεύτερον, παρά τη
σταδιακή αλλαγή του
επιτοκιακού
περιβάλλοντος, τα καθαρά
περιθώρια τόκων
παραμένουν ανθεκτικά,
ενώ ο τραπεζικός κύκλος
πλέον βασίζεται
περισσότερο στην αύξηση
των δανείων και των
προμηθειών και λιγότερο
στα υψηλά επιτόκια.
Οι δείκτες διανομής
κερδών προς τους
μετόχους έχουν αυξηθεί
στο 50%-60%, ενώ οι
αποδόσεις για τους
επενδυτές συνεχίζουν να
βελτιώνονται.
Τρίτος παράγοντας είναι
οι εξαγορές και
συγχωνεύσεις.
Η UniCredit
ενισχύει τη συμμετοχή
της στην Alpha
Bank
με στόχο την περαιτέρω
ενοποίηση, η Πειραιώς
έχει ενσωματώσει την
Εθνική Ασφαλιστική, ενώ
τα πλεονάζοντα κεφάλαια
των τραπεζών
κατευθύνονται σε νέες
δραστηριότητες όπως οι
ασφαλίσεις και η
διαχείριση περιουσίας.
Ωστόσο, η HSBC
επισημαίνει ότι οι
αποτιμήσεις των
ελληνικών τραπεζών δεν
θεωρούνται πλέον
ιδιαίτερα φθηνές, καθώς
έχουν πλησιάσει τα
επίπεδα των ανεπτυγμένων
αγορών.
Ο κλάδος
διαπραγματεύεται περίπου
στο 1,4x
της λογιστικής αξίας και
περίπου στις 9 φορές τα
εκτιμώμενα κέρδη του
2026, με discount
περίπου 20% έναντι των
ευρωπαϊκών τραπεζών.
|