|
Το
ζητούμενο δεν είναι να
εγκαταλείψει το διεθνές
εμπόριο. Αντίθετα, είναι
να μειώσει τις κρίσιμες
εξαρτήσεις της, να
διαφοροποιήσει τις
εμπορικές της σχέσεις
και ταυτόχρονα να
αξιοποιήσει πολύ
περισσότερο τη δύναμη
των
500 και πλέον
εκατομμυρίων καταναλωτών
της.
Τρεις εμπορικές απειλές
Η
πρώτη πίεση έρχεται από
τις ΗΠΑ.
Οι
αμερικανικοί δασμοί στα
ευρωπαϊκά προϊόντα
αποτέλεσαν το βασικό
θέμα της εμπορικής
συζήτησης τα προηγούμενα
χρόνια και εξακολουθούν
να αποτελούν κίνδυνο.
Ωστόσο, η επίδρασή τους
στην ευρωπαϊκή οικονομία
μέχρι στιγμής
αποδείχθηκε μικρότερη
από ό,τι φοβούνταν
πολλοί.
Οι
εξαγωγές αγαθών της
Ευρωπαϊκής Ένωσης προς
τις ΗΠΑ αντιστοιχούν
περίπου στο
3% του ευρωπαϊκού ΑΕΠ σε
ακαθάριστους όρους
και περίπου
2% σε όρους
προστιθέμενης αξίας.
Μάλιστα, το 2025 οι
αμερικανικές
επιχειρήσεις και
καταναλωτές προχώρησαν
σε σημαντικές αγορές
ευρωπαϊκών προϊόντων
πριν από την πλήρη
εφαρμογή των δασμών,
στηρίζοντας τις
ευρωπαϊκές εξαγωγές.
Παράλληλα, σύμφωνα με
εκτιμήσεις, περίπου
90% του κόστους των
αμερικανικών δασμών
επιβαρύνθηκε τελικά από
Αμερικανούς αγοραστές
και όχι από τους ξένους
εξαγωγείς.
Για
τις περισσότερες
ευρωπαϊκές οικονομίες, η
επίπτωση στο ΑΕΠ το 2025
εκτιμάται μεταξύ
-0,1 και +0,15
ποσοστιαίας μονάδας.
Η
δεύτερη και πιθανώς πιο
διαρθρωτική απειλή είναι
η Κίνα.
Η
κινεζική βιομηχανία
ανταγωνίζεται πλέον την
Ευρώπη σε ολοένα
περισσότερους κλάδους,
από τα ηλεκτρικά
αυτοκίνητα και τα
μέταλλα μέχρι τα χημικά
και τα φωτοβολταϊκά.
Η
ταχεία τεχνολογική
πρόοδος της Κίνας, η
πλεονάζουσα παραγωγική
δυναμικότητα και οι
κρατικές ενισχύσεις
έχουν δημιουργήσει ένα
νέο κύμα ανταγωνισμού,
το οποίο χαρακτηρίζεται
πλέον ως
«China
Shock
2.0».
Η
τρίτη απειλή είναι πιο
απρόβλεπτη: η πιθανότητα
στο μέλλον κρίσιμες
εμπορικές ροές να
περιοριστούν για
γεωπολιτικούς λόγους.
Οι
σπάνιες γαίες, ο
εξοπλισμός υψηλής
τεχνολογίας, τα
μηχανήματα της ASML, η
ενέργεια ή οι θαλάσσιες
μεταφορές μπορούν να
μετατραπούν σε εργαλεία
γεωπολιτικής πίεσης.
Η
κρίση στην ενέργεια και
ο αποκλεισμός των Στενών
του Ορμούζ λόγω του
πολέμου με το Ιράν
αποτελούν χαρακτηριστικά
παραδείγματα του πόσο
γρήγορα μπορεί να
διαταραχθεί μια
παγκόσμια αλυσίδα
εφοδιασμού.
Η
Ευρώπη αρχίζει να
προσαρμόζεται
Παρά τις πιέσεις, η
Ευρώπη δεν βρίσκεται
χωρίς άμυνες.
Η
σχέση με τις ΗΠΑ είναι
πολύ πιο αλληλεξαρτώμενη
από όσο συχνά
παρουσιάζεται. Η Ευρώπη
αποτελεί σημαντικό τμήμα
των αμερικανικών
αλυσίδων αξίας, ενώ
παράλληλα είναι μεγάλος
αγοραστής αμερικανικών
ψηφιακών υπηρεσιών.
Την
ίδια στιγμή, η Ευρωπαϊκή
Ένωση επιχειρεί να
διαφοροποιήσει τις
εμπορικές της σχέσεις.
Συμφωνίες με τη Νέα
Ζηλανδία και τη Χιλή
τέθηκαν σε ισχύ, η
συμφωνία με τη Mercosur
εφαρμόζεται προσωρινά
και οι διαπραγματεύσεις
με την Ινδία έχουν
επανεκκινήσει.
Παράλληλα, συνεχίζονται
οι προσπάθειες για
συμφωνίες με την
Ινδονησία, την
Αυστραλία, την Ταϊλάνδη
και τη Μαλαισία.
Η
Ευρώπη ενισχύει επίσης
τη σχέση της με την
Ελβετία, τον Καναδά και
το Ηνωμένο Βασίλειο.
Η
διαφοροποίηση αυτή δεν
είναι μόνο οικονομική
επιλογή. Έχει και
γεωπολιτική διάσταση,
καθώς περισσότερες
εμπορικές σχέσεις
σημαίνουν μικρότερη
εξάρτηση από
μεμονωμένους εταίρους.
Η
νέα προσέγγιση απέναντι
στην Κίνα
Απέναντι στην Κίνα, η
Ευρώπη φαίνεται να
ακολουθεί μια πολιτική
μείωσης κινδύνων χωρίς
πλήρη αποσύνδεση.
Έχει επιβάλει δασμούς
στα κινεζικά ηλεκτρικά
αυτοκίνητα,
διαφοροποιώντας τους
ανάλογα με το επίπεδο
κρατικής στήριξης και
τις στρεβλώσεις που
διαπιστώθηκαν στην
αγορά.
Παράλληλα, αυξάνει τον
έλεγχο των ξένων
επενδύσεων για λόγους
εθνικής ασφάλειας και
δημόσιας τάξης, ενώ
εξετάζει και τις
ευρωπαϊκές επενδύσεις
στο εξωτερικό σε
ευαίσθητους
τεχνολογικούς τομείς.
Στις στρατηγικές πρώτες
ύλες, στόχος είναι η
διαφοροποίηση των πηγών
προμήθειας σπάνιων γαιών
και άλλων κρίσιμων
ορυκτών.
Ακόμη και στις δημόσιες
προμήθειες ενισχύεται η
συζήτηση για μεγαλύτερη
συμμετοχή ευρωπαϊκών
προϊόντων.
Η
κατεύθυνση είναι σαφής:
λιγότερες κρίσιμες
εξαρτήσεις χωρίς
εγκατάλειψη του διεθνούς
εμπορίου.
Το
παράδοξο των φθηνών
κινεζικών προϊόντων
Υπάρχει όμως και μια
πλευρά της κινεζικής
πίεσης που συχνά
παραβλέπεται.
Οι
Ευρωπαίοι καταναλωτές
έχουν επωφεληθεί από τις
χαμηλότερες τιμές των
κινεζικών προϊόντων.
Το
2025 η Ευρωπαϊκή Ένωση
εισήγαγε περισσότερα από
1 εκατ. αυτοκίνητα
κινεζικής παραγωγής,
ενώ τα κινεζικά
ηλεκτρικά αυτοκίνητα
εκτιμάται ότι είναι
περίπου
20% φθηνότερα
από αντίστοιχα ευρωπαϊκά
μοντέλα.
Ανάλογη είναι η εικόνα
στα φωτοβολταϊκά.
Το
2024 η Ευρώπη εισήγαγε
περίπου
2% περισσότερα
φωτοβολταϊκά πάνελ
από το 2023, αλλά
πλήρωσε
43% λιγότερα,
εξοικονομώντας περίπου
8 δισ. ευρώ.
Η
Ευρωπαϊκή Κεντρική
Τράπεζα εκτιμά ότι ο
κινεζικός ανταγωνισμός
έχει συμβάλει στη
συγκράτηση των τιμών
στην Ευρώπη, μειώνοντας
τον πληθωρισμό στα μη
ενεργειακά βιομηχανικά
αγαθά κατά περίπου
0,3 ποσοστιαία μονάδα.
Με
άλλα λόγια, η κινεζική
πίεση στηρίζει την
αγοραστική δύναμη των
ευρωπαϊκών νοικοκυριών.
Το
πρόβλημα είναι ότι τα
οφέλη διαχέονται σε
εκατοντάδες εκατομμύρια
καταναλωτές, ενώ οι
απώλειες συγκεντρώνονται
σε συγκεκριμένες
βιομηχανίες,
επιχειρήσεις και
περιοχές.
Η
γερμανική βιομηχανία
αποτελεί χαρακτηριστικό
παράδειγμα.
Το
μεγάλο πρόβλημα του
ευρωπαϊκού μοντέλου
Εδώ
βρίσκεται, σύμφωνα με
την ING, το βαθύτερο
ζήτημα.
Η
Ευρώπη έχει επί
δεκαετίες στηρίξει την
ανάπτυξή της στις
εξαγωγές αγαθών. Ένα
μεγάλο εμπορικό
πλεόνασμα θεωρείται
συνήθως πλεονέκτημα.
Δεν
είναι όμως απαραίτητα
έτσι.
Ένα
εμπορικό πλεόνασμα
σημαίνει ότι μια
οικονομία πουλά
περισσότερα στο
εξωτερικό από όσα
αγοράζει. Αυτό
δημιουργεί εξάρτηση από
τη ζήτηση άλλων χωρών
και από την ικανότητα
των ξένων οφειλετών να
αποπληρώνουν τις
υποχρεώσεις τους.
Παράλληλα, τα επίμονα
εμπορικά πλεονάσματα
μπορεί να αποτελούν
ένδειξη αδύναμης
εσωτερικής ζήτησης.
Τα
νοικοκυριά αποταμιεύουν
περισσότερο, οι μισθοί
μπορεί να αυξάνονται πιο
αργά από την
παραγωγικότητα, οι
επιχειρήσεις επενδύουν
λιγότερο και οι
κυβερνήσεις μπορεί να
δίνουν μεγαλύτερη έμφαση
στη μείωση του χρέους
παρά στις παραγωγικές
επενδύσεις.
Η
Γερμανία αποτελεί
χαρακτηριστικό
παράδειγμα ενός μοντέλου
στο οποίο η ανάπτυξη
εξαρτήθηκε σε μεγάλο
βαθμό από την εξωτερική
ζήτηση.
Η
Ευρώπη χρειάζεται να
καταναλώνει περισσότερο
από όσα παράγει
Η
πρόκληση των επόμενων
ετών είναι ότι ένα
μοντέλο ανάπτυξης
βασισμένο στις εξαγωγές
και στη μεταποίηση
γίνεται ολοένα πιο
δύσκολο να διατηρηθεί.
Οι
υπηρεσίες, και ειδικά οι
ψηφιακές υπηρεσίες,
καταλαμβάνουν μεγαλύτερο
μέρος της κατανάλωσης.
Παράλληλα, η γήρανση του
ευρωπαϊκού πληθυσμού θα
αυξήσει τη ζήτηση για
υγεία, αναψυχή, τουρισμό
και άλλες υπηρεσίες, ενώ
η ενεργοβόρα βιομηχανική
παραγωγή είναι πιθανό να
αντιμετωπίσει ολοένα
μεγαλύτερα μειονεκτήματα
κόστους.
Η
λύση μπορεί να βρίσκεται
στην ίδια την ευρωπαϊκή
αγορά.
Η
Ευρώπη διαθέτει
περισσότερους από
500 εκατ. καταναλωτές,
ισχυρούς ισολογισμούς
νοικοκυριών και
επιχειρήσεων και
σημαντικές
αποταμιεύσεις.
Το
ζητούμενο είναι να
μετατραπεί μεγαλύτερο
μέρος αυτής της
αποταμίευσης σε
κατανάλωση και
παραγωγικές επενδύσεις.
Η
αύξηση των πραγματικών
εισοδημάτων θα μπορούσε
να ενισχύσει την
αγοραστική δύναμη και να
δημιουργήσει κίνητρα για
επενδύσεις που αυξάνουν
την παραγωγικότητα.
Παράλληλα, η καλύτερη
αξιοποίηση των ιδιωτικών
αποταμιεύσεων μέσω
φορολογικών κινήτρων,
συνταξιοδοτικών
μεταρρυθμίσεων και
καλύτερης
χρηματοοικονομικής
παιδείας θα μπορούσε να
κατευθύνει περισσότερα
κεφάλαια προς τις
επιχειρήσεις και τις
επενδύσεις.
Η
μεγάλη ευκαιρία:
επενδύσεις και ενοποίηση
της ευρωπαϊκής αγοράς
Το
μεγαλύτερο αναπτυξιακό
περιθώριο βρίσκεται
πιθανώς στις
επιχειρηματικές
επενδύσεις.
Για
να συμβεί αυτό,
χρειάζεται βαθύτερη
ενοποίηση της ευρωπαϊκής
αγοράς, ιδιαίτερα στις
υπηρεσίες, ώστε οι
επιχειρήσεις να μπορούν
να επεκτείνονται
ευκολότερα πέρα από τα
εθνικά σύνορα.
Παράλληλα, απαιτούνται
πιο ευέλικτες αγορές
εργασίας και ένα
επιχειρηματικό
περιβάλλον που θα
επιτρέπει ταχύτερη
προσαρμογή.
Η
δημοσιονομική πολιτική
μπορεί επίσης να παίξει
μεγαλύτερο ρόλο όταν η
ιδιωτική ζήτηση είναι
αδύναμη, υπό την
προϋπόθεση ότι τα
δημόσια οικονομικά το
επιτρέπουν και ότι οι
δαπάνες κατευθύνονται
κυρίως σε επενδύσεις.
Η
Γερμανία ήδη κινείται
προς αυτή την
κατεύθυνση,
εγκαταλείποντας μέρος
της παραδοσιακής
δημοσιονομικής λιτότητας
και αυξάνοντας τις
επενδύσεις στις
υποδομές.
Η
ανάκαμψη είναι μέχρι
στιγμής περισσότερο
ορατή στον
κατασκευαστικό κλάδο,
όμως η κατεύθυνση έχει
αλλάξει.
Παράλληλα, το ευρωπαϊκό
Ταμείο Ανάκαμψης
κινητοποιεί περίπου
650 δισ. ευρώ
και εκτιμάται ότι μπορεί
να προσθέσει σχεδόν
900 δισ. ευρώ στο
ευρωπαϊκό ΑΕΠ έως το
2030.
Από
την εμπορική άμυνα στη
νέα ευρωπαϊκή ανάπτυξη
Η
Ευρώπη δεν χρειάζεται να
επιλέξει ανάμεσα στην
εξωστρέφεια και στην
εσωτερική ανάπτυξη.
Μπορεί να ενισχύσει τις
εμπορικές της σχέσεις,
να διαφοροποιήσει τις
αλυσίδες εφοδιασμού και
να μειώσει τις
στρατηγικές εξαρτήσεις
της, ενώ ταυτόχρονα να
δημιουργήσει μια
ισχυρότερη εσωτερική
αγορά.
Αυτό μπορεί τελικά να
είναι το σημαντικότερο
αποτέλεσμα της σημερινής
εμπορικής αναταραχής.
Οι
αμερικανικοί δασμοί, η
κινεζική βιομηχανική
επέλαση και οι
γεωπολιτικοί κίνδυνοι
αποτελούν βραχυπρόθεσμα
σημαντικές προκλήσεις.
Μακροπρόθεσμα, όμως,
μπορούν να λειτουργήσουν
ως καταλύτης για την
αλλαγή ενός μοντέλου που
βασίστηκε υπερβολικά
στην εξωτερική ζήτηση.
Η
Ευρώπη αρχίζει να
αντιλαμβάνεται ότι η
μεγαλύτερη αγορά στην
οποία μπορεί να έχει
πραγματικά τον έλεγχο
δεν βρίσκεται στην
Αμερική ή στην Κίνα.
Βρίσκεται μέσα στα δικά
της σύνορα.
Πηγή: ING
|