|
Η JP
Morgan
επισημαίνει ότι το
timing
είναι ευνοϊκό. Μετά τη
διόρθωση που ακολούθησε
το ράλι
Ιανουαρίου-Φεβρουαρίου
και τις αναταράξεις λόγω
του πολέμου στο Ιράν, οι
επενδυτές αναζητούν
μετοχές με
συγκεκριμένους και
ισχυρούς καταλύτες. Ένα
γεγονός ένταξης σε
δείκτη που αντιστοιχεί
σε 3 έως 5 φορές τον
μέσο ημερήσιο όγκο
συναλλαγών αποτελεί
ακριβώς αυτό. Παράλληλα,
η προσπάθεια της ΔΕΗ να
αντλήσει περίπου 4 δισ.
ευρώ μέσω αύξησης
κεφαλαίου ενισχύει την
ανάγκη για εξωτερική
ζήτηση στην ελληνική
αγορά.
Σε επίπεδο αποτιμήσεων,
το discount
των ελληνικών τραπεζών
έναντι των ευρωπαϊκών
έχει συρρικνωθεί
σημαντικά – από μέσο όρο
17% την τελευταία διετία
σε περίπου 5% σήμερα με
βάση τον δείκτη P/E
επόμενων 12 μηνών. Το
μακροοικονομικό υπόβαθρο
παραμένει επίσης
ευνοϊκό, με ανάπτυξη ΑΕΠ
υψηλότερη από τον μέσο
όρο της Ευρωζώνης και
ένα πολιτικό περιβάλλον
σταθερότητας, καθώς η
κυβέρνηση της Νέας
Δημοκρατίας διατηρεί
προβάδισμα στις
δημοσκοπήσεις ενόψει των
εκλογών του καλοκαιριού
2027.
Εδώ ακριβώς, όμως,
ξεκινά και η ανησυχία
της JP
Morgan
για το MSCI.
Η μετάβαση στους δείκτες
MSCI
ανεπτυγμένων αγορών τον
Μάιο του 2027 αναμένεται
να οδηγήσει σε καθαρές
εκροές ύψους 220 εκατ.
δολαρίων: οι εισροές 161
εκατ. δολαρίων από τις
μετοχές που θα
μετακινηθούν στις
ανεπτυγμένες αγορές θα
αντισταθμιστούν από
εκροές 381 εκατ.
δολαρίων. Η Ελλάδα θα
εκπροσωπείται στον
MSCI
Europe
με έξι μετοχές αντί οκτώ
που διαθέτει σήμερα
στους δείκτες
αναδυόμενων αγορών, με
στάθμιση 0,38% –
χαμηλότερα από Αυστρία
και Ιρλανδία, αλλά
υψηλότερα από
Πορτογαλία.
Το βαθύτερο πρόβλημα
είναι η συρρίκνωση της
ορατότητας. Η στάθμιση
της Ελλάδας θα πέσει από
πάνω από 4% στους
δείκτες αναδυόμενων
αγορών EMEA
σε λιγότερο από 0,30%
στον MSCI
Europe
και μόλις 0,05% στον
MSCI
World.
Η μετάβαση από επενδυτές
που εστιάζουν σε χώρες
αναδυόμενων αγορών σε
πανευρωπαϊκά κλαδικά
χαρτοφυλάκια σημαίνει
ότι οι ελληνικές μετοχές
θα λαμβάνουν λιγότερη
προσοχή – θα είναι απλώς
ένα μικρό κομμάτι
ευρύτερων κλαδικών
επιλογών. Η JP
Morgan
υπενθυμίζει ότι κάτι
αντίστοιχο είχε συμβεί
το 2001, όταν η
τελευταία αναβάθμιση της
Ελλάδας σε ανεπτυγμένη
αγορά είχε οδηγήσει σε
αισθητή υποχώρηση του
επενδυτικού
ενδιαφέροντος.


|