|
«I
am the house now»
Στις 8 Σεπτεμβρίου ο
Bessent είχε δηλώσει
χαρακτηριστικά
«I
am
the
house
now»,
προκαλώντας ουσιαστικά
τους επενδυτές να
στοιχηματίσουν εναντίον
του και της αμερικανικής
κυβέρνησης.
Η
τοποθέτηση αυτή είχε
ιδιαίτερη σημασία, καθώς
το αμερικανικό υπουργείο
Οικονομικών προσπαθεί να
διαχειριστεί ένα
εξαιρετικά δύσκολο
περιβάλλον στην αγορά
κρατικού χρέους.
Στο
πλαίσιο αυτό, το
αμερικανικό Δημόσιο
προχώρησε σε επαναγορές
κρατικών τίτλων ύψους
περίπου
6 δισ. δολαρίων,
με στόχο να βελτιώσει τη
λειτουργία της αγοράς
και να συμβάλει στη
μείωση του κόστους
δανεισμού.
Ωστόσο, η εξέλιξη των
αποδόσεων κινήθηκε προς
την αντίθετη κατεύθυνση.
Στις αρχές Οκτωβρίου, η
απόδοση του αμερικανικού
10ετούς και ιδιαίτερα
του 30ετούς ομολόγου
βρέθηκαν στα υψηλότερα
επίπεδα από το 2002,
εξέλιξη που ανέδειξε τα
όρια της παρέμβασης του
υπουργείου Οικονομικών.
Με
άλλα λόγια, η αγορά
έστειλε ένα σαφές
μήνυμα:
οι μακροπρόθεσμες
αποδόσεις δεν
καθορίζονται μόνο από
τις κινήσεις της
κυβέρνησης ή τις
δηλώσεις του υπουργού
Οικονομικών.
Η
αγορά των αμερικανικών
ομολόγων είναι
μεγαλύτερη από
οποιονδήποτε υπουργό
Η
αγορά αμερικανικών
κρατικών ομολόγων
ξεπερνά τα
30 τρισ. δολάρια
και αποτελεί τον πυρήνα
του παγκόσμιου
χρηματοπιστωτικού
συστήματος.
Οι
αποδόσεις της
επηρεάζονται από ένα
πολύ ευρύτερο σύνολο
παραγόντων:
τις
προσδοκίες για τον
πληθωρισμό,
την
πορεία της αμερικανικής
οικονομίας,
την
πολιτική της Federal
Reserve,
το
ύψος των νέων εκδόσεων
κρατικού χρέους,
τη
ζήτηση των επενδυτών για
Treasuries,
τις
δημοσιονομικές
προοπτικές των ΗΠΑ,
αλλά και τις διεθνείς
εξελίξεις στις αγορές
ενέργειας και κεφαλαίων.
Αυτός είναι και ο λόγος
για τον οποίο οι
προσπάθειες της
αμερικανικής κυβέρνησης
να περιορίσει τις
αποδόσεις των
μακροπρόθεσμων ομολόγων
αντιμετωπίζουν
σημαντικούς
περιορισμούς.
Γιατί ανεβαίνουν οι
αποδόσεις των Treasuries
Ένας από τους βασικούς
παράγοντες είναι η
ανθεκτικότητα της
αμερικανικής οικονομίας.
Όσο η οικονομική
δραστηριότητα παραμένει
ισχυρή, οι επενδυτές δεν
θεωρούν δεδομένη μια
γρήγορη επιστροφή σε
περιβάλλον πολύ χαμηλών
επιτοκίων.
Παράλληλα, οι υψηλές
τιμές ενέργειας
διατηρούν τους
πληθωριστικούς κινδύνους
στο προσκήνιο.
Ένας ακόμη παράγοντας
είναι η
τεράστια προσφορά νέου
χρέους.
Το αμερικανικό Δημόσιο
χρειάζεται να
χρηματοδοτεί μεγάλα
δημοσιονομικά
ελλείμματα, γεγονός που
αυξάνει την προσφορά
τίτλων στην αγορά.
Την
ίδια στιγμή, μεγάλες
τεχνολογικές εταιρείες
έχουν αρχίσει να
προσφεύγουν περισσότερο
στην αγορά ομολόγων για
να χρηματοδοτήσουν τις
τεράστιες επενδύσεις
τους στην τεχνητή
νοημοσύνη. Πρόκειται για
μια επιπλέον πηγή
προσφοράς εταιρικού
χρέους που
ανταγωνίζεται, σε κάποιο
βαθμό, την τοποθέτηση
κεφαλαίων στα κρατικά
ομόλογα.
Σημαντικό ήταν επίσης το
αποτέλεσμα της
δημοπρασίας του
αμερικανικού 5ετούς
ομολόγου τον Σεπτέμβριο,
η οποία δεν ικανοποίησε
την αγορά και
δημιούργησε ερωτήματα
για το κατά πόσο η
ζήτηση για αμερικανικό
χρέος παραμένει τόσο
ισχυρή όσο στο παρελθόν.
Η Fed
δεν βιάζεται να μειώσει
τα επιτόκια
Την ίδια στιγμή, δύο
κορυφαία στελέχη της
Federal
Reserve
έχουν στείλει το μήνυμα
ότι δεν υπάρχει λόγος
για άμεση αλλαγή της
νομισματικής πολιτικής.
Ο πρόεδρος της
Federal
Reserve
Bank
of
New
York,
John
Williams,
δήλωσε στις 29
Σεπτεμβρίου ότι
«δεν υπάρχει ανάγκη για
βιασύνη».
Ο Williams
εκτίμησε ότι η
Fed
δεν αναμένεται να
προχωρήσει σε νέα αύξηση
επιτοκίων στα τέλη
Οκτωβρίου, χωρίς ωστόσο
να αποκλείσει το
ενδεχόμενο μιας νέας
αύξησης αργότερα μέσα
στη χρονιά.
Ανάλογη στάση τηρεί και
ο αντιπρόεδρος της
Federal
Reserve,
Philip
Jefferson,
ενισχύοντας την εικόνα
μιας κεντρικής τράπεζας
που προτιμά να περιμένει
περισσότερα στοιχεία για
τον πληθωρισμό και την
οικονομία.
Για την αγορά ομολόγων,
αυτό σημαίνει ότι οι
επενδυτές εξακολουθούν
να απαιτούν υψηλότερη
αποζημίωση για να
διακρατήσουν
μακροπρόθεσμο
αμερικανικό χρέος.
Τι σημαίνουν τα
υψηλότερα επιτόκια για
νοικοκυριά και
επιχειρήσεις
Η άνοδος των αποδόσεων
δεν αποτελεί απλώς
ζήτημα της Wall
Street.
Μεταφέρεται σταδιακά και
στην πραγματική
οικονομία.
Τα υψηλότερα επιτόκια
μπορούν να αυξήσουν το
κόστος χρηματοδότησης
για:
στεγαστικά δάνεια,
καταναλωτικά δάνεια,
πιστωτικές κάρτες,
γραμμές πίστωσης,
χρηματοδότηση
αυτοκινήτου.
Παράλληλα, οι
επιχειρήσεις
αντιμετωπίζουν υψηλότερο
κόστος δανεισμού. Αυτό
μπορεί να περιορίσει τις
επενδύσεις, να
επιβραδύνει την ανάπτυξη
και, σε ορισμένες
περιπτώσεις, να οδηγήσει
σε υψηλότερες τιμές
προϊόντων και υπηρεσιών.
Υπάρχει όμως και η άλλη
πλευρά.
Οι
αποταμιευτές μπορούν να
επωφεληθούν από
υψηλότερες αποδόσεις σε
καταθέσεις και
προθεσμιακές
τοποθετήσεις, ενώ τα νέα
ομόλογα που εκδίδονται
προσφέρουν υψηλότερα
κουπόνια.
Το
πρόβλημα για τις μετοχές
Η
μεγαλύτερη ανησυχία για
τις αγορές είναι η σχέση
μεταξύ αποδόσεων
ομολόγων και αποτιμήσεων
των μετοχών.
Όταν οι αποδόσεις των
κρατικών ομολόγων
αυξάνονται σημαντικά, τα
ομόλογα γίνονται πιο
ελκυστικά σε σχέση με
τις μετοχές. Ένα μέρος
των επενδυτών μπορεί
επομένως να μετακινήσει
κεφάλαια από τις μετοχές
προς τα ομόλογα ή τα
διαθέσιμα.
Παράλληλα, τα υψηλότερα
επιτόκια αυξάνουν το
προεξοφλητικό επιτόκιο
που χρησιμοποιείται για
την αποτίμηση των
μελλοντικών ταμειακών
ροών των επιχειρήσεων.
Αυτό ασκεί πίεση στις
χρηματιστηριακές
αποτιμήσεις, ιδιαίτερα
στις μετοχές ανάπτυξης
και τεχνολογίας που
στηρίζονται σε υψηλές
προσδοκίες για
μελλοντικά κέρδη.
Επιπλέον, εάν το
αυξημένο κόστος
χρηματοδότησης
περιορίσει την ανάπτυξη
των επιχειρήσεων, μπορεί
να επηρεαστούν αρνητικά
και τα ίδια τα εταιρικά
κέρδη.
Έτσι δημιουργείται ένας
διπλός μηχανισμός
πίεσης:
υψηλότερες αποδόσεις
ομολόγων μειώνουν τις
αποτιμήσεις των μετοχών,
ενώ η επιβράδυνση της
οικονομίας μπορεί
ταυτόχρονα να περιορίσει
την αύξηση των κερδών.
Το
μεγαλύτερο μήνυμα από
την άνοδο των αποδόσεων
Η
περίπτωση Bessent
αναδεικνύει τελικά κάτι
σημαντικότερο από μια
προσωπική αντιπαράθεση
με τον Krugman.
Η
αμερικανική αγορά
κρατικών ομολόγων είναι
τόσο μεγάλη και
επηρεάζεται από τόσο
ισχυρές μακροοικονομικές
δυνάμεις, ώστε ακόμη και
το υπουργείο Οικονομικών
έχει περιορισμένη
δυνατότητα να καθορίσει
την κατεύθυνσή της.
Η αγορά μπορεί
να αγνοήσει τις
κυβερνητικές
διαβεβαιώσεις όταν
θεωρεί ότι ο
πληθωρισμός, τα
δημοσιονομικά
ελλείμματα, η προσφορά
χρέους και η νομισματική
πολιτική οδηγούν σε
υψηλότερες αποδόσεις.
Και
όσο οι αποδόσεις των
αμερικανικών ομολόγων
παραμένουν σε υψηλά
επίπεδα, το ζήτημα δεν
αφορά μόνο την
Ουάσιγκτον. Επηρεάζει το
κόστος χρήματος
παγκοσμίως, τις
αποτιμήσεις των μετοχών,
τις επενδύσεις των
επιχειρήσεων και τελικά
το κόστος δανεισμού
νοικοκυριών και κρατών.
Η
μεγαλύτερη πρόκληση για
τον Bessent, επομένως,
δεν είναι να πείσει τους
επενδυτές με δηλώσεις.
Είναι να αντιμετωπίσει
τις οικονομικές δυνάμεις
που βρίσκονται πίσω από
την άνοδο των αποδόσεων.
|