|
Οι πιθανοί στόχοι
περιλαμβάνουν
ενεργειακές υποδομές,
πυρηνικές εγκαταστάσεις,
καθώς και το οπλοστάσιο
βαλλιστικών πυραύλων και
μη επανδρωμένων
αεροσκαφών του Ιράν.
Αμερικανοί αξιωματούχοι
εκτιμούν ότι μια νέα,
μεγάλης κλίμακας
επιχείρηση θα μπορούσε
να επιβαρύνει ακόμη
περισσότερο την ιρανική
οικονομία και να
αναγκάσει την Τεχεράνη
να προχωρήσει σε
διπλωματικές
παραχωρήσεις, έπειτα από
σχεδόν οκτώ μήνες
συγκρούσεων.
Ωστόσο, δεν υπάρχει
συναίνεση ως προς την
αποτελεσματικότητα μιας
τέτοιας στρατηγικής.
Ορισμένοι αξιωματούχοι
και αναλυτές αμφισβητούν
ότι ένας νέος γύρος
επιθέσεων θα μπορούσε να
πετύχει περισσότερα από
την προηγούμενη
εκστρατεία, η οποία
πραγματοποιήθηκε μεταξύ
Φεβρουαρίου και
Απριλίου.
Οι τότε επιχειρήσεις
προκάλεσαν άνοδο των
ενεργειακών τιμών και
ενίσχυσαν τις
πληθωριστικές πιέσεις
διεθνώς, επιδείνωσαν την
ασφάλεια στη Μέση
Ανατολή και περιόρισαν
τα αποθέματα
αναχαιτιστικών πυραύλων
του αμερικανικού
Πενταγώνου.
Οι επιφυλάξεις Τραμπ και
το διπλωματικό
παρασκήνιο
Παραμένει αβέβαιο αν ο
Ντόναλντ Τραμπ θα δώσει
τελικά το πράσινο φως
για την επανέναρξη των
επιθέσεων. Κατά τη
διάρκεια του έτους, ο
Αμερικανός πρόεδρος έχει
επανειλημμένα απορρίψει
σχέδια επιστροφής σε
εκτεταμένες πολεμικές
επιχειρήσεις, ακόμη και
όταν οι αμερικανικές και
οι ισραηλινές δυνάμεις
φέρονται να βρίσκονταν
κοντά στην υλοποίησή
τους.
Σύμφωνα με τις ίδιες
πηγές, η Ουάσιγκτον
συνεχίζει παράλληλα τις
διπλωματικές
προσπάθειες,
χρησιμοποιώντας την
πιθανότητα νέων
επιθέσεων ως μοχλό
πίεσης προς την
Τεχεράνη. Στόχος είναι
να εξασφαλιστεί πρόοδος
στις διαπραγματεύσεις
για το πυρηνικό
πρόγραμμα του Ιράν και
για τον έλεγχο των
Στενών του Ορμούζ.
Μέχρι στιγμής, ωστόσο, η
ιρανική πλευρά δεν
εμφανίζεται πρόθυμη να
κάνει ουσιαστικές
παραχωρήσεις στο
πυρηνικό ζήτημα,
επιμένοντας ότι αυτό θα
πρέπει να εξεταστεί σε
μεταγενέστερο στάδιο των
συνομιλιών.
Αμερικανοί αξιωματούχοι
θεωρούν ότι μια εντατική
στρατιωτική επιχείρηση
διάρκειας περίπου τριών
ημερών θα μπορούσε να
προκαλέσει τόσο μεγάλη
οικονομική ζημία, ώστε
να μεταβάλει τη στάση
της ιρανικής ηγεσίας.
Άλλοι Δυτικοί
αξιωματούχοι, ωστόσο,
επισημαίνουν ότι η
Τεχεράνη έχει μέχρι
στιγμής απορροφήσει τις
πιέσεις που ασκούνται
στην οικονομία της.
Η Ντέινα Στρολ, η οποία
είχε την ευθύνη χάραξης
πολιτικής για τη Μέση
Ανατολή στο αμερικανικό
Πεντάγωνο επί κυβέρνησης
Μπάιντεν και σήμερα
εργάζεται στο Ινστιτούτο
της Ουάσιγκτον για την
Πολιτική στην Εγγύς
Ανατολή, υποστήριξε ότι
ο συνδυασμός
στρατιωτικών
επιχειρήσεων, αυστηρών
κυρώσεων και
αμερικανικού ναυτικού
αποκλεισμού δεν έχει
οδηγήσει την ιρανική
κυβέρνηση σε ουσιαστική
επιστροφή στις
διαπραγματεύσεις.
Παράλληλα, αμφισβήτησε
κατά πόσο ο Τραμπ και ο
Νετανιάχου έχουν
παρουσιάσει ένα πειστικό
σχέδιο για το πώς μια
νέα πολεμική εκστρατεία
θα μπορούσε να ξεπεράσει
το στρατηγικό αδιέξοδο,
σε μια περιοχή που
χαρακτηρίζεται από
αυξανόμενη αστάθεια και
διαδοχικές συγκρούσεις.
Οι εκλογές στο Ισραήλ
και οι πολιτικοί
υπολογισμοί Νετανιάχου
Πρόσθετη αβεβαιότητα
δημιουργούν οι
ισραηλινές εκλογές της
27ης Οκτωβρίου. Σε
περίπτωση ήττας του
Νετανιάχου, ο ίδιος θα
μπορούσε να παραμείνει
επικεφαλής υπηρεσιακής
κυβέρνησης, εξέλιξη που,
σύμφωνα με αναλυτές, θα
περιόριζε την πολιτική
του ευχέρεια να λάβει
αποφάσεις για την έναρξη
νέων πολεμικών
επιχειρήσεων.
Άλλοι αναλυτές, ωστόσο,
εκτιμούν ότι ο
Ισραηλινός πρωθυπουργός
ενδέχεται να αξιοποιήσει
την προοπτική μιας
κοινής
αμερικανοϊσραηλινής
επίθεσης για να πιέσει
τους πολιτικούς του
αντιπάλους να
συμμετάσχουν σε
κυβέρνηση εθνικής
ενότητας, παρατείνοντας
έτσι την παραμονή του
στην εξουσία.
Μετά την επίθεση της
Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου
2023, ο Νετανιάχου είχε
σχηματίσει κυβέρνηση
εθνικής ενότητας,
εντάσσοντας στελέχη της
αντιπολίτευσης στο
πολεμικό υπουργικό
συμβούλιο.
Η Ισραηλινή πολιτική
σχολιάστρια και
συγγραφέας Μαζάλ Μουάλεμ
εκτίμησε ότι ο
πρωθυπουργός θα μπορούσε
να επιδιώξει τη
συγκρότηση μιας
ευρύτερης κυβέρνησης
έκτακτης ανάγκης, αλλά
θα έπρεπε πρώτα να
πείσει τους πολιτικούς
του αντιπάλους. Όπως
σημείωσε, μια ιρανική
επίθεση θα άλλαζε τα
πολιτικά δεδομένα, ενώ η
απόφαση του Ισραήλ να
ξεκινήσει από μόνο του
μια νέα επιθετική
επιχείρηση θα ήταν πολύ
πιο δύσκολη.
Σύμφωνα με τους
αξιωματούχους που
επικαλούνται οι
New
York
Times,
ο Τραμπ δύσκολα θα
ξεκινούσε νέα εκστρατεία
μέσα στον Οκτώβριο,
καθώς είχε δεσμευτεί
στις αρχές του μήνα να
μην εξαπολύσει επίθεση
πριν από τις ενδιάμεσες
εκλογές στις ΗΠΑ.
Η πλήρης ανάπτυξη των
αμερικανικών δυνάμεων
στην περιοχή αναμένεται,
σύμφωνα με τις ίδιες
πηγές, στις αρχές
Νοεμβρίου. Το σχέδιο
ανάπτυξης περιλαμβάνει
τρία αεροπλανοφόρα,
χιλιάδες πεζοναύτες,
μαχητικά αεροσκάφη και
δυνάμεις ειδικών
επιχειρήσεων. Στους
στρατιωτικούς
υπολογισμούς φέρεται να
λαμβάνεται υπόψη και η
μεγαλύτερη διάρκεια της
νύχτας στο Ιράν, καθώς ο
αμερικανικός στρατός
συχνά προτιμά να
πραγματοποιεί επιθέσεις
υπό το σκοτάδι.
Οι ανησυχίες για
επέκταση της σύγκρουσης
ενισχύθηκαν, επίσης,
μετά την απόφαση του
Στέιτ Ντιπάρτμεντ να
διατάξει την αποχώρηση
του μη απαραίτητου
προσωπικού της
αμερικανικής κυβέρνησης
και των οικογενειών τους
από τη Σαουδική Αραβία.
Οι υποστηριζόμενοι από
το Ιράν Χούθι
εξακολουθούν να
εξαπολύουν επιθέσεις
εναντίον στόχων στη
χώρα.
Εκπρόσωπος του Λευκού
Οίκου δήλωσε ότι η
κυβέρνηση δεν σχολιάζει
στρατιωτικά σχέδια που
ενδέχεται να υπάρχουν,
υπογραμμίζοντας
παράλληλα ότι ο Τραμπ
διατηρεί όλες τις
επιλογές ανοιχτές, με
στόχο να αποτρέψει την
απόκτηση πυρηνικών όπλων
από το Ιράν.
Πάντως, σύμφωνα με το
δημοσίευμα, οι
σχεδιαζόμενοι στόχοι δεν
αναμένεται να
περιλαμβάνουν
διυλιστήρια και
πετρελαϊκές
εγκαταστάσεις, καθώς ο
Αμερικανός πρόεδρος
επιδιώκει να αποφύγει
μια νέα εκτίναξη των
τιμών της βενζίνης.
Στο επίκεντρο οι
υπόγειες πυρηνικές
εγκαταστάσεις
Οι αμερικανικές και οι
ισραηλινές ένοπλες
δυνάμεις εξετάζουν,
σύμφωνα με πηγές που
γνωρίζουν τον σχεδιασμό,
επιχειρήσεις κατά του
πυρηνικού προγράμματος
του Ιράν. Μεταξύ των
πιθανών στόχων
αναφέρεται η εγκατάσταση
στο όρος Πίκαξ, γνωστή
στο Ιράν ως Κουχ
Κολάνγκ, η οποία
βρίσκεται βαθιά κάτω από
την επιφάνεια του
εδάφους.
Την προηγούμενη
εβδομάδα, ο Τραμπ
φέρεται να εξέτασε το
ενδεχόμενο χρήσης της
βόμβας GBU-43/B
Massive
Ordnance
Air
Blast
(MOAB),
βάρους περίπου 10 τόνων,
εναντίον της
συγκεκριμένης
εγκατάστασης. Το όπλο
είναι γνωστό ως «Μητέρα
όλων των βομβών»,
ονομασία που, σύμφωνα με
Αμερικανούς
αξιωματούχους, έχει
προσελκύσει ιδιαίτερα το
ενδιαφέρον του προέδρου.
Ειδικοί στα οπλικά
συστήματα, ωστόσο,
εκφράζουν αμφιβολίες για
την αποτελεσματικότητά
της απέναντι σε έναν
βαθιά υπόγειο στόχο. Η
MOAB
έχει σχεδιαστεί ώστε να
εκρήγνυται πάνω από το
έδαφος, προκαλώντας
ισχυρό ωστικό κύμα, και
ενδέχεται να μην μπορεί
να καταστρέψει μια
εγκατάσταση που
βρίσκεται μέσα σε
συμπαγή πετρώματα
γρανίτη.
Επιπλέον, η βόμβα
μεταφέρεται από
αεροσκάφος MC-130,
το οποίο πετά με σχετικά
χαμηλή ταχύτητα και θα
μπορούσε να εκτεθεί σε
κίνδυνο από την ιρανική
αντιαεροπορική άμυνα.
Οι δύο σύμμαχοι είχαν
φτάσει κοντά σε νέα
επίθεση κατά του Ιράν
στις αρχές του μήνα,
αλλά ο Τραμπ φέρεται να
ανέβαλε την επιχείρηση
την τελευταία στιγμή.
Σύμφωνα με Αμερικανούς
και Ισραηλινούς
αξιωματούχους Άμυνας, οι
επανειλημμένες
προετοιμασίες που τελικά
ακυρώνονται προκαλούν
σημαντικές αναταράξεις
στην καθημερινή
λειτουργία των
στρατιωτικών επιτελείων.
Η Τεχεράνη απειλεί με
ευρύτερα και σκληρότερα
αντίποινα
Η ιρανική ηγεσία δεν
εμφανίζεται διατεθειμένη
να υποχωρήσει, καθώς
εκτιμά ότι ο απώτερος
στόχος των ΗΠΑ και του
Ισραήλ είναι η ανατροπή
της κυβέρνησης της
χώρας.
Ο νέος ανώτατος ηγέτης
του Ιράν, αγιατολάχ
Μοτζτάμπα Χαμενεΐ,
παραμένει σε μεγάλο
βαθμό άγνωστος στις
αμερικανικές και
ισραηλινές υπηρεσίες
πληροφοριών. Ορισμένοι
αξιωματούχοι θεωρούν ότι
δεν διαθέτει την
πολιτική και θρησκευτική
επιρροή του πατέρα του,
ο οποίος σκοτώθηκε στις
αρχές του πολέμου.
Εκτιμάται, επίσης, ότι
οι σκληροπυρηνικοί
κύκλοι των Φρουρών της
Ισλαμικής Επανάστασης
ασκούν καθοριστική
επιρροή στη λήψη των
αποφάσεων.
Ιρανοί αξιωματούχοι
υποστηρίζουν ότι
γνωρίζουν τα αμερικανικά
στρατιωτικά σχέδια και
προετοιμάζουν τη δική
τους απάντηση, με
διευρυμένη λίστα πιθανών
στόχων.
Ο πολιτικός αναλυτής
στην Τεχεράνη Πεϊμάν
Σαλεχί δήλωσε ότι, εάν
πληγεί η εγκατάσταση στο
όρος Πίκαξ, το Ιράν θα
μπορούσε να απαντήσει με
επιθέσεις σε μεγάλα
διυλιστήρια της
Σαουδικής Αραβίας και
εγκαταστάσεις της
Aramco.
Μια τέτοια εξέλιξη,
υποστήριξε, θα μπορούσε
να προκαλέσει απότομη
άνοδο στις διεθνείς
τιμές του πετρελαίου και
της ενέργειας.
Ο ίδιος υποστήριξε ότι η
αύξηση του ενεργειακού
κόστους αποτελεί ένα από
τα ισχυρότερα μέσα
πίεσης προς τον Τραμπ,
καθώς επηρεάζει άμεσα
τους Αμερικανούς
καταναλωτές.
Από την πλευρά του, ο
Μαχντί Μοχαμαντί,
ανώτερος σύμβουλος του
Ιρανού διαπραγματευτή
Μοχάμαντ Μπαγκέρ
Γκαλιμπάφ, χαρακτήρισε
«φαντασίωση» την
εκτίμηση ότι οι ΗΠΑ θα
μπορούσαν να
ολοκληρώσουν έναν νέο
γύρο επιθέσεων μέσα σε
72 ώρες.
Σε ανάρτησή του,
υποστήριξε ότι η
Τεχεράνη θα αποφασίσει
πότε θα τερματιστεί ο
πόλεμος, υπενθυμίζοντας
ότι τον Φεβρουάριο ο
Τραμπ είχε προβλέψει πως
η σύγκρουση θα διαρκούσε
δύο εβδομάδες.
Ο Μοχαμαντί
προειδοποίησε, τέλος,
ότι οι επόμενες ιρανικές
επιθέσεις θα είναι ακόμη
πιο σφοδρές και πιο
σύνθετες, υποστηρίζοντας
ότι η χώρα έχει ήδη
θέσει σε εφαρμογή
ολοκληρωμένο σχέδιο
αντίδρασης.
Το ενδεχόμενο νέας
στρατιωτικής αναμέτρησης
παραμένει, συνεπώς,
συνδεδεμένο όχι μόνο με
τις εξελίξεις στο
πυρηνικό πρόγραμμα του
Ιράν και τις
διπλωματικές συνομιλίες,
αλλά και με τον κίνδυνο
ευρύτερης περιφερειακής
κλιμάκωσης. Μια νέα
σύγκρουση θα μπορούσε να
επηρεάσει εκ νέου τις
αγορές πετρελαίου, τις
τιμές της ενέργειας και
τον πληθωρισμό διεθνώς,
ενώ θα ασκούσε πρόσθετη
πίεση στην ασφάλεια των
θαλάσσιων μεταφορών και
στις ενεργειακές
υποδομές της Μέσης
Ανατολής.
|