| Ειδήσεις | Ο Κυνηγός | Λεωφόρος Αθηνών | "Κουλου - Βάχατα" | +/- | "Μας ακούνε" | Fundamentalist | Marx - Soros |

 
 

Πέμπτη, 25/06/2026

 

 

Παρά το γεγονός ότι η παγκόσμια αγορά πετρελαίου βρέθηκε αντιμέτωπη με ένα από τα μεγαλύτερα σοκ προσφοράς στην ιστορία της, οι τιμές του αργού δεν προσέγγισαν ποτέ τα ιστορικά υψηλά του 2008, ενώ ούτε οι τιμές της βενζίνης και του ντίζελ ξεπέρασαν τα επίπεδα που είχαν καταγραφεί το 2022.

Μετά τη συμφωνία των Ηνωμένων Πολιτειών με το Ιράν, οι τιμές του πετρελαίου υποχώρησαν έντονα, επιβεβαιώνοντας την εκτίμηση του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ ότι θα «πέσουν σαν βράχος».

Η εξέλιξη αυτή διέψευσε πολλές προβλέψεις αναλυτών και σχολιαστών που είχαν προειδοποιήσει για εκτίναξη των τιμών ακόμη και στα 200 δολάρια ανά βαρέλι. Σύμφωνα με ανάλυση του CNN, η εξήγηση βρίσκεται στην εξαιρετική προσαρμοστικότητα της παγκόσμιας αγοράς πετρελαίου και στους μηχανισμούς που ενεργοποιήθηκαν για να απορροφήσουν το σοκ.

 

Όπως επισημαίνει ο Πίτερ Τέιλορ της Macquarie Group, οι αγορές συχνά επιλύουν προβλήματα αποτελεσματικότερα από όσο αναμένεται. Παρ’ όλα αυτά, η κατάσταση εξακολουθεί να παρουσιάζει σημαντικές αβεβαιότητες.

Το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ από το Ιράν αφαίρεσε προσωρινά περίπου 13 εκατομμύρια βαρέλια ημερήσιας προσφοράς, ποσότητα που αντιστοιχεί σχεδόν στο 20% της παγκόσμιας αγοράς. Σύμφωνα με εκτιμήσεις της JPMorgan, από τον Φεβρουάριο έως τον Αύγουστο χάθηκαν συνολικά περίπου 1,6 δισεκατομμύρια βαρέλια εφοδιασμού.

Παρά το μέγεθος της διαταραχής, οι τιμές του Brent δεν ξεπέρασαν τα 115 δολάρια ανά βαρέλι, ενώ το αμερικανικό WTI παρέμεινε κάτω από τα 113 δολάρια.

Καθοριστικό ρόλο έπαιξαν τα υψηλά αποθέματα πετρελαίου. Η παγκόσμια οικονομία εισήλθε στην κρίση με περίπου 407 εκατομμύρια βαρέλια διαθέσιμων αποθεμάτων, τα οποία λειτούργησαν ως σημαντικό «μαξιλάρι» για την αγορά.

Παράλληλα, η συντονισμένη αποδέσμευση περίπου 400 εκατομμυρίων βαρελιών από τα στρατηγικά αποθέματα των χωρών-μελών του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας ενίσχυσε περαιτέρω την προσφορά. Στην ίδια κατεύθυνση λειτούργησε και η απόφαση των Ηνωμένων Πολιτειών να χαλαρώσουν τους περιορισμούς στο ρωσικό και ιρανικό πετρέλαιο, αυξάνοντας τη διαθεσιμότητα αργού στην αγορά.

Σύμφωνα με τη Νατάσα Κανέβα της JPMorgan, η αγορά κατάφερε επανειλημμένα να προσαρμοστεί με τρόπους που περιόρισαν τις ανοδικές πιέσεις στις τιμές. Η ίδια ήταν από τους λίγους αναλυτές που είχαν προβλέψει ότι οι τιμές θα κινούνταν κοντά στα 100 δολάρια κατά μέσο όρο την περίοδο της κρίσης.

Ένας ακόμη απρόβλεπτος παράγοντας ήταν η μεταφορά πετρελαίου μέσω εναλλακτικών διαδρομών. Δεκάδες δεξαμενόπλοια φέρονται να απενεργοποίησαν τα συστήματα εντοπισμού τους και να αποχώρησαν από τον Περσικό Κόλπο, μεταφέροντας περίπου 2 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως, συμβάλλοντας στη μερική αποκατάσταση της προσφοράς.

Την ίδια στιγμή, η ζήτηση αποδείχθηκε αισθητά ασθενέστερη από τις αρχικές εκτιμήσεις. Η JPMorgan υπολογίζει ότι οι επιπτώσεις του πολέμου οδήγησαν σε απώλεια ζήτησης περίπου 800 εκατομμυρίων βαρελιών στο διάστημα Φεβρουαρίου – Αυγούστου.

Καθοριστική ήταν η συμβολή της Κίνας. Η χώρα αξιοποίησε τα μεγάλα αποθέματα που είχε συσσωρεύσει πριν από τη σύγκρουση, αύξησε τη χρήση άνθρακα για την παραγωγή ενέργειας και επιτάχυνε τη διείσδυση των ηλεκτρικών οχημάτων. Σύμφωνα με την Kpler, η κινεζική ζήτηση μειώθηκε κατά 2,6 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως, ενώ ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας εκτιμά ότι η μετάβαση στην ηλεκτροκίνηση αφαιρεί περίπου 1 εκατομμύριο βαρέλια ημερησίως από την κατανάλωση πετρελαίου της χώρας.

Η υποχώρηση της ζήτησης αποδείχθηκε κρίσιμη για τη σταθεροποίηση της αγοράς. Όταν οι ελλείψεις καλύπτονται μέσω αποθεμάτων, οι τιμές συνήθως αυξάνονται σημαντικά. Αντίθετα, όταν μειώνεται η κατανάλωση, οι τιμές τείνουν να αποκλιμακώνονται μαζί με τη ζήτηση.

Παράλληλα, η παραγωγή πετρελαίου αυξήθηκε σημαντικά σε χώρες όπως η Βραζιλία και η Βενεζουέλα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες λειτούργησαν επίσης ως βασικός προμηθευτής για την κάλυψη ελλείψεων σε καύσιμα, συμβάλλοντας στην αποφυγή σοβαρών προβλημάτων στην ευρωπαϊκή αγορά αεροπορικών καυσίμων και στην αγορά ντίζελ της Αυστραλίας.

Οι επενδυτές εκτιμούν πλέον ότι η πρόσθετη παραγωγή δεν θα αποσυρθεί άμεσα από την αγορά ακόμη και μετά την πλήρη αποκατάσταση της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ, γεγονός που ενισχύει τις προσδοκίες για διατήρηση υψηλής προσφοράς.

Μάλιστα, αρκετοί αναλυτές θεωρούν ότι η παγκόσμια αγορά ενδέχεται να βρεθεί σύντομα αντιμέτωπη με υπερπροσφορά. Οι χώρες του ΟΠΕΚ που είχαν περιορίσει την παραγωγή τους αναμένεται να αυξήσουν ξανά τις εξαγωγές τους, ενώ η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα εκτιμάται ότι θα επιταχύνουν την παραγωγή τους τους επόμενους μήνες.

Η Capital Economics προβλέπει ότι η μεταπολεμική ανάκαμψη της Σαουδικής Αραβίας θα ενισχυθεί σημαντικά από την αύξηση της παραγωγής πετρελαίου, ενώ εκτιμά ότι και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα θα κινηθούν επιθετικά προς την ίδια κατεύθυνση.

Ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας εκτιμά ότι το 2027 η παγκόσμια αγορά ενδέχεται να εμφανίσει πλεόνασμα περίπου 5 εκατομμυρίων βαρελιών ημερησίως.

Ωστόσο, οι κίνδυνοι δεν έχουν εξαλειφθεί. Τα αποθέματα στο Cushing της Οκλαχόμα, που αποτελεί βασικό κόμβο αποθήκευσης και διακίνησης πετρελαίου στις Ηνωμένες Πολιτείες, υποχώρησαν πρόσφατα κάτω από τα 19 εκατομμύρια βαρέλια, στο χαμηλότερο επίπεδο από το 2014. Το συγκεκριμένο επίπεδο θεωρείται οριακό για την ομαλή λειτουργία του δικτύου αγωγών.

Παράλληλα, η πλήρης επιστροφή του ιρανικού πετρελαίου στην αγορά δεν θεωρείται δεδομένη ούτε άμεση. Όπως επισημαίνει ο Άλαν Γκέλντερ της Wood Mackenzie, η επίτευξη μιας πολιτικής συμφωνίας αποτελεί μόνο το πρώτο βήμα, καθώς η επαναφορά της παραγωγής και η αποκατάσταση των ροών απαιτούν χρόνο.

Ο ίδιος εκτιμά ότι περίπου το 90% της προπολεμικής παραγωγής θα μπορούσε να έχει επανέλθει μέσα σε έξι μήνες, ωστόσο η πλήρης επιστροφή στην κανονικότητα ενδέχεται να χρειαστεί πολύ μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.

Ταυτόχρονα, χώρες όπως η Κίνα αναμένεται να ξεκινήσουν σταδιακά την αναπλήρωση των αποθεμάτων που κατανάλωσαν κατά τη διάρκεια της κρίσης, γεγονός που μπορεί να επαναφέρει μέρος της ζήτησης προς τα τέλη του έτους και κατά τη διάρκεια του 2027.

Για τον λόγο αυτό, αρκετοί αναλυτές εκτιμούν ότι το μεγαλύτερο μέρος των θετικών ειδήσεων έχει ήδη ενσωματωθεί στις τιμές του πετρελαίου και ότι τα περιθώρια περαιτέρω πτώσης είναι πλέον περιορισμένα.

Παρ’ όλα αυτά, η αγορά πετρελαίου συνεχίζει να εκπλήσσει ακόμη και τους πιο έμπειρους επενδυτές. Όπως σημειώνει ο Πίτερ Τέιλορ, το σημαντικότερο μάθημα για όσους δραστηριοποιούνται στην αγορά είναι ένα: η ευελιξία παραμένει το σημαντικότερο εργαλείο διαχείρισης των συνεχών ανατροπών.

 

Greek Finance Forum Team

 
 
 
FF Feed

Loading...

 
 
 
 
 
 
 

Αποποίηση Ευθύνης.... 

© 2016-2026 Greek Finance Forum