|
Ο οίκος θεωρεί ότι η
ελληνική οικονομία θα
συνεχίσει να στηρίζεται
από τη βελτίωση της
αγοράς εργασίας, την
αύξηση των επενδύσεων
και την αξιοποίηση των
κονδυλίων του Ταμείου
Ανάκαμψης και
Ανθεκτικότητας. Τα έργα
που συνδέονται με το
RRF
αναμένεται να
λειτουργήσουν ως
σημαντικό αντιστάθμισμα
στις πιέσεις που
προκαλεί η διεθνής
συγκυρία.
Ωστόσο, η S&P
προειδοποιεί ότι οι
εξωτερικές ανισορροπίες
ενδέχεται να
επιδεινωθούν εκ νέου
εξαιτίας της ανόδου των
διεθνών τιμών ενέργειας.
Παρότι το έλλειμμα
τρεχουσών συναλλαγών
υποχώρησε στο 5,7% του
ΑΕΠ το 2025, εξακολουθεί
να αποτελεί μία από τις
βασικές αδυναμίες της
ελληνικής οικονομίας. Ο
οίκος εκτιμά ότι η
αύξηση των ενεργειακών
τιμών θα οδηγήσει σε νέα
διεύρυνση του
ελλείμματος, αν και όχι
στον βαθμό που είχε
συμβεί μετά το ξέσπασμα
του πολέμου Ρωσίας –
Ουκρανίας το 2022.
Στο βασικό σενάριο της
S&P,
η κρίση στη Μέση Ανατολή
θα κορυφωθεί μέσα στην
άνοιξη και σταδιακά θα
υπάρξει αποκλιμάκωση
στις μεταφορές ενέργειας
μέσω των Στενών του
Ορμούζ. Παρ’ όλα αυτά, ο
οίκος αναγνωρίζει ότι
παραμένει σοβαρός
κίνδυνος για ένα
δυσμενέστερο σενάριο, το
οποίο θα μπορούσε να
επιβαρύνει περαιτέρω τις
εξωτερικές
χρηματοδοτικές ανάγκες
της χώρας.
Σε δημοσιονομικό
επίπεδο, η εικόνα
παραμένει ισχυρή. Η
Ελλάδα πέτυχε πρωτογενές
πλεόνασμα 4,8% του ΑΕΠ
το 2025, ξεπερνώντας
σημαντικά τους αρχικούς
στόχους. Η S&P
θεωρεί ότι τα μέτρα
στήριξης που
ανακοινώθηκαν για την
αντιμετώπιση της
ενεργειακής κρίσης είναι
περιορισμένου κόστους
και δεν απειλούν τη
δημοσιονομική
σταθερότητα, ειδικά
καθώς συνοδεύονται από
αντισταθμιστικά μέτρα.
Ο οίκος εκτιμά επίσης
ότι η πορεία του
δημόσιου χρέους
συνεχίζει να
βελτιώνεται. Το καθαρό
δημόσιο χρέος ως ποσοστό
του ΑΕΠ αναμένεται να
υποχωρήσει στο 131% το
2026 και να συνεχίσει
πτωτικά τα επόμενα
χρόνια. Παρά το υψηλό
επίπεδό του, η διάρθρωση
του ελληνικού χρέους
χαρακτηρίζεται ευνοϊκή,
με μεγάλη διάρκεια και
χαμηλό κόστος
εξυπηρέτησης.
Παράλληλα, η S&P
υπογραμμίζει ότι η
Ελλάδα εξακολουθεί να
αντιμετωπίζει σημαντικές
διαρθρωτικές αδυναμίες.
Η χαμηλή παραγωγικότητα,
η περιορισμένη πρόοδος
σε τομείς όπως η
δικαιοσύνη και η
διαφθορά, αλλά και το
σοβαρό δημογραφικό
πρόβλημα, εξακολουθούν
να λειτουργούν ως
εμπόδια για τη
μακροπρόθεσμη
αναπτυξιακή προοπτική
της χώρας.
Στον ενεργειακό τομέα, ο
οίκος σημειώνει ότι η
Ελλάδα εξακολουθεί να
εξαρτάται σε μεγάλο
βαθμό από εισαγόμενους
υδρογονάνθρακες, γεγονός
που την καθιστά ευάλωτη
στις αναταράξεις των
διεθνών αγορών. Αν και
οι ανανεώσιμες πηγές
ενέργειας έχουν
ενισχυθεί σημαντικά τα
τελευταία χρόνια, δεν
αρκούν ακόμη ώστε να
εξαλείψουν την έκθεση
της οικονομίας στις
διεθνείς ενεργειακές
κρίσεις.
Για τον τραπεζικό τομέα,
η S&P
εμφανίζεται πιο
αισιόδοξη, εκτιμώντας
ότι οι κίνδυνοι
παραμένουν διαχειρίσιμοι
χάρη στη βελτίωση της
οικονομικής
δραστηριότητας, τη
μείωση των μη
εξυπηρετούμενων δανείων
και τη σταδιακή ενίσχυση
των ισολογισμών των
τραπεζών.
Τέλος, οι σταθερές
προοπτικές που διατηρεί
η S&P
για την Ελλάδα
αντανακλούν, σύμφωνα με
τον οίκο, την ισορροπία
ανάμεσα στη βελτίωση των
δημοσιονομικών και της
ανάπτυξης από τη μία
πλευρά και στις επίμονες
αδυναμίες που
σχετίζονται με το υψηλό
χρέος και τις εξωτερικές
ανισορροπίες από την
άλλη.
|