|
Οι τρεις παράγοντες που
μεταμορφώνουν τον
παγκόσμιο πληθυσμό
Η UBS
εντοπίζει τρεις βασικές
αιτίες πίσω από τη
δημογραφική μετάβαση: τη
μείωση της γονιμότητας,
την αύξηση του
προσδόκιμου ζωής και την
ενίσχυση του ποσοστού
των ηλικιωμένων σε σχέση
με τις νεότερες
ηλικιακές ομάδες.
Ο συνδυασμός αυτών των
εξελίξεων περιορίζει την
αύξηση του εργατικού
δυναμικού, αυξάνει την
αναλογία των ηλικιωμένων
που εξαρτώνται
οικονομικά από τον
ενεργό πληθυσμό και
οδηγεί ολοένα
περισσότερες χώρες σε
απόλυτη μείωση του
αριθμού των κατοίκων
τους.
Ο παγκόσμιος δείκτης
γονιμότητας έχει
υποχωρήσει από περίπου 5
γεννήσεις ανά γυναίκα
στις αρχές της δεκαετίας
του 1960 σε περίπου 2,25
σήμερα, ενώ αναμένεται
να συνεχίσει την πτωτική
του πορεία. Μεταξύ των
παραγόντων που
συμβάλλουν σε αυτή την
εξέλιξη περιλαμβάνονται
η αστικοποίηση, η
ενδυνάμωση των γυναικών,
οι αλλαγές στις
κοινωνικές αντιλήψεις
και στον τρόπο ζωής,
καθώς και το αυξανόμενο
οικονομικό κόστος που
συνδέεται με την
απόκτηση και την
ανατροφή παιδιών.
Πλέον, περισσότερες από
τις μισές χώρες του
κόσμου, οι οποίες
αντιπροσωπεύουν περίπου
τα δύο τρίτα του
παγκόσμιου πληθυσμού,
εμφανίζουν δείκτη
γονιμότητας χαμηλότερο
από το επίπεδο
αναπλήρωσης των γενεών,
που υπολογίζεται σε
περίπου 2,1 παιδιά ανά
γυναίκα.
Στην Ελλάδα, ο δείκτης
γονιμότητας από 2,4 το
1970 έχει υποχωρήσει
σήμερα στο 1,3. Σύμφωνα
με τις προβολές που
παραθέτει η UBS,
αναμένεται να
διαμορφωθεί στο 1,4 έως
το 2060 και να αυξηθεί
στο 1,6 έως το 2100. Για
το ίδιο διάστημα, ο
παγκόσμιος μέσος όρος
εκτιμάται ότι θα
διαμορφωθεί σε 2 και 1,8
αντίστοιχα.
Ιδιαίτερα δύσκολες είναι
οι προοπτικές για τις
χώρες με εξαιρετικά
χαμηλή γονιμότητα,
δηλαδή με δείκτη 1,4 ή
χαμηλότερο. Σε αυτή την
κατηγορία
περιλαμβάνονται
οικονομίες όπως η Κίνα,
η Ιαπωνία, η Ιταλία, η
Πολωνία και η Νότια
Κορέα. Η UBS
επισημαίνει ότι οι
κοινωνίες αυτές
αντιμετωπίζουν κίνδυνο
πολύ μεγάλης
πληθυσμιακής
συρρίκνωσης, η οποία
μπορεί να φτάσει ή να
ξεπεράσει το 76% σε
ορισμένες περιπτώσεις,
ανάλογα με τη χώρα και
τον χρονικό ορίζοντα. Η
κάλυψη των απωλειών
αποκλειστικά μέσω της
μετανάστευσης εκτιμάται
ότι θα είναι δύσκολη
τόσο πρακτικά όσο και
πολιτικά.
Ελλάδα, Κίνα και Ευρώπη
μπροστά σε μεγάλη
πληθυσμιακή συρρίκνωση
Μεταξύ των μεγάλων
οικονομιών, η Κίνα
αναμένεται να
αντιμετωπίσει μία από
τις πιο δραστικές
δημογραφικές μεταβολές.
Ο πληθυσμός της, από
περίπου 1,4
δισεκατομμύρια σήμερα,
προβλέπεται να μειωθεί
σε 1,3 δισεκατομμύρια
έως το 2050 και σε 649
εκατομμύρια έως το 2100.
Αυτό αντιστοιχεί σε
μείωση περίπου 11% έως
τα μέσα του αιώνα και
54% έως το τέλος του.
Οι προβολές της
UBS
αποτυπώνουν ανάλογες
πιέσεις σε αρκετές
χώρες, με την Ελλάδα να
βρίσκεται μεταξύ εκείνων
που αναμένεται να
καταγράψουν σημαντικές
απώλειες πληθυσμού.
|
Χώρα
|
Μεταβολή
πληθυσμού έως το
2050
|
Μεταβολή έως
το 2100
|
|
Νότια Κορέα
|
-16%
|
-57%
|
|
Κίνα
|
-11%
|
-54%
|
|
Πολωνία
|
-17%
|
-49%
|
|
Ιταλία
|
-15%
|
-40%
|
|
Ιαπωνία
|
-17%
|
-37%
|
|
Ελλάδα
|
-13%
|
-36%
|
|
Ταϊλάνδη
|
-9%
|
-36%
|
|
Ουγγαρία
|
-11%
|
-23%
|
|
Τσεχία
|
-9%
|
-23%
|
|
Γερμανία
|
-8%
|
-16%
|
Για την Ισπανία, ο ΟΗΕ
προβλέπει μείωση του
πληθυσμού κατά 8% έως το
2050 και κατά 30% έως το
2100. Η UBS,
ωστόσο, εκτιμά ότι οι
συγκεκριμένες προβολές
ενδέχεται να είναι
υπερβολικά απαισιόδοξες,
εάν ληφθούν υπόψη οι
πρόσφατες τάσεις στη
μετανάστευση.
Για την Ελλάδα, η
προοπτική υποχώρησης του
πληθυσμού στα 6
εκατομμύρια έως το τέλος
του αιώνα δεν αποτελεί
απλώς μια αριθμητική
μεταβολή. Συνδέεται με
τη συρρίκνωση του
δυνητικού εργατικού
δυναμικού, τη μεταβολή
της ηλικιακής σύνθεσης
της κοινωνίας και την
αυξανόμενη ανάγκη
χρηματοδότησης συντάξεων
και υπηρεσιών υγείας από
μια μικρότερη βάση
εργαζομένων.
Η μακροζωία επιταχύνει
τη γήρανση
Παράλληλα με τη μείωση
των γεννήσεων, η αύξηση
του προσδόκιμου ζωής
ενισχύει τη γήρανση του
πληθυσμού. Σε παγκόσμιο
επίπεδο, το προσδόκιμο
ζωής κατά τη γέννηση
έφτασε τα 73,3 έτη το
2024, αυξημένο κατά 8,4
χρόνια σε σχέση με το
1995. Με άλλα λόγια, από
τα μέσα της δεκαετίας
του 1990 αυξάνεται κατά
περίπου 3,5 μήνες κάθε
χρόνο.
Οι εκτιμήσεις του ΟΗΕ
τοποθετούν το παγκόσμιο
προσδόκιμο ζωής στα 77,4
έτη έως το 2054 και στα
81,7 έτη έως το 2100.
Στην Ελλάδα, το
προσδόκιμο ζωής, από
περίπου 78 έτη το 2020,
βρίσκεται σήμερα κοντά
στα 82 έτη, ενώ οι
προβολές που παραθέτει η
UBS
δείχνουν ότι μπορεί να
φτάσει τα 91 έτη έως το
τέλος του αιώνα.
Η αύξηση της μακροζωίας
αποτελεί σημαντική
κοινωνική εξέλιξη, αλλά
σε συνδυασμό με τη
χαμηλή γονιμότητα
μεταβάλλει ριζικά τις
ανάγκες των οικονομιών.
Περισσότεροι άνθρωποι θα
ζουν για μεγαλύτερο
διάστημα μετά τη
συνταξιοδότηση, ενώ ο
αριθμός των εργαζομένων
που χρηματοδοτούν τα
συνταξιοδοτικά και
υγειονομικά συστήματα
ενδέχεται να μειώνεται.
Οι επιπτώσεις στην
ανάπτυξη και την
παραγωγικότητα
Η δημογραφική αλλαγή
αναμένεται να επηρεάσει
σχεδόν κάθε πτυχή της
οικονομικής
δραστηριότητας. Η
επιβράδυνση ή ακόμη και
η συρρίκνωση του
εργατικού δυναμικού
μπορεί να περιορίσει την
παραγωγική ικανότητα των
οικονομιών, ενώ η
γήρανση του πληθυσμού
ενδέχεται να επιβαρύνει
την παραγωγικότητα και
τη συσσώρευση κεφαλαίου.
Το Διεθνές Νομισματικό
Ταμείο εκτιμά ότι, σε
σύγκριση με την περίοδο
2016-2018, η γήρανση του
πληθυσμού θα μειώσει τον
ετήσιο ρυθμό αύξησης του
παγκόσμιου ΑΕΠ κατά 1,1
ποσοστιαίες μονάδες την
περίοδο 2025-2050. Για
την περίοδο 2025-2100, η
αντίστοιχη επιβάρυνση
εκτιμάται σε 2
ποσοστιαίες μονάδες κατά
μέσο όρο.
Μία από τις πιθανές
απαντήσεις είναι η
αύξηση της
μετανάστευσης, η οποία
θα μπορούσε να ενισχύσει
το εργατικό δυναμικό σε
χώρες με δημογραφική
συρρίκνωση. Ωστόσο, η
διατήρηση υψηλών
μεταναστευτικών ροών σε
βάθος χρόνου ενδέχεται
να συναντήσει
σημαντικούς πολιτικούς
και κοινωνικούς
περιορισμούς.
Η UBS
θεωρεί ότι η ενίσχυση
της παραγωγικότητας και
η προώθηση της
καινοτομίας πρέπει να
αποτελέσουν βασικές
προτεραιότητες. Η
αξιοποίηση της τεχνητής
νοημοσύνης και άλλων
νέων τεχνολογιών θα
μπορούσε να
αντισταθμίσει μέρος των
απωλειών από τη μείωση
του εργατικού δυναμικού.
Οι αναλυτές, ωστόσο,
σημειώνουν ότι οι
κοινωνίες που γερνούν
συχνά εμφανίζουν
μεγαλύτερες δυσκολίες
στην καινοτομία σε σχέση
με τις νεότερες.
Δημοσιονομική πίεση και
αυξανόμενο βάρος για την
Ελλάδα
Η γήρανση του πληθυσμού
δημιουργεί πρόσθετες
προκλήσεις για τα
δημόσια οικονομικά,
ιδιαίτερα σε χώρες με
ήδη υψηλό δημόσιο χρέος,
όπως η Ελλάδα.
Σύμφωνα με τα στοιχεία
που παραθέτει η
UBS,
έως το τέλος του αιώνα
στην Ελλάδα θα
αντιστοιχούν 68 άτομα
ηλικίας άνω των 65 ετών
για κάθε 100 άτομα σε
ηλικία εργασίας, δηλαδή
από 15 έως 64 ετών.
Σήμερα, η αντίστοιχη
αναλογία βρίσκεται στα
38 άτομα.
Η μεταβολή αυτή
αποτυπώνει την
αυξανόμενη πίεση που
μπορεί να δεχθούν τα
συστήματα κοινωνικής
ασφάλισης και υγείας. Με
λιγότερους εργαζομένους
να συνεισφέρουν μέσω
φόρων και ασφαλιστικών
εισφορών και
περισσότερους
ηλικιωμένους να
χρειάζονται συντάξεις
και υπηρεσίες
περίθαλψης, η διατήρηση
της δημοσιονομικής
ισορροπίας γίνεται
δυσκολότερη.
Η UBS
εκτιμά ότι οι ετήσιες
δαπάνες για συντάξεις
και υγειονομική
περίθαλψη στις χώρες του
ΟΟΣΑ θα αυξηθούν κατά
τουλάχιστον 5% του ΑΕΠ
έως το 2060. Η αύξηση
των δαπανών για
συντάξεις, υγεία και
μακροχρόνια φροντίδα, σε
συνδυασμό με την
ασθενέστερη οικονομική
ανάπτυξη και τα
χαμηλότερα φορολογικά
έσοδα, ενδέχεται να
επιβαρύνει περαιτέρω τα
δημόσια οικονομικά και
να αυξήσει το βάρος του
δημόσιου χρέους.
Παρότι πολλές χώρες
έχουν ήδη προχωρήσει σε
μεταρρυθμίσεις των
συνταξιοδοτικών
συστημάτων τους,
παραμένουν σημαντικές
προκλήσεις. Μεταξύ αυτών
είναι η διασφάλιση
επαρκών συντάξεων, η
χρηματοδότηση των
αυξανόμενων αναγκών
υγειονομικής και
μακροχρόνιας περίθαλψης
και η προσαρμογή των
φορολογικών συστημάτων
στις ανάγκες μιας
γηράσκουσας κοινωνίας.
Ο τελικός δημοσιονομικός
αντίκτυπος δεν θα
εξαρτηθεί μόνο από τις
δημογραφικές εξελίξεις,
αλλά και από τις
πολιτικές αποφάσεις για
τη συμμετοχή στο
εργατικό δυναμικό, τα
όρια ηλικίας
συνταξιοδότησης, τον
σχεδιασμό των συντάξεων
και τη μακροπρόθεσμη
βιωσιμότητα των δημόσιων
οικονομικών.
Οι επιπτώσεις της
δημογραφικής μετάβασης
στα επιτόκια, στα
εξωτερικά ισοζύγια και
στον πληθωρισμό είναι
λιγότερο σαφείς, καθώς
θα εξαρτηθούν από την
αλληλεπίδραση των
δημογραφικών εξελίξεων
με τη δημοσιονομική
πολιτική και τις
ευρύτερες οικονομικές
συνθήκες.
Το βασικό συμπέρασμα της
UBS
είναι ότι η έγκαιρη
προσαρμογή μπορεί να
περιορίσει τις συνέπειες
της δημογραφικής
συρρίκνωσης. Οι χώρες
που θα επενδύσουν στην
παραγωγικότητα, στην
καινοτομία και στη
βιωσιμότητα των δημόσιων
οικονομικών θα έχουν
περισσότερες δυνατότητες
να διατηρήσουν το
βιοτικό τους επίπεδο.
Αντίθετα, η καθυστέρηση
των αναγκαίων αλλαγών
αυξάνει τον κίνδυνο
ασθενέστερης ανάπτυξης,
μεγαλύτερων
δημοσιονομικών πιέσεων
και εντονότερων
κοινωνικών εντάσεων.



|