|
Παράλληλα, όμως,
ενισχύονται οι ανησυχίες
για τη δημοσιονομική
κατάσταση των
ανεπτυγμένων οικονομιών.
Οι κυβερνήσεις αυξάνουν
τις δαπάνες, ενώ στις
ΗΠΑ το δημοσιονομικό
έλλειμμα παραμένει υψηλό
και το ομοσπονδιακό
χρέος έχει πλέον
ξεπεράσει τα 40 τρισ.
δολάρια. Το ερώτημα
είναι αν η σημερινή
άνοδος των αποδόσεων
αποτελεί απλώς μια
προσαρμογή σε ισχυρότερη
ανάπτυξη ή προαναγγέλλει
μια πιο δύσκολη περίοδο
για τις αγορές.
Ακριβότερη χρηματοδότηση
για τις επιχειρήσεις
Η
άνοδος της απόδοσης του
10ετούς Treasury
μεταφέρεται άμεσα στο
κόστος δανεισμού των
επιχειρήσεων. Η
αναχρηματοδότηση
υφιστάμενου χρέους
γίνεται ακριβότερη, ενώ
αυξάνεται το κόστος
χρηματοδότησης εξαγορών
και επενδύσεων.
Το
ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη
σημασία στην τρέχουσα
συγκυρία, καθώς οι
επιχειρήσεις επενδύουν
τεράστια ποσά στην
τεχνητή νοημοσύνη, στα
data centers και στις
υποδομές ημιαγωγών. Όσο
υψηλότερο είναι το
κόστος του χρήματος,
τόσο μεγαλύτερη είναι η
πίεση στην απόδοση αυτών
των επενδύσεων και
τελικά στα εταιρικά
κέρδη.
Από
την άλλη πλευρά, οι
υψηλότερες αποδόσεις
δημιουργούν σταδιακά πιο
ελκυστικές ευκαιρίες για
τους επενδυτές στην
αγορά ομολόγων. Η
απόδοση μπορεί να
λειτουργήσει ως κίνητρο
για αυξημένες
τοποθετήσεις σε εταιρικό
χρέος, ιδιαίτερα εφόσον
η οικονομία παραμένει
ισχυρή.
Ωστόσο, τα περιθώρια των
επενδυτικών βαθμίδων
βρίσκονται ήδη κοντά σε
ιστορικά χαμηλά επίπεδα.
Αυτό δείχνει την
εμπιστοσύνη των
επενδυτών στις
ισχυρότερες
επιχειρήσεις, αλλά
ταυτόχρονα σημαίνει ότι
η προστασία απέναντι σε
μια επιδείνωση των
πιστωτικών συνθηκών
είναι περιορισμένη.
Οι
μετοχές απέναντι στον
ανταγωνισμό των ομολόγων
Η
άνοδος των αποδόσεων
δημιουργεί επίσης
μεγαλύτερο ανταγωνισμό
για τις μετοχές.
Μετά το πολυετές ράλι,
οι αποτιμήσεις σε αρκετά
τμήματα της Wall Street
θεωρούνται απαιτητικές.
Όσο αυξάνεται η απόδοση
των κρατικών ομολόγων,
τόσο υψηλότερη γίνεται η
«εναλλακτική απόδοση»
που απαιτούν οι
επενδυτές για να
διατηρήσουν θέσεις σε
μετοχές.
Ο
Albert Edwards της
Société Générale
επισημαίνει ότι η σχέση
μεταξύ της απόδοσης του
30ετούς αμερικανικού
Treasury και της
μερισματικής απόδοσης
των μετοχών βρίσκεται
στο υψηλότερο επίπεδο
από την εποχή της
κατάρρευσης της
τεχνολογικής φούσκας το
2000.
Η
συγκεκριμένη εξέλιξη δεν
σημαίνει από μόνη της
ότι επίκειται bear
market. Δείχνει όμως ότι
μια αγορά με υψηλές
αποτιμήσεις διαθέτει
μικρότερο περιθώριο
ασφαλείας και είναι
περισσότερο ευάλωτη σε
αρνητικές ειδήσεις.
Το
κρίσιμο όριο της
ανάπτυξης
Ένας ακόμη δείκτης που
εξετάζουν οι αναλυτές
είναι η σχέση μεταξύ της
απόδοσης του 10ετούς
Treasury και της
ονομαστικής ανάπτυξης
της αμερικανικής
οικονομίας.
Η
απόδοση του 10ετούς
άγγιξε το 4,8% και
κινήθηκε στα υψηλότερα
επίπεδα από τον Οκτώβριο
του 2023. Ωστόσο, η
ονομαστική ανάπτυξη του
αμερικανικού ΑΕΠ
παραμένει υψηλότερη, στο
6,07% το πρώτο τρίμηνο
και στο 6,56% το δεύτερο
τρίμηνο.
Αυτό σημαίνει ότι, προς
το παρόν, η οικονομία
εξακολουθεί να
αναπτύσσεται ταχύτερα
από το κόστος δανεισμού
του Δημοσίου. Αυτή η
«ζώνη ασφαλείας»
επιτρέπει στην
Ουάσιγκτον να διατηρεί
υψηλές δαπάνες χωρίς το
βάρος του χρέους να
γίνεται αμέσως μη
βιώσιμο.
Το
πρόβλημα θα γίνει πολύ
μεγαλύτερο εάν η σχέση
αντιστραφεί και οι
αποδόσεις των ομολόγων
ξεπεράσουν την
ονομαστική ανάπτυξη. Σε
μια τέτοια περίπτωση, το
κόστος εξυπηρέτησης του
χρέους θα αυξάνεται
ταχύτερα από τα κρατικά
έσοδα, περιορίζοντας
σημαντικά τα περιθώρια
δημοσιονομικής
πολιτικής.
Οι
πραγματικές αποδόσεις
στέλνουν διαφορετικό
μήνυμα
Παρά τις ανησυχίες για
τον πληθωρισμό, η
πρόσφατη άνοδος των
μακροπρόθεσμων
αμερικανικών αποδόσεων
φαίνεται να οφείλεται
κυρίως στην άνοδο των
πραγματικών επιτοκίων.
Η
μέση μακροπρόθεσμη
πραγματική απόδοση των
αμερικανικών Treasury
έχει αυξηθεί στο 2,92%,
από 2,55% στο τέλος του
2025.
Οι
υψηλότερες πραγματικές
αποδόσεις συνδέονται
συνήθως με ισχυρότερη
οικονομική ανάπτυξη.
Αυτό είναι ιδιαίτερα
σημαντικό στη σημερινή
συγκυρία, καθώς η
αμερικανική οικονομία
χρειάζεται υψηλούς
ρυθμούς ανάπτυξης για να
αντιμετωπίσει το
αυξανόμενο βάρος του
χρέους.
Όπως επισημαίνουν
αναλυτές, η άνοδος των
μακροπρόθεσμων αποδόσεων
έχει μέχρι στιγμής
οδηγηθεί περισσότερο από
τα πραγματικά επιτόκια
παρά από τις προσδοκίες
για τον πληθωρισμό.
Πιέσεις και στις μεγάλες
συμφωνίες
Η
άνοδος του κόστους
χρήματος αρχίζει να
επηρεάζει και την αγορά
εξαγορών και
συγχωνεύσεων.
Το
2026 είχε ξεκινήσει με
προσδοκίες για ένα νέο
κύμα μεγάλων συμφωνιών,
όμως η αλλαγή των
χρηματοδοτικών συνθηκών
έχει αρχίσει να
περιορίζει την
αισιοδοξία. Επενδυτές
και τραπεζίτες
εμφανίζονται περισσότερο
επιφυλακτικοί, ενώ
ορισμένες συμφωνίες
ενδέχεται να μετατεθούν
για αρκετούς μήνες.
Οι
υψηλότερες αποδόσεις
αυξάνουν το συνολικό
κόστος μιας συναλλαγής
και περιορίζουν το
τίμημα που είναι
διατεθειμένοι να
καταβάλουν οι αγοραστές.
Οι επιχειρήσεις μπορούν
να αντιδράσουν με
αλλαγές στις τιμές ή στη
δομή των συμφωνιών, όμως
η πίεση είναι εμφανής.
Το
βασικό συμπέρασμα για
τις αγορές είναι ότι το
5% στο 10ετές Treasury
δεν αποτελεί από μόνο
του ένα «μαγικό» όριο
που θα προκαλέσει
αναγκαστικά sell-off
στις μετοχές. Η σημασία
του εξαρτάται από το
γιατί ανεβαίνουν οι
αποδόσεις.
Εάν
αυξάνονται επειδή η
αμερικανική οικονομία
παραμένει ισχυρή και οι
επενδύσεις στην τεχνητή
νοημοσύνη συνεχίζουν να
τροφοδοτούν την
ανάπτυξη, οι αγορές
μπορούν να απορροφήσουν
υψηλότερα επιτόκια. Εάν
όμως η άνοδος προέρχεται
από αυξανόμενες
δημοσιονομικές
ανησυχίες, υψηλότερο
πληθωρισμό και
αυξανόμενο κόστος
εξυπηρέτησης του χρέους,
τότε οι συνέπειες για
τις αποτιμήσεις, την
εταιρική χρηματοδότηση
και τις μεγάλες
επενδυτικές συμφωνίες
μπορεί να είναι πολύ πιο
σοβαρές.
|