|
00:01 -
02/07/26 |
|
|
|
|
|
Ελλάδα: Από τις χαμηλότερες επιβαρύνσεις μισθών στην ΕΕ – Τι
δείχνουν τα στοιχεία της
Eurostat
Ανάλυση
στοιχείων της Eurostat δείχνει ότι οι Έλληνες εργαζόμενοι
διατηρούν υψηλότερο ποσοστό του μεικτού μισθού τους σε σχέση
με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, λόγω των σχετικά χαμηλών
φορολογικών και ασφαλιστικών κρατήσεων.
Η Ελλάδα
κατατάσσεται στη δεύτερη χαμηλότερη θέση στην Ευρωπαϊκή
Ένωση ως προς τη συνολική επιβάρυνση μισθών, με συνολικές
κρατήσεις που διαμορφώνονται περίπου στο 17% του μεικτού
εισοδήματος, έναντι ευρωπαϊκού μέσου όρου 29,1%. Χαμηλότερη
επιβάρυνση εμφανίζει μόνο η Κύπρος, με 15,1%, ενώ υψηλότερα
ποσοστά καταγράφονται σε χώρες όπως η Ρουμανία, η Λιθουανία
και το Βέλγιο.
Περισσότερο
διαθέσιμο εισόδημα σε σχέση με τις κρατήσεις
Παρότι οι
ονομαστικοί μισθοί στην Ελλάδα παραμένουν από τους
χαμηλότερους στην ΕΕ, η εικόνα διαφοροποιείται όταν
εξετάζονται οι καθαρές αποδοχές. Για έναν άγαμο εργαζόμενο
χωρίς παιδιά, οι ετήσιες μεικτές αποδοχές ανέρχονται περίπου
στα 18.124 ευρώ, ενώ οι συνολικές κρατήσεις φτάνουν τα 3.074
ευρώ, οδηγώντας σε καθαρές αποδοχές γύρω στα 15.050 ευρώ.
Αντίθετα, ο
μέσος Ευρωπαίος εργαζόμενος καταβάλλει πολλαπλάσια ποσά σε
φόρους και εισφορές, με αποτέλεσμα η ψαλίδα μεταξύ μεικτών
και καθαρών αποδοχών να είναι σημαντικά μεγαλύτερη σε πολλές
χώρες της ΕΕ.
Μεγάλες
αποκλίσεις μεταξύ χωρών
Σε χώρες με
υψηλότερα εισοδήματα, οι κρατήσεις είναι αισθητά αυξημένες.
Ενδεικτικά, στη Γερμανία και τη Γαλλία ένα σημαντικό μέρος
του μεικτού μισθού κατευθύνεται σε φόρους και εισφορές, ενώ
ακόμη και στην Ισπανία οι καθαρές αποδοχές υπολείπονται
σημαντικά των μεικτών.
Στη Ρουμανία, η
οποία εμφανίζει από τις υψηλότερες επιβαρύνσεις στην ΕΕ, οι
κρατήσεις ξεπερνούν το 40%, περιορίζοντας αισθητά το
διαθέσιμο εισόδημα των εργαζομένων.
Πιο ευνοϊκή
εικόνα για οικογένειες
Η θέση της
Ελλάδας βελτιώνεται περαιτέρω για εργαζόμενους με παιδιά,
καθώς οι φορολογικές ελαφρύνσεις μειώνουν το ποσοστό
επιβάρυνσης, καθιστώντας τη χώρα πιο ανταγωνιστική σε σχέση
με άλλες ευρωπαϊκές οικονομίες στις αντίστοιχες κατηγορίες
νοικοκυριών.
Προοπτική
περαιτέρω βελτίωσης από το 2026
Η εικόνα
αναμένεται να επηρεαστεί θετικά από τις νέες φορολογικές
αλλαγές που τίθενται σε εφαρμογή από το 2026, με στόχο τη
μείωση των επιβαρύνσεων για μισθωτούς και οικογένειες. Οι
αλλαγές αυτές ενδέχεται να ενισχύσουν περαιτέρω το καθαρό
διαθέσιμο εισόδημα και να βελτιώσουν τη θέση της Ελλάδας
στις ευρωπαϊκές συγκρίσεις.
Συνολικά, τα στοιχεία δείχνουν ότι, παρά τα χαμηλότερα
επίπεδα ονομαστικών μισθών, η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις
χώρες με τις χαμηλότερες φορολογικές και ασφαλιστικές
επιβαρύνσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση, γεγονός που περιορίζει εν
μέρει τη διαφορά στα καθαρά εισοδήματα σε σχέση με τον
ευρωπαϊκό μέσο όρο.



|
|
|
|
|
|
|
|

Στέγαση: Το ακριβότερο «έξοδο» για τα ελληνικά νοικοκυριά –
Το 36% του εισοδήματος καταλήγει στην κατοικία
Η στεγαστική
επιβάρυνση στην Ελλάδα παραμένει η υψηλότερη στην Ευρωπαϊκή
Ένωση, καθώς τα ελληνικά νοικοκυριά δαπανούν κατά μέσο όρο
το 36% του διαθέσιμου εισοδήματός τους για την κάλυψη των
αναγκών στέγασης. Το ποσοστό αυτό είναι σχεδόν διπλάσιο από
τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, που διαμορφώνεται στο 19%,
επιβεβαιώνοντας ότι η κατοικία αποτελεί πλέον τη μεγαλύτερη
οικονομική επιβάρυνση για εκατομμύρια πολίτες.
Τα στοιχεία
δείχνουν ότι η στέγη απορροφά ολοένα μεγαλύτερο μέρος των
εισοδημάτων, περιορίζοντας την αγοραστική δύναμη των
νοικοκυριών και μειώνοντας το διαθέσιμο εισόδημα για
κατανάλωση, αποταμίευση ή άλλες βασικές ανάγκες.
Η εικόνα γίνεται
ακόμη πιο ανησυχητική αν ληφθεί υπόψη ότι σχεδόν τρεις στους
δέκα Έλληνες δαπανούν περισσότερο από το 40% του εισοδήματός
τους για κατοικία. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, το
ποσοστό αυτό φτάνει το 28,9% στην Ελλάδα, έναντι μόλις 8,2%
στην Ευρωπαϊκή Ένωση, γεγονός που κατατάσσει τη χώρα στις
πλέον επιβαρυμένες αγορές κατοικίας της Ευρώπης.
Οι αυξήσεις των
ενοικίων ξεπερνούν τις μισθολογικές βελτιώσεις
Παρά τη
σημαντική αύξηση του κατώτατου μισθού τα τελευταία χρόνια,
το κόστος στέγασης έχει αυξηθεί με ακόμη ταχύτερους ρυθμούς.
Από το 2019 μέχρι σήμερα ο κατώτατος μισθός έχει ενισχυθεί
κατά περίπου 39%, όμως τα ενοίκια στις μεγάλες αστικές
περιοχές έχουν καταγράψει πολύ μεγαλύτερες ανατιμήσεις.
Σε πολλές
περιοχές της Αθήνας οι αυξήσεις των ενοικίων κυμαίνονται
μεταξύ 55% και 70%, ενώ στη Θεσσαλονίκη υπερβαίνουν το 50%.
Παράλληλα, μόνο μέσα στο 2025 οι τιμές των ενοικίων
αυξήθηκαν κατά 10,1%, καταγράφοντας έναν από τους
υψηλότερους ρυθμούς ανόδου στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Ως αποτέλεσμα,
ένα μεγάλο μέρος των μισθολογικών αυξήσεων εξανεμίζεται από
το αυξημένο κόστος κατοικίας. Ένας εργαζόμενος που αμείβεται
με τον κατώτατο μισθό διαθέτει περίπου 780 ευρώ καθαρά τον
μήνα, ενώ η μίσθωση ενός μικρού διαμερίσματος σε αρκετές
περιοχές της Αθήνας απαιτεί πλέον από 500 έως 650 ευρώ. Σε
πολλές περιπτώσεις, ακόμη και ένα μικρό διαμέρισμα δύο
δωματίων ξεπερνά τα 700 ευρώ μηνιαίως.
|
|
|
|
|
|
|
|

Το πρόβλημα επεκτείνεται στη μεσαία τάξη
Η στεγαστική κρίση δεν αφορά πλέον μόνο τους
νέους ή τα χαμηλά εισοδήματα. Οι συνεχείς αυξήσεις των
ενοικίων επηρεάζουν ολοένα και περισσότερο τα μεσαία
νοικοκυριά, καθώς οι ανατιμήσεις επεκτείνονται και σε
περιοχές που παραδοσιακά θεωρούνταν οικονομικά προσιτές.
Περιοχές όπως το Περιστέρι, το Αιγάλεω, ο
Κορυδαλλός, η Νίκαια, το Ίλιον, η Καλαμαριά και αρκετές
συνοικίες της δυτικής Θεσσαλονίκης εμφανίζουν σημαντικές
αυξήσεις τα τελευταία χρόνια. Έτσι, το πρόβλημα δεν
περιορίζεται πλέον σε όσους αναζητούν κατοικία, αλλά αφορά
και όσους καλούνται να ανανεώσουν τα υφιστάμενα μισθωτήριά
τους με σημαντικά υψηλότερο κόστος.
Η σχέση ενοικίου και εισοδήματος είναι το
βασικό πρόβλημα
Παρότι η Ελλάδα δεν διαθέτει τα ακριβότερα
ενοίκια στην Ευρώπη σε απόλυτους αριθμούς, καταγράφει μία
από τις μεγαλύτερες στεγαστικές επιβαρύνσεις λόγω των
χαμηλότερων εισοδημάτων.
Σε χώρες όπως η Γερμανία ή η Ολλανδία, τα
ενοίκια μπορεί να είναι υψηλότερα, ωστόσο οι εργαζόμενοι
διαθέτουν σημαντικά μεγαλύτερους μισθούς. Στην Ελλάδα το
πρόβλημα εντοπίζεται κυρίως στην αναλογία μεταξύ ενοικίου
και διαθέσιμου εισοδήματος, γεγονός που εξηγεί γιατί η χώρα
καταγράφει σταθερά τις υψηλότερες επιβαρύνσεις στέγασης στην
Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η μείωση της ιδιοκατοίκησης ενισχύει τις
πιέσεις
Η Ελλάδα υπήρξε διαχρονικά μία από τις χώρες
με τα υψηλότερα ποσοστά ιδιοκατοίκησης στην Ευρώπη. Ωστόσο,
η οικονομική κρίση, η δυσκολία πρόσβασης σε στεγαστικό
δανεισμό και η άνοδος των τιμών των ακινήτων έχουν αλλάξει
σταδιακά την εικόνα.
Το ποσοστό ιδιοκατοίκησης, που πριν από δύο
δεκαετίες ξεπερνούσε το 80%, έχει πλέον υποχωρήσει κάτω από
το 70%, αυξάνοντας τον αριθμό των νοικοκυριών που εξαρτώνται
από την αγορά ενοικίου.
Παράλληλα, οι νέοι αντιμετωπίζουν ολοένα
μεγαλύτερες δυσκολίες στην απόκτηση πρώτης κατοικίας, καθώς
οι τιμές αγοράς, το αυξημένο κόστος διαβίωσης και οι
χρηματοδοτικές απαιτήσεις καθιστούν δυσκολότερη τη μετάβαση
από το ενοίκιο στην ιδιοκατοίκηση.
Περιορισμένη προσφορά και αυξημένη ζήτηση
Η έντονη ανάκαμψη της αγοράς ακινήτων μετά
το 2018, η εισροή ξένων επενδύσεων, το πρόγραμμα Golden
Visa, η ανάπτυξη των βραχυχρόνιων μισθώσεων και η
περιορισμένη κατασκευή νέων κατοικιών έχουν διαμορφώσει ένα
περιβάλλον αυξημένων τιμών.
Την ίδια στιγμή, η οικοδομική δραστηριότητα
δεν κατάφερε να καλύψει τη συσσωρευμένη ζήτηση που
δημιουργήθηκε κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης. Το
αποτέλεσμα είναι μια αγορά με περιορισμένο διαθέσιμο απόθεμα
κατοικιών και έντονο ανταγωνισμό για τις διαθέσιμες
επιλογές.
Η στεγαστική κρίση εξελίσσεται πλέον σε έναν
από τους σημαντικότερους παράγοντες που επηρεάζουν την
οικονομική κατάσταση των νοικοκυριών, επηρεάζοντας την
κατανάλωση, την αποταμίευση, τη δημιουργία οικογένειας και
τη δυνατότητα μετακίνησης των εργαζομένων. Η αντιμετώπισή
της αναδεικνύεται σε μία από τις μεγαλύτερες κοινωνικές και
οικονομικές προκλήσεις της χώρας τα επόμενα χρόνια.
|
|
|
|
|
|
|
|

Μαζική έξοδος προς τη σύνταξη λόγω φόβων για νέα αύξηση των
ορίων ηλικίας
Έντονη ανησυχία επικρατεί μεταξύ των ασφαλισμένων, καθώς
πολλοί επιλέγουν να υποβάλουν αίτηση συνταξιοδότησης
νωρίτερα, φοβούμενοι ότι τα επόμενα χρόνια θα αυξηθούν εκ
νέου τα όρια ηλικίας εξαιτίας των δημογραφικών εξελίξεων.
Ωστόσο, η κυβέρνηση επιχειρεί να καθησυχάσει τους πολίτες,
ξεκαθαρίζοντας ότι δεν επίκειται καμία αλλαγή το 2027.
Η υφυπουργός Εργασίας Άννα Ευθυμίου δήλωσε χαρακτηριστικά
ότι δεν προβλέπεται αναπροσαρμογή των ορίων ηλικίας το 2027,
επισημαίνοντας πως η επόμενη θεσμοθετημένη αξιολόγηση θα
πραγματοποιηθεί το 2030.
Ρεκόρ νέων αιτήσεων συνταξιοδότησης
Η τάση πρόωρης αποχώρησης από την εργασία αποτυπώνεται ήδη
στα στοιχεία του e-ΕΦΚΑ. Κατά το πρώτο τετράμηνο του 2026
υποβλήθηκαν 74.838 αιτήσεις συνταξιοδότησης, αριθμός που
προμηνύει νέο ιστορικό υψηλό για το σύνολο της χρονιάς.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι:
Στοιχείο
|
Μέγεθος
|
Αιτήσεις συνταξιοδότησης (Ιαν.-Απρ. 2026)
|
74.838
|
Ποσοστό αιτήσεων από γυναίκες
|
~70%
|
Ηλικίες εξόδου με κατοχυρωμένα δικαιώματα
|
58,5 - 61,6 έτη
|
Πολλοί ασφαλισμένοι που είχαν θεμελιώσει ή κατοχυρώσει
δικαιώματα πριν από το 2018 εξακολουθούν να μπορούν να
αποχωρήσουν σε χαμηλότερα ηλικιακά όρια, συχνά χωρίς να
υποστούν τη μείωση που επιβάλλεται στις πρόωρες συντάξεις.
Τα σημερινά όρια συνταξιοδότησης
Το ασφαλιστικό σύστημα εξακολουθεί να προβλέπει δύο βασικές
διαδρομές εξόδου:
Ηλικία
|
Προϋπόθεση
|
62 ετών
|
40 έτη ασφάλισης
|
67 ετών
|
Τουλάχιστον 15 έτη ασφάλισης
|
Τα όρια αυτά παραμένουν αμετάβλητα από τις μεγάλες
μεταρρυθμίσεις της προηγούμενης δεκαετίας
|
|
|
|
|
|
|
|

Οι σημαντικότερες αλλαγές που προηγήθηκαν
Έτος
|
Μεταβολή
|
2013
|
Καθιέρωση γενικών ορίων στα 62 και 67 έτη
|
2015
|
Αύξηση όλων των ενδιάμεσων ορίων ηλικίας με τον Ν.
4336/2015
|
2030
|
Προγραμματισμένη νέα αξιολόγηση βάσει δημογραφικών
στοιχείων
|
Γιατί θεωρείται πιθανή νέα αύξηση μετά το 2030
Παρότι δεν υπάρχει σήμερα καμία οριστική απόφαση, οι
αναλογιστικές μελέτες δείχνουν ότι η γήρανση του πληθυσμού
θα συνεχίσει να πιέζει το ασφαλιστικό σύστημα.
Οι βασικοί δείκτες που παρακολουθούνται είναι οι εξής:
Δημογραφικός δείκτης
|
Σήμερα
|
Μελλοντική εκτίμηση
|
Δείκτης εξάρτησης ηλικιωμένων
|
~39%
|
~60%
|
Ηλικιωμένοι ανά 100 άτομα εργάσιμης ηλικίας
|
~140
|
~170
|
Δείκτης γονιμότητας
|
1,5 παιδιά ανά γυναίκα
|
Κάτω από το επίπεδο αναπλήρωσης (2,1)
|
Παράλληλα, το φυσικό ισοζύγιο πληθυσμού επιδεινώνεται:
Έτος
|
Διαφορά γεννήσεων - θανάτων
|
2018
|
-33.856
|
2022
|
-64.706
|
Η εικόνα αυτή σημαίνει ότι οι μελλοντικοί εργαζόμενοι που θα
χρηματοδοτούν τις συντάξεις θα είναι σημαντικά λιγότεροι.
Πιθανά σενάρια προσαρμογής των ορίων ηλικίας
Ο ΟΟΣΑ εξετάζει διάφορα μοντέλα σύνδεσης της ηλικίας
συνταξιοδότησης με το προσδόκιμο ζωής.
Μοντέλο
|
Αύξηση ορίου ηλικίας
|
1 προς 1
|
+12 μήνες για κάθε +12 μήνες προσδόκιμου ζωής
|
2/3
|
+8 μήνες για κάθε +12 μήνες προσδόκιμου ζωής
|
1/3
|
+4 μήνες για κάθε +12 μήνες προσδόκιμου ζωής
|
Το επικρατέστερο σενάριο για την Ελλάδα θεωρείται η πλήρης
αναλογία 1:1.
Τι προβλέπει ο ΟΟΣΑ έως το 2050
Σύμφωνα με την έκθεση Pensions at a Glance 2025, εφόσον
συνεχιστούν οι σημερινές δημογραφικές τάσεις:
Η ηλικία συνταξιοδότησης για όσους σήμερα αποχωρούν στα 62
με 40 έτη ασφάλισης θα μπορούσε να φθάσει έως τα 66 έτη.
Οι νεότερες γενιές εργαζομένων ενδέχεται να χρειάζονται έως
και 44 έτη ασφάλισης για πλήρη σύνταξη.
Η χρηματοδότηση του ασφαλιστικού συστήματος θα εξαρτάται όλο
και περισσότερο από την αύξηση της απασχόλησης και της
παραγωγικότητας.
Εξέλιξη ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης (ενδεικτική
απεικόνιση)
2012
2013
2026
2030+
2050*
|----------|-------------------|---------------|--------------|
Πριν
62 & 67 έτη
Σήμερα
Επανεξέταση
Πιθανή
τις
ισχύοντα
βάσει
άνοδος
μεταρρυθμίσεις
δημογραφικών
έως 66+
* Σύμφωνα με εκτιμήσεις και σενάρια του ΟΟΣΑ, όχι με
οριστικές αποφάσεις.
Η έντονη αύξηση των αιτήσεων συνταξιοδότησης οφείλεται
κυρίως στον φόβο μελλοντικών αλλαγών. Παρότι η κυβέρνηση
διαβεβαιώνει ότι δεν πρόκειται να υπάρξει αύξηση των ορίων
ηλικίας το 2027, οι δημογραφικές εξελίξεις και οι
αναλογιστικές προβολές καθιστούν πιθανή μια νέα συζήτηση
μετά το 2030. Το βασικό ερώτημα δεν είναι αν θα
επανεξεταστούν τα όρια ηλικίας, αλλά πόσο γρήγορα θα
επιδεινωθούν οι δημογραφικοί δείκτες και ποιες παρεμβάσεις
θα επιλεγούν για τη διασφάλιση της βιωσιμότητας του
ασφαλιστικού συστήματος.
|
|
|
|
|
|