|
00:01 -
02/11/26 |
|
|
|
|
|

Νέοι στην Ευρώπη: Χαμηλά εισοδήματα και στεγαστική ασφυξία –
Στην τελευταία θέση σχεδόν η Ελλάδα σε αγοραστική δύναμη
Το αυξημένο
κόστος ζωής, τα απλησίαστα ενοίκια και οι χαμηλοί μισθοί
δυσκολεύουν την οικονομική ανεξαρτησία των νέων σε πολλές
ευρωπαϊκές χώρες. Οι πρόσφατες διαδηλώσεις, με φοιτητές και
νέους εργαζομένους στην πρώτη γραμμή, επαναφέρουν στο
προσκήνιο το ερώτημα κατά πόσο η νέα γενιά μπορεί να
εξασφαλίσει αξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης και να σχεδιάσει
το μέλλον της χωρίς συνεχή οικονομική εξάρτηση από την
οικογένεια.
Η εικόνα
διαφέρει σημαντικά από χώρα σε χώρα, ενώ τα στοιχεία της
Eurostat αποκαλύπτουν μεγάλες αποκλίσεις στα εισοδήματα των
νοικοκυριών στα οποία ζουν νέοι ηλικίας 18 έως 24 ετών. Η
Ελλάδα βρίσκεται μεταξύ των χωρών με τις χαμηλότερες
επιδόσεις, ιδιαίτερα όταν λαμβάνονται υπόψη οι διαφορές στο
κόστος ζωής και στην αγοραστική δύναμη.
Όπως επισημαίνει
ο ειδικός στο ευρωπαϊκό δίκαιο Αλμπέρτο Αλεμάνο, οι
κινητοποιήσεις των νέων δεν αποτελούν ένα ενιαίο φαινόμενο,
αλλά αντανακλούν διαφορετικές οικονομικές και κοινωνικές
πιέσεις ανά χώρα.
Τι δείχνουν τα
στοιχεία για τα εισοδήματα των νέων
Ένας βασικός
δείκτης για τη σύγκριση της οικονομικής κατάστασης είναι το
διάμεσο ισοδύναμο διαθέσιμο εισόδημα. Υπολογίζεται με βάση
το συνολικό εισόδημα ενός νοικοκυριού μετά τους φόρους και
τις λοιπές κρατήσεις, συμπεριλαμβανομένων των κοινωνικών
παροχών, προσαρμοσμένο στο μέγεθος και τη σύνθεσή του.
Τα στοιχεία για
τους νέους 18-24 ετών αφορούν το εισόδημα των νοικοκυριών
στα οποία διαμένουν και όχι αποκλειστικά τις προσωπικές τους
αποδοχές. Επομένως, η οικονομική εικόνα επηρεάζεται
σημαντικά από το εάν οι νέοι εξακολουθούν να μένουν με τους
γονείς τους ή έχουν δημιουργήσει δικό τους νοικοκυριό.
Στη Γαλλία, το
διάμεσο ισοδύναμο εισόδημα των νοικοκυριών στα οποία ζουν
νέοι διαμορφώθηκε το 2025 σε 23.850 ευρώ, έναντι 21.482 ευρώ
στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η χώρα κατατάσσεται στην 11η θέση
μεταξύ 34 ευρωπαϊκών χωρών, στις οποίες περιλαμβάνονται
κράτη-μέλη της ΕΕ, υποψήφιες προς ένταξη χώρες και μέλη της
Ευρωπαϊκής Ζώνης Ελεύθερων Συναλλαγών.
Η κατάταξη αυτή,
ωστόσο, δεν αποτυπώνει πλήρως τις συνθήκες διαβίωσης όλων
των νέων. Όπως σημειώνει η Αν Μπρουνέρ, διευθύντρια μελετών
του γαλλικού Παρατηρητηρίου Ανισοτήτων, τα συγκεκριμένα
στοιχεία δεν καλύπτουν φοιτητές που ζουν μόνοι τους ή σε
συλλογικές δομές στέγασης, όπως οι φοιτητικές εστίες.
Παράλληλα, η
ηλικιακή ομάδα 18-24 ετών περιλαμβάνει τόσο φοιτητές που
εξαρτώνται οικονομικά από τις οικογένειές τους όσο και
εργαζομένους με περιορισμένα προσόντα, επισφαλείς θέσεις
εργασίας και αυξημένο κίνδυνο φτώχειας.
|
|
|
|
|
|
|
|

Ελλάδα: Εισόδημα σχεδόν στο μισό του ευρωπαϊκού μέσου όρου
Η Ελλάδα βρίσκεται σε ιδιαίτερα δυσμενή θέση
ως προς το εισόδημα των νοικοκυριών στα οποία ζουν νέοι.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat για το 2025, το διάμεσο
ισοδύναμο διαθέσιμο εισόδημά τους ανέρχεται σε 10.981 ευρώ,
έναντι 21.482 ευρώ στον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Με
άλλα λόγια, το σχετικό εισόδημα στην Ελλάδα αντιστοιχεί
περίπου στο μισό του ευρωπαϊκού επιπέδου.
Η διαφορά είναι αισθητή και σε σύγκριση με
άλλες χώρες του ευρωπαϊκού Νότου. Στην Ιταλία, το αντίστοιχο
εισόδημα διαμορφώνεται σε 20.315 ευρώ, στην Ισπανία σε
19.338 ευρώ και στην Κύπρο σε 21.337 ευρώ. Η Πορτογαλία
βρίσκεται επίσης υψηλότερα, στα 14.146 ευρώ.
Στην Ελλάδα, το εισόδημα των νοικοκυριών των
νέων αντιστοιχεί στο 93,9% του διαμέσου εισοδήματος του
συνολικού πληθυσμού, το οποίο ανέρχεται σε 11.700 ευρώ. Η
αναλογία είναι κοντά στον μέσο όρο της ΕΕ, που διαμορφώνεται
στο 93,6%, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι οι νέοι διαθέτουν
υψηλό βιοτικό επίπεδο. Αντίθετα, αντανακλά σε έναν βαθμό το
γεγονός ότι πολλοί εξακολουθούν να ζουν στο πατρικό τους
σπίτι και να μοιράζονται τους οικονομικούς πόρους του
νοικοκυριού.
Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο δυσμενής όταν το
εισόδημα προσαρμόζεται στις διαφορές του κόστους ζωής. Σε
όρους αγοραστικής δύναμης, το διάμεσο εισόδημα των
νοικοκυριών των νέων στην Ελλάδα ανέρχεται σε 12.775 μονάδες
PPS, έναντι 21.077 μονάδων στον ευρωπαϊκό μέσο όρο, σύμφωνα
με τα στοιχεία που παρουσιάζονται για το 2025. Η Ελλάδα
συγκαταλέγεται έτσι στις χώρες με τις χαμηλότερες επιδόσεις
στην ΕΕ.
Τα δεδομένα αναδεικνύουν το διπλό πρόβλημα
που αντιμετωπίζει η ελληνική νεολαία: περιορισμένους
οικονομικούς πόρους και δυσκολία κάλυψης βασικών αναγκών,
ιδιαίτερα όταν πρόκειται για την εξασφάλιση ανεξάρτητης
κατοικίας. Η παραμονή στο οικογενειακό σπίτι για μεγαλύτερο
διάστημα μπορεί να βελτιώνει την εικόνα του εισοδήματος σε
επίπεδο νοικοκυριού, αλλά δεν συνεπάγεται ότι οι νέοι έχουν
τη δυνατότητα να αυτονομηθούν οικονομικά.
Ελβετία, Λουξεμβούργο και Αυστρία στην
κορυφή
Οι διαφορές μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών
είναι μεγάλες. Η Ελβετία καταγράφει το υψηλότερο διάμεσο
ισοδύναμο εισόδημα για τα νοικοκυριά των νέων, στα 52.206
ευρώ. Ακολουθούν το Λουξεμβούργο με 43.028 ευρώ και η
Αυστρία με 37.299 ευρώ.
Μεταξύ των τεσσάρων μεγαλύτερων οικονομιών
της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Γερμανία βρίσκεται στην πρώτη θέση,
με 26.330 ευρώ. Αντίθετα, η Ιταλία και η Ισπανία καταγράφουν
εισοδήματα χαμηλότερα από τον μέσο όρο της ΕΕ, στα 20.315
και 19.338 ευρώ αντίστοιχα.
Στο άλλο άκρο της κατάταξης βρίσκονται χώρες
της Νοτιοανατολικής και Ανατολικής Ευρώπης. Η Βόρεια
Μακεδονία εμφανίζει το χαμηλότερο διάμεσο εισόδημα, στα
4.640 ευρώ, ενώ ακολουθούν η Αλβανία με 5.736 ευρώ και η
Τουρκία με 5.987 ευρώ.
Κάτω από το μισό του ευρωπαϊκού μέσου όρου
βρίσκονται επίσης η Ρουμανία, με 7.237 ευρώ, η Σερβία με
7.754 ευρώ, η Ουγγαρία με 8.576 ευρώ και η Βουλγαρία με
8.680 ευρώ.
Γιατί το εισόδημα δεν αποτυπώνει ολόκληρη
την πραγματικότητα
Η σύγκριση των εισοδημάτων χρειάζεται
προσοχή, καθώς οι οικογενειακές συνθήκες και ο τρόπος
διαβίωσης επηρεάζουν σημαντικά τα αποτελέσματα.
Η γραμματεία του Ευρωπαϊκού Φόρουμ Νεολαίας
επισημαίνει ότι σε ορισμένες χώρες οι νέοι εμφανίζονται
οικονομικά ευνοημένοι επειδή παραμένουν για μεγαλύτερο
διάστημα στο πατρικό τους σπίτι και μοιράζονται τους πόρους
της οικογένειας. Πίσω από αυτή την εικόνα, όμως, μπορεί να
κρύβεται η αδυναμία τους να μετακομίσουν, να πληρώσουν
ενοίκιο ή να αγοράσουν κατοικία.
Αντίθετα, ένας νέος που εγκαταλείπει
νωρίτερα την οικογενειακή κατοικία μπορεί να εμφανίζεται
στατιστικά φτωχότερος, καθώς το εισόδημά του υπολογίζεται
πλέον με βάση τους δικούς του πόρους και όχι το συνολικό
εισόδημα της οικογένειας.
Επομένως, το υψηλότερο εισόδημα ενός
νοικοκυριού δεν συνεπάγεται απαραίτητα μεγαλύτερη οικονομική
ανεξαρτησία, ενώ το χαμηλότερο δεν αποτελεί από μόνο του
απόδειξη μεγαλύτερης υλικής στέρησης.
Στη Φινλανδία η μεγαλύτερη απόσταση από το
εθνικό εισόδημα
Η μεγαλύτερη διαφορά μεταξύ των νέων και του
συνολικού πληθυσμού καταγράφεται στη Φινλανδία. Το διάμεσο
εισόδημα των νοικοκυριών στα οποία ζουν νέοι ανέρχεται σε
22.277 ευρώ, έναντι 29.740 ευρώ για το σύνολο του πληθυσμού.
Αντιστοιχεί, δηλαδή, στο 74,9% του εθνικού διαμέσου.
Ακολουθούν η Δανία με 78,3%, η Νορβηγία με
82,7%, το Λουξεμβούργο με 86% και η Σουηδία με 88,2%.
Η εικόνα αυτή δεν σημαίνει απαραίτητα ότι οι
νέοι στις σκανδιναβικές χώρες αντιμετωπίζουν μεγαλύτερες
οικονομικές δυσκολίες. Όπως εξηγεί η Αν Μπρουνέρ, οι
δημόσιες πολιτικές στις χώρες αυτές ενθαρρύνουν την
αυτονομία των νέων, οι οποίοι εγκαταλείπουν νωρίτερα την
οικογενειακή κατοικία και ζουν συχνότερα ανεξάρτητα.
Κατά συνέπεια, το εισόδημά τους μετράται με
βάση τους δικούς τους, συχνά περιορισμένους, οικονομικούς
πόρους. Αυτό διευρύνει στατιστικά την απόσταση από το
εισόδημα του γενικού πληθυσμού.
Στον αντίποδα, σε έξι χώρες οι νέοι ζουν σε
νοικοκυριά με υψηλότερο διάμεσο εισόδημα από εκείνο του
συνολικού πληθυσμού. Στην Κροατία, το σχετικό ποσό ανέρχεται
σε 15.921 ευρώ, έναντι 15.057 ευρώ για το σύνολο του
πληθυσμού.
Η Κροατία εμφανίζει την υψηλότερη αναλογία,
στο 105,7%, και ακολουθούν η Μάλτα με 105,5% και η Σλοβενία
με 105,4%. Η Λιθουανία και η Αυστρία βρίσκονται στο 102,1%,
ενώ η Ελβετία στο 100,5%.
|
|
|
|
|
|
|
|

Η αγοραστική δύναμη αλλάζει την κατάταξη
Η σύγκριση των εισοδημάτων σε ευρώ δεν
αποτυπώνει πλήρως τις πραγματικές διαφορές στο βιοτικό
επίπεδο, καθώς το κόστος ζωής διαφέρει σημαντικά μεταξύ των
χωρών. Για τον λόγο αυτό, η Eurostat χρησιμοποιεί και τις
μονάδες αγοραστικής δύναμης (PPS), οι οποίες επιτρέπουν τη
σύγκριση των εισοδημάτων λαμβάνοντας υπόψη τις διαφορές στα
επίπεδα τιμών.
Με βάση αυτόν τον δείκτη, η Αυστρία
καταγράφει το υψηλότερο διάμεσο ισοδύναμο εισόδημα για τα
νοικοκυριά των νέων, στις 33.052 μονάδες αγοραστικής
δύναμης. Ακολουθούν το Λουξεμβούργο με 32.391 και η Ελβετία
με 29.989.
Η Γαλλία βρίσκεται στη 13η θέση, με 21.446
μονάδες, ελαφρώς πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Η Γερμανία
καταγράφει υψηλότερη επίδοση, στις 24.237 μονάδες, ενώ η
Ισπανία με 21.272 και η Ιταλία με 20.883 βρίσκονται λίγο
χαμηλότερα από τη Γαλλία.
Οι χαμηλότερες επιδόσεις μεταξύ των χωρών
που εξετάζονται καταγράφονται στην Αλβανία, στις 8.175
μονάδες, στη Βόρεια Μακεδονία, στις 8.994, και στο
Μαυροβούνιο, στις 9.955.
Πέρα από τους μισθούς, το κόστος στέγασης
και οι δημόσιες υπηρεσίες
Το Ευρωπαϊκό Φόρουμ Νεολαίας υπογραμμίζει
ότι η οικονομική κατάσταση των νέων δεν μπορεί να
αξιολογηθεί μόνο με βάση το διαθέσιμο εισόδημα. Καθοριστικό
ρόλο παίζει και το λεγόμενο «κοινωνικό εισόδημα» (social
wage), δηλαδή η αξία των δημόσιων υπηρεσιών και παροχών που
περιορίζουν τις δαπάνες των νοικοκυριών.
Η πρόσβαση σε προσιτή κατοικία, η ποιότητα
των δημόσιων υπηρεσιών, η εκπαίδευση, η υγειονομική
περίθαλψη και η κοινωνική προστασία επηρεάζουν άμεσα το
πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα και τις δυνατότητες
ανεξάρτητης διαβίωσης.
Ένας νέος με χαμηλότερο μισθό μπορεί να έχει
μεγαλύτερη οικονομική ασφάλεια σε μια χώρα όπου η στέγαση
είναι προσιτή και οι βασικές υπηρεσίες παρέχονται
αποτελεσματικά. Αντίστοιχα, ακόμη και ένα σχετικά υψηλό
εισόδημα μπορεί να αποδειχθεί ανεπαρκές όταν το ενοίκιο, η
ενέργεια και τα βασικά αγαθά απορροφούν μεγάλο μέρος του.
Η πρόκληση για την Ευρώπη είναι, συνεπώς,
ευρύτερη από την αύξηση των μισθών. Αφορά τη δημιουργία
συνθηκών που θα επιτρέπουν στους νέους να αποκτήσουν
κατοικία, να καλύπτουν τις βασικές ανάγκες τους και να
σχεδιάζουν το μέλλον τους χωρίς διαρκή οικονομική εξάρτηση
από την οικογένεια. Για την Ελλάδα, όπου το διαθέσιμο
εισόδημα των νέων παραμένει χαμηλό και η αγοραστική δύναμη
περιορισμένη, το ζήτημα της οικονομικής αυτονόμησης
συνδέεται άμεσα με το κόστος στέγασης και την πρόσβαση σε
αξιοπρεπείς θέσεις εργασίας.


|
|
|
|
|
|
|
|

Ξένες επενδύσεις: Αυξάνονται στην Ελλάδα, αλλά μόλις το 15%
κατευθύνεται στη βιομηχανία
Η Ελλάδα βελτιώνει τη θέση της στον
ευρωπαϊκό χάρτη προσέλκυσης άμεσων ξένων επενδύσεων, ωστόσο
εξακολουθεί να αντιμετωπίζει μια σημαντική πρόκληση: να
μετατρέψει το αυξημένο επενδυτικό ενδιαφέρον σε περισσότερες
παραγωγικές επενδύσεις, με μεγαλύτερη συμβολή στη
βιομηχανία, στην απασχόληση και στην προστιθέμενη αξία της
οικονομίας.
Το πρόβλημα αποτύπωσε χαρακτηριστικά ο
πρόεδρος του Συνδέσμου Επιχειρήσεων και Βιομηχανιών (ΣΕΒ),
Σπύρος Θεοδωρόπουλος σε πρόσφατες δηλώσεις του,
επισημαίνοντας ότι ένα data center μπορεί να αποτελεί μια
αξιόλογη επένδυση, αλλά δεν έχει την ίδια επίδραση στην
ελληνική οικονομία με τη δημιουργία ενός νέου εργοστασίου.
Η παρατήρηση αυτή αναδεικνύει τη βασική
αδυναμία της σύνθεσης των ξένων επενδύσεων που προσελκύει η
χώρα. Παρά την αύξησή τους τα τελευταία χρόνια, μεγάλο μέρος
αφορά δραστηριότητες υποστηρικτικών υπηρεσιών, ενώ οι
επενδύσεις στη βιομηχανική παραγωγή παραμένουν συγκριτικά
περιορισμένες.
Σύμφωνα με τη μελέτη της EY για την
ελκυστικότητα της Ελλάδας ως επενδυτικού προορισμού, το 2025
το 36% των νέων επενδύσεων εκ του μηδενός (greenfield)
αφορούσε υποστηρικτικές υπηρεσίες. Αντίθετα, η βιομηχανική
παραγωγή συγκέντρωσε μόλις το 15%, έναντι 28% στην Ευρώπη.
Οι επενδύσεις greenfield αφορούν τη
δημιουργία νέων επιχειρηματικών δραστηριοτήτων ή
εγκαταστάσεων και διακρίνονται από τις εξαγορές υφιστάμενων
επιχειρήσεων. Ως εκ τούτου, η σύνθεσή τους αποτελεί
σημαντικό δείκτη για το είδος της παραγωγικής δραστηριότητας
που προσελκύει μια οικονομία.
Επιπλέον, η Ελλάδα προσέλκυσε μόλις το 0,94%
των συνολικών επενδύσεων greenfield που κατευθύνθηκαν στην
Ευρώπη το 2025. Το στοιχείο αυτό δείχνει ότι, παρά τη
βελτίωση των επιδόσεών της, η χώρα εξακολουθεί να έχει
σχετικά μικρό μερίδιο στη συνολική ευρωπαϊκή επενδυτική
δραστηριότητα.
Άνοδος 34% στην Ελλάδα, υποχώρηση στην
Ευρώπη
Η εικόνα των τελευταίων ετών είναι, πάντως,
σαφώς πιο θετική για την Ελλάδα σε σύγκριση με την ευρωπαϊκή
αγορά. Οι νέες επενδύσεις greenfield στη χώρα αυξήθηκαν το
2025 κατά 34% σε σχέση με το 2024, σύμφωνα με τα στοιχεία
της EY.
Παρά τη σημαντική ποσοστιαία άνοδο, ο
απόλυτος αριθμός των επενδύσεων εξακολουθεί να είναι σχετικά
χαμηλός. Η Ελλάδα κατατάχθηκε στη 19η θέση μεταξύ 47 χωρών
που περιλαμβάνονται στο ευρωπαϊκό παρατηρητήριο επενδύσεων
της EY.
Στον αντίποδα, η Ευρώπη κατέγραψε για τρίτη
συνεχόμενη χρονιά μείωση των άμεσων ξένων επενδύσεων. Το
2025 ο αριθμός τους υποχώρησε κατά 7% σε σύγκριση με το
προηγούμενο έτος, ενώ η συνολική πτώση από το 2017 έφτασε το
24%.
Η συρρίκνωση της επενδυτικής δραστηριότητας
είχε αντίκτυπο και στην απασχόληση. Οι νέες θέσεις εργασίας
που συνδέονται με τις επενδύσεις στην Ευρώπη μειώθηκαν κατά
25% μέσα σε ένα έτος.
Αρνητική ήταν η εικόνα και στις μεγαλύτερες
ευρωπαϊκές οικονομίες, οι οποίες αποτελούν παραδοσιακούς
πόλους προσέλκυσης ξένων κεφαλαίων. Το 2025 οι επενδύσεις
greenfield μειώθηκαν κατά 17% στη Γαλλία, κατά 14% στο
Ηνωμένο Βασίλειο και κατά 10% στη Γερμανία.
Ακόμη και σε χώρες που ανταγωνίζονται την
Ελλάδα για την προσέλκυση επενδυτικών κεφαλαίων, οι αυξήσεις
ήταν μικρότερες από την ελληνική επίδοση. Στην Πολωνία οι
επενδύσεις ενισχύθηκαν κατά 10%, στη Ρουμανία κατά 16% και
στην Τουρκία κατά 20%.
Η σύγκριση καταδεικνύει ότι η Ελλάδα
κινείται ανοδικά σε μια περίοδο κατά την οποία η ευρωπαϊκή
επενδυτική δραστηριότητα δέχεται πιέσεις. Το ζητούμενο,
ωστόσο, δεν είναι μόνο η αύξηση του αριθμού των επενδύσεων,
αλλά και η προσέλκυση έργων που δημιουργούν ισχυρότερους
δεσμούς με την εγχώρια παραγωγή.
|
|
|
|
|
|
|
|

Ρεκόρ επενδυτικής πρόθεσης για την Ελλάδα
Ιδιαίτερα ενθαρρυντικά είναι τα ευρήματα της
πρόσφατης έρευνας της EY μεταξύ 250 ανώτατων στελεχών
επιχειρήσεων, από τα οποία τα 191 εκπροσωπούν εταιρείες με
ήδη υφιστάμενη επενδυτική παρουσία στην Ελλάδα.
Το 55% των συμμετεχόντων δήλωσε ότι η
επιχείρησή του σχεδιάζει να αναπτύξει ή να επεκτείνει τις
δραστηριότητές της στην Ελλάδα μέσα στους επόμενους 12
μήνες, έναντι 48% στην αντίστοιχη έρευνα του 2025. Πρόκειται
για το υψηλότερο ποσοστό από το 2019, όταν ξεκίνησε η
συγκεκριμένη έρευνα στη χώρα.
Η εξέλιξη αποκτά μεγαλύτερη σημασία αν
συγκριθεί με την ευρωπαϊκή εικόνα. Σε πανευρωπαϊκό επίπεδο,
το ποσοστό των επιχειρήσεων που σχεδιάζουν νέες επενδύσεις
υποχώρησε στο 54%, από 59% το 2025 και 72% το 2024.
Ανά κλάδο, αυξημένη πρόθεση επέκτασης στην
Ελλάδα καταγράφεται στις επιχειρήσεις καταναλωτικών
προϊόντων, με ποσοστό 64%, και στις εταιρείες τεχνολογίας,
με 60%. Ισχυρό είναι το ενδιαφέρον και από τις πολύ μεγάλες
επιχειρήσεις, με ετήσιο κύκλο εργασιών άνω των 1,5 δισ.
ευρώ, καθώς το 70% σχεδιάζει να αναπτύξει δραστηριότητες στη
χώρα.
Παράλληλα, το 61% των επιχειρήσεων με έδρα
εκτός Ευρώπης δηλώνει αντίστοιχη πρόθεση. Αξιοσημείωτη είναι
και η μεταβολή μεταξύ των εταιρειών που δεν έχουν ακόμη
εγκατασταθεί στην Ελλάδα: το ποσοστό όσων εξετάζουν επέκταση
ανήλθε στο 51%, από μόλις 22% έναν χρόνο νωρίτερα.
Τα στοιχεία δείχνουν ότι η Ελλάδα αποκτά
μεγαλύτερη απήχηση σε επιχειρήσεις που αναζητούν νέες αγορές
και επενδυτικές ευκαιρίες. Ωστόσο, η πρόθεση για επενδύσεις
δεν συνεπάγεται αυτομάτως ότι όλα τα σχέδια θα υλοποιηθούν,
καθώς οι τελικές αποφάσεις επηρεάζονται από το κόστος
λειτουργίας, τη χρηματοδότηση και τις γενικότερες
οικονομικές συνθήκες.
Λιγότερες αναβολές επενδύσεων σε σχέση με
την Ευρώπη
Παρά τη θετική εικόνα, ένα ποσοστό 22% των
επιχειρήσεων που συμμετείχαν στην έρευνα δήλωσε ότι
αναβάλλει, ακυρώνει ή περιορίζει τα επενδυτικά του σχέδια
στην Ελλάδα.
Το ποσοστό παραμένει σημαντικό, είναι όμως
χαμηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ο οποίος
διαμορφώνεται στο 34%. Το ίδιο ποσοστό καταγράφηκε στη
Ρουμανία, ενώ στο Βέλγιο ανήλθε στο 30%, στην Ιταλία στο 27%
και στη Γαλλία στο 24%.
Όσον αφορά τους τομείς στους οποίους οι
ξένες επιχειρήσεις σχεδιάζουν να επεκτείνουν τις
δραστηριότητές τους, κυριαρχούν οι πωλήσεις και το
μάρκετινγκ, με ποσοστό 50%. Ακολουθούν η εφοδιαστική αλυσίδα
με 47% και οι υποστηρικτικές υπηρεσίες με 45%, κατηγορία
στην οποία περιλαμβάνονται δραστηριότητες όπως τα τηλεφωνικά
κέντρα και τα data centers.
Η κατανομή αυτή εξηγεί σε σημαντικό βαθμό
γιατί η αύξηση των ξένων επενδύσεων δεν μεταφράζεται με
αντίστοιχο ρυθμό σε ενίσχυση της βιομηχανικής παραγωγής. Οι
υπηρεσίες μπορούν να δημιουργούν θέσεις εργασίας και
οικονομική δραστηριότητα, αλλά η ανάπτυξη νέων παραγωγικών
μονάδων έχει τη δυνατότητα να ενισχύσει πιο άμεσα τη
βιομηχανική βάση, τις εξαγωγές και τη ζήτηση για εγχώριους
προμηθευτές.
Το ενεργειακό κόστος και η μικρή αγορά
αποθαρρύνουν τη βιομηχανία
Ο πρόεδρος του ΣΕΒ, Σπύρος Θεοδωρόπουλος,
αναγνώρισε ότι η Ελλάδα έχει γίνει ελκυστικότερη σε σχέση με
το παρελθόν, υπογραμμίζοντας, ωστόσο, ότι δεν συγκαταλέγεται
ακόμη στους πλέον ελκυστικούς επενδυτικούς προορισμούς.
Μεταξύ των βασικών εμποδίων για την
προσέλκυση παραγωγικών βιομηχανικών επενδύσεων ξεχώρισε το
υψηλό ενεργειακό κόστος και το περιορισμένο μέγεθος της
εγχώριας αγοράς. Οι δύο αυτοί παράγοντες μπορούν να
επηρεάσουν την ανταγωνιστικότητα μιας νέας μονάδας, ιδίως
όταν αυτή καλείται να ανταγωνιστεί παραγωγούς σε μεγαλύτερες
αγορές ή σε χώρες με χαμηλότερο κόστος λειτουργίας.
Για τον ΣΕΒ, η ενίσχυση των παραγωγικών
επενδύσεων αποτελεί μία από τις τρεις βασικές προτεραιότητες
για την ελληνική οικονομία. Οι άλλες δύο είναι η διατήρηση
της δημοσιονομικής πειθαρχίας και η πολιτική σταθερότητα.
Όπως διευκρίνισε ο κ. Θεοδωρόπουλος, η
πολιτική σταθερότητα έχει σημασία ανεξάρτητα από τον αριθμό
των κομμάτων που συμμετέχουν στην κυβέρνηση.
Το ζητούμενο για την Ελλάδα είναι, συνεπώς,
να αξιοποιήσει τη θετική δυναμική που καταγράφεται στην
προσέλκυση ξένων κεφαλαίων και να ενισχύσει το μερίδιο των
επενδύσεων που δημιουργούν νέες παραγωγικές εγκαταστάσεις. Η
βελτίωση της επενδυτικής εικόνας αποτελεί ένα πρώτο βήμα,
αλλά η μεγαλύτερη πρόκληση παραμένει η ποιοτική αναβάθμιση
των επενδύσεων, ώστε να ενισχυθούν διαχρονικά η
παραγωγικότητα, η βιομηχανία και η εξαγωγική δυνατότητα της
ελληνικής οικονομίας.
|
|
|
|
|
|