|
00:01 -
03/06/26 |
|
|
|
|
|

Λιτότητα και πολιτική σταθερότητα στην Ευρώπη: το κόστος των
δημοσιονομικών προσαρμογών
Πολλές χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης βρίσκονται σε τροχιά
δημοσιονομικής εξυγίανσης, επιδιώκοντας τη μείωση των
ελλειμμάτων και τη συμμόρφωση με τους αυστηρότερους
ευρωπαϊκούς κανόνες. Ωστόσο, νέα εμπειρικά δεδομένα δείχνουν
ότι η πολιτική της λιτότητας συνδέεται με αυξημένη πολιτική
αστάθεια, καθώς επηρεάζει αρνητικά τη δημοτικότητα των
κυβερνήσεων και ενισχύει την πιθανότητα κοινωνικών
αντιδράσεων και κυβερνητικών κρίσεων, τουλάχιστον
βραχυπρόθεσμα.
Η αρνητική επίδραση είναι εντονότερη όταν η δημοσιονομική
προσαρμογή εφαρμόζεται σε συνθήκες οικονομικής ύφεσης ή όταν
βασίζεται κυρίως σε περικοπές δαπανών. Σε αυτές τις
περιπτώσεις, η επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας
που ακολουθεί τη σύσφιξη των δημόσιων οικονομικών φαίνεται
να αποτελεί τον βασικό παράγοντα της πτώσης της κυβερνητικής
αποδοχής. Έτσι, πολιτικές που περιορίζουν αυτές τις
αρνητικές επιδράσεις μπορούν να συμβάλουν στη διατήρηση
μεγαλύτερης πολιτικής σταθερότητας.
Σε αρκετά κράτη μέλη της ΕΕ, τα δημόσια ελλείμματα και το
χρέος παραμένουν σε επίπεδα σημαντικά υψηλότερα από εκείνα
πριν την πανδημία και την ενεργειακή κρίση, γεγονός που
εντείνει τις πιέσεις για δημοσιονομική προσαρμογή. Χώρες
όπως η Γαλλία, η Φινλανδία, η Αυστρία, το Βέλγιο, η Ρουμανία
και η Σλοβακία εφαρμόζουν ήδη περιοριστική πολιτική, ενώ οι
ευρωπαϊκοί κανόνες αναμένεται να επιβάλουν ακόμη μεγαλύτερη
αυστηρότητα τα επόμενα χρόνια, επηρεάζοντας και την Ελλάδα.
Η επιτυχία μιας δημοσιονομικής προσαρμογής εξαρτάται σε
μεγάλο βαθμό από την κοινωνική και πολιτική της αποδοχή. Εάν
προκαλεί έντονη δυσαρέσκεια ή αστάθεια, μπορεί τελικά να
υπονομεύσει και την ίδια την οικονομική της
αποτελεσματικότητα.
Νέα μελέτη του Ινστιτούτου Διεθνών Οικονομικών Μελετών της
Βιέννης, όπως παρουσιάζεται σε ανάλυση του
Social
Europe,
εξετάζει τον τρόπο με τον οποίο οι αυξήσεις φόρων και οι
περικοπές δαπανών επηρεάζουν τη δημοτικότητα των
κυβερνήσεων, την πιθανότητα πολιτικών κρίσεων και την
εμφάνιση κοινωνικών κινητοποιήσεων.
|
|
|
|
|
|
|
|

Το πολιτικό κόστος της λιτότητας
Σύμφωνα με τα
ευρήματα, μια δημοσιονομική προσαρμογή της τάξης της μίας
ποσοστιαίας μονάδας του ΑΕΠ οδηγεί κατά μέσο όρο σε μείωση
της κυβερνητικής δημοτικότητας κατά περίπου 1,6 ποσοστιαίες
μονάδες μέσα σε έναν χρόνο. Η πτώση αυτή αποδίδεται κυρίως
στις αρνητικές επιπτώσεις στην ανάπτυξη και την απασχόληση.
Παράλληλα, η
πιθανότητα αντικυβερνητικών διαδηλώσεων αυξάνεται κατά 7,5
ποσοστιαίες μονάδες, ενώ οι γενικές απεργίες κατά 7,8
ποσοστιαίες μονάδες. Η πιθανότητα σοβαρής κυβερνητικής
κρίσης ενισχύεται ακόμη περισσότερο, κατά 17,5 ποσοστιαίες
μονάδες. Ωστόσο, οι επιδράσεις αυτές είναι κατά κανόνα
προσωρινές και εξασθενούν μεσοπρόθεσμα.
Σε περιόδους
οικονομικής ανάπτυξης, οι επιπτώσεις της λιτότητας στην
πολιτική στήριξη είναι περιορισμένες. Αντίθετα, σε περιόδους
ύφεσης, η πτώση της δημοτικότητας γίνεται αισθητή και μπορεί
σε ορισμένες περιπτώσεις να οδηγήσει ακόμη και σε
κυβερνητική αποσταθεροποίηση.
Η σημασία της
συγκυρίας και της σύνθεσης των μέτρων
Τα
αποτελέσματα δείχνουν ότι η χρονική συγκυρία αποτελεί
καθοριστικό παράγοντα. Σε ύφεση, μια δημοσιονομική
προσαρμογή της ίδιας κλίμακας μπορεί να μειώσει τη
δημοτικότητα κατά περίπου 2,1 ποσοστιαίες μονάδες μέσα σε
έναν χρόνο, ενώ σε περιόδους ανάπτυξης η επίδραση είναι
σχεδόν μηδενική.
Εξίσου
σημαντική είναι και η σύνθεση των μέτρων. Τα πακέτα που
βασίζονται αποκλειστικά σε περικοπές δαπανών φαίνεται να
έχουν μεγαλύτερο πολιτικό κόστος σε σχέση με εκείνα που
συνδυάζουν και αυξήσεις εσόδων. Η συμμετοχή φορολογικών
μέτρων μπορεί να μετριάσει τις κοινωνικές αντιδράσεις και να
ενισχύσει τη συνολική σταθερότητα.
Πολιτικές
προεκτάσεις για την Ευρώπη
Η τρέχουσα
φάση δημοσιονομικής προσαρμογής στην Ευρώπη πραγματοποιείται
σε περιβάλλον συγκριτικά καλύτερων μακροοικονομικών
συνθηκών, γεγονός που περιορίζει προς το παρόν τις πολιτικές
εντάσεις. Ωστόσο, εξωτερικοί κλυδωνισμοί, όπως η ενεργειακή
αβεβαιότητα και οι γεωπολιτικές εντάσεις, ενδέχεται να
επιβαρύνουν το οικονομικό περιβάλλον και να ενισχύσουν τις
πολιτικές πιέσεις.
Σε αυτό το
πλαίσιο, οι αναλυτές υπογραμμίζουν ότι η επιτυχία της
δημοσιονομικής εξυγίανσης δεν εξαρτάται μόνο από το
οικονομικό της αποτέλεσμα, αλλά και από τον τρόπο και τον
χρόνο εφαρμογής της. Η κοινωνική αντίδραση, οι εκλογικές
ισορροπίες και η πολιτική σταθερότητα αποτελούν κρίσιμες
παραμέτρους που καθορίζουν τη βιωσιμότητα τέτοιων πολιτικών
σε βάθος χρόνου.
|
|
|
|
|
|
|
|

Ρεκόρ συνταξιοδοτήσεων έως το 2027 – Οι φόβοι για
όρια ηλικίας και αλλαγές στις συντάξεις οδηγούν σε μαζικές
αποχωρήσεις
Νέο ιστορικό υψηλό αναμένεται να καταγράψουν
οι αιτήσεις συνταξιοδότησης το 2026, ξεπερνώντας ακόμη και
το ήδη αυξημένο επίπεδο του 2025, όταν οι αιτήσεις είχαν
φτάσει τις 225.800.
Το προηγούμενο ρεκόρ είχε σημειωθεί το 2021
με 212.151 αιτήσεις, ενώ ακολούθησαν 211.135 το 2022 και
190.368 το 2023.
Οι ειδικοί εκτιμούν ότι η έντονη τάση φυγής
προς τη σύνταξη θα συνεχιστεί τουλάχιστον έως το 2027,
περίοδο κατά την οποία υπολογίζεται ότι θα έχει αποχωρήσει
από την αγορά εργασίας μεγάλο μέρος της γενιάς των baby
boomers. Από το 2023 έως τότε, οι συνολικές αποχωρήσεις
εκτιμάται ότι θα ξεπεράσουν τις 800.000.
Κεντρικό ρόλο στη μαζική έξοδο παίζουν οι
ανησυχίες για πιθανή αύξηση των ορίων ηλικίας
συνταξιοδότησης μετά το 2027, αλλά και οι φόβοι για
δυσμενείς αλλαγές στο καθεστώς αναγνώρισης πλασματικών ετών
ασφάλισης, όπως σπουδές, στρατιωτική θητεία και χρόνος
τέκνων. Παράλληλα, οι επικείμενες αλλαγές στον τρόπο
υπολογισμού των συντάξιμων αποδοχών ενισχύουν την πίεση προς
πρόωρη αποχώρηση.
|
|
|
|
|
|
|
|

Σύμφωνα με τα στοιχεία
Σύμφωνα με τα στοιχεία του πληροφοριακού
συστήματος «ΑΤΛΑΣ» του e-ΕΦΚΑ για τον Απρίλιο του 2026, οι
νέες αιτήσεις συνταξιοδότησης έφτασαν τις 16.625. Μαζί με
τις 18.636 αιτήσεις του Ιανουαρίου, τις 18.363 του
Φεβρουαρίου και τις 21.214 του Μαρτίου, το σύνολο του πρώτου
τετραμήνου ανέρχεται στις 74.838 αιτήσεις. Το αντίστοιχο
διάστημα του 2025 είχαν καταγραφεί 63.542 αιτήσεις, δηλαδή
11.296 λιγότερες.
Η εικόνα αυτή επιβεβαιώνει ότι από τις αρχές
του 2026 καταγράφεται πρωτοφανής επιτάχυνση στις
αποχωρήσεις, με όλες τις ενδείξεις να δείχνουν ότι η φετινή
χρονιά θα ξεπεράσει κάθε προηγούμενο ρεκόρ.
Το κύμα εξόδου εκτιμάται ότι θα διατηρηθεί
έντονο μέχρι και το 2027-2028, όταν θα ολοκληρωθεί σταδιακά
η αποχώρηση των baby boomers από την αγορά εργασίας. Ήδη, ο
αριθμός των συνταξιοδοτήσεων υπερβαίνει τις μαζικές
αποχωρήσεις που είχαν σημειωθεί την περίοδο των μνημονίων,
καθώς και τις μεγάλες εθελούσιες εξόδους σε ΔΕΗ, ΟΤΕ και
τραπεζικό κλάδο.
Οι βασικοί λόγοι πίσω από τη μαζική φυγή
Σύμφωνα με την ΕΝΥΠΕΚΚ, πέντε βασικοί
παράγοντες οδηγούν ολοένα περισσότερους εργαζομένους στην
απόφαση να αποχωρήσουν από την εργασία και να επιλέξουν τη
σύνταξη.
1. Φόβοι για αύξηση των ορίων ηλικίας
Η σύνδεση των ηλικιακών ορίων με το
προσδόκιμο ζωής επαναφέρει τη συζήτηση για νέα αύξηση των
ορίων συνταξιοδότησης μετά το 2027 ή το 2030. Αν και το
υπουργείο Εργασίας απορρίπτει προς το παρόν άμεσες αλλαγές,
πολλοί ασφαλισμένοι επιδιώκουν να κατοχυρώσουν δικαιώματα
πριν υπάρξουν νέες επιβαρύνσεις.
2. Πιθανές αλλαγές στα πλασματικά έτη
Η δυνατότητα εξαγοράς πλασματικού χρόνου
παραμένει κρίσιμο εργαλείο για επτά στους
|
|
|
|
|
|
|
|

Eurostat:
Η Ελλάδα στον πάτο της Ευρώπης σε πληροφορικάριους
Η Ελβετία χάνει πλέον την πρωτοκαθεδρία ως
το μεγαλύτερο παγκόσμιο κέντρο διαχείρισης ξένου πλούτου,
καθώς το Χονγκ Κονγκ, ενισχυμένο από τις αυξημένες εισροές
κεφαλαίων από την ηπειρωτική Κίνα και την ανάκαμψη της
χρηματιστηριακής του αγοράς, καταλαμβάνει την πρώτη θέση
διεθνώς, έστω και οριακά.
Σύμφωνα με την έκθεση Global Wealth Report
2026 της Boston Consulting Group, τα offshore περιουσιακά
στοιχεία που είναι καταγεγραμμένα στο Χονγκ Κονγκ αυξήθηκαν
κατά 10,7% το 2025, φτάνοντας τα 2,9 τρισ. δολάρια. Η BCG
εκτιμά ότι η ταχεία συσσώρευση πλούτου στην Ασία θα
διευρύνει περαιτέρω το χάσμα υπέρ του Χονγκ Κονγκ, το οποίο
έως το 2030 θα μπορούσε να ξεπερνά την Ελβετία κατά σχεδόν
600 δισ. δολάρια.
Η παγκόσμια συσσώρευση πλούτου κινείται με
τον ταχύτερο ρυθμό από το 2021, παρά τις εμπορικές εντάσεις
και τη μακροοικονομική αβεβαιότητα, αγγίζοντας συνολικά τα
333 τρισ. δολάρια. Σε αυτό το περιβάλλον, το Χονγκ Κονγκ και
η Σιγκαπούρη αναδεικνύονται σε ισχυρούς κόμβους για ασιατικά
κεφάλαια, ενώ η Ελβετία, οι ΗΠΑ και η Βρετανία εξακολουθούν
να διατηρούν τον ρόλο βασικών προορισμών για πλούτο από την
Ευρώπη, τη Μέση Ανατολή και τη Λατινική Αμερική.
Όπως επισημαίνει ο Michael Kahlich της
Boston Consulting Group, η δημιουργία πλούτου και οι
διεθνείς ροές κεφαλαίων συγκεντρώνονται ολοένα και
περισσότερο σε έναν μικρό αριθμό παγκόσμιων
χρηματοοικονομικών κέντρων, με την άνοδο του Χονγκ Κονγκ να
αντικατοπτρίζει την αυξανόμενη βαρύτητα της Ασίας στις
διεθνείς αγορές.
Η δυναμική αυτή έχει ενισχύσει σημαντικά το
οικοσύστημα των family offices στο Χονγκ Κονγκ, τα οποία
αυξήθηκαν κατά 25% από το 2023, φτάνοντας τα 3.384 στο τέλος
του 2025. Κάθε family office διαχειρίζεται τουλάχιστον 10
εκατ. δολάρια, ενώ περισσότερα από 1.000 ελέγχουν κεφάλαια
άνω των 100 εκατ. δολαρίων, σύμφωνα με έρευνα της Deloitte.
Το Χονγκ Κονγκ επιχειρεί να ενισχύσει
περαιτέρω την ελκυστικότητά του μετά την περίοδο περιορισμών
της πανδημίας και των πολιτικών εντάσεων, προβάλλοντας το
χαμηλό φορολογικό καθεστώς, το εξειδικευμένο ανθρώπινο
δυναμικό και τις ανεπτυγμένες κεφαλαιαγορές του. Η
στρατηγική αυτή φαίνεται να αποδίδει, καθώς οι γεωπολιτικές
εντάσεις ωθούν ολοένα και περισσότερους επενδυτές να
στραφούν προς την Ασία για διαφοροποίηση.
Στο ίδιο πλαίσιο, η κυβέρνηση του Χονγκ
Κονγκ σχεδιάζει την επέκταση των φορολογικών ελαφρύνσεων σε
περισσότερες κατηγορίες περιουσιακών στοιχείων, ενώ
παράλληλα καταγράφεται αυξημένο ενδιαφέρον από επενδυτές της
Μέσης Ανατολής στα διεθνή συνέδρια διαχείρισης πλούτου της
πόλης.

|
|
|
|
|
|