|
00:01 -
04/06/26 |
|
|
|
|
|

Διαγενεακές ανισότητες στην Ευρώπη: από τον οριζόντιο στον
«κάθετο» κοινωνικό διαχωρισμό
Οι οικονομικές
ανισότητες στην Ευρώπη έχουν μετατοπιστεί τις τελευταίες
δεκαετίες από ένα κυρίως γεωγραφικό και πολιτικό χάσμα
—μεταξύ Δύσης και Ανατολής— σε ένα βαθύτερο, διαγενεακό και
πλέον «κάθετο» κοινωνικό ρήγμα, που διατρέχει ακόμα και τις
ίδιες οικογένειες.
Η εικόνα της
μεταπολεμικής Ευρώπης, όπου οι Δυτικοί ζούσαν σε αφθονία ενώ
οι Ανατολικοί αντιμετώπιζαν ελλείψεις και περιορισμούς, έχει
δώσει τη θέση της σε μια νέα πραγματικότητα: οι ανισότητες
πλέον δεν διαχωρίζουν χώρες, αλλά γενιές.
Νέοι έναντι
ηλικιωμένων: μια νέα οικονομική σύγκρουση
Η εκτόξευση των
τιμών των ακινήτων, σε συνδυασμό με τη στασιμότητα των
εισοδημάτων, έχει καταστήσει την πρόσβαση στη στέγη
εξαιρετικά δύσκολη για τους νέους Ευρωπαίους. Πολλοί
30άρηδες παραμένουν στο πατρικό τους σπίτι, αδυνατώντας να
αποκτήσουν οικονομική ανεξαρτησία, ενώ τα ενοίκια και οι
τιμές αγοράς αυξάνονται ταχύτερα από τους μισθούς.
Ταυτόχρονα, οι
νεότερες γενιές καλούνται να χρηματοδοτήσουν ένα ολοένα και
πιο δαπανηρό κοινωνικό κράτος, το οποίο στηρίζει έναν ταχέως
γηράσκοντα πληθυσμό. Σε πολλές χώρες της Ευρώπης, οι
δημόσιες δαπάνες που σχετίζονται με τη γήρανση απορροφούν
πλέον περίπου το ένα τέταρτο του ΑΕΠ.
Το ευρωπαϊκό
κοινωνικό μοντέλο υπό πίεση
Το ευρωπαϊκό
συνταξιοδοτικό σύστημα, που σε μεγάλο βαθμό βασίζεται στη
διαγενεακή αναδιανομή (pay-as-you-go), βρίσκεται υπό
αυξανόμενη πίεση. Οι σημερινοί εργαζόμενοι χρηματοδοτούν τις
συντάξεις των ηλικιωμένων, με την υπόθεση ότι οι επόμενες
γενιές θα πράξουν το ίδιο για εκείνους.
Ωστόσο, η
δημογραφική ανατροπή —με λιγότερους εργαζόμενους ανά
συνταξιούχο— καθιστά αυτό το μοντέλο ολοένα και πιο δύσκολα
βιώσιμο. Η αναλογία έχει πέσει από πάνω από 5 εργαζόμενους
ανά συνταξιούχο το 1960 σε περίπου 2,5 σήμερα στη Δυτική
Ευρώπη.
|
|
|
|
|
|
|
|

Η «κληρονομιά» ως νέα μορφή ανισότητας
Ένας από τους πιο καθοριστικούς παράγοντες
της νέας ανισότητας είναι η αγορά κατοικίας. Οι baby boomers
απέκτησαν ακίνητα σε χαμηλές τιμές και επωφελήθηκαν από τη
μακροχρόνια άνοδο των αξιών, ενώ οι νεότερες γενιές
καλούνται να αντιμετωπίσουν ιστορικά υψηλά κόστη εισόδου
στην αγορά.
Η οικονομική ανεξαρτησία μετατοπίζεται έτσι
από την εργασία και την ιδιοκτησία προς την κληρονομιά,
ενισχύοντας τις ανισότητες εντός των οικογενειών.
Δομικές επιπτώσεις στην ανάπτυξη
Σε αντίθεση με τις ΗΠΑ, όπου οι ιδιωτικές
συντάξεις διοχετεύουν σημαντικά κεφάλαια στις αγορές και την
καινοτομία, το ευρωπαϊκό μοντέλο κατανέμει μεγάλο μέρος των
πόρων στην κατανάλωση μέσω συντάξεων. Αυτό περιορίζει τη
διαθέσιμη χρηματοδότηση για επενδύσεις σε επιχειρήσεις,
τεχνολογία και ανάπτυξη.
Παράλληλα, η πολιτική βαρύτητα των
ηλικιωμένων —ως πιο συνεπής εκλογική ομάδα— ενισχύει την
προτεραιοποίηση των συντάξεων και της προστασίας της
ακίνητης περιουσίας, συχνά εις βάρος της εκπαίδευσης και της
καινοτομίας.
Μετανάστευση και πολιτικές εντάσεις
Η εισροή μεταναστών θα μπορούσε θεωρητικά να
βελτιώσει τη δημογραφική ισορροπία και να στηρίξει την αγορά
εργασίας. Ωστόσο, στην πράξη αποτελεί πολιτικά ευαίσθητο και
συχνά διχαστικό ζήτημα στην Ευρώπη, περιορίζοντας τη
δυνατότητα μιας άμεσης λύσης.
Ένα σύστημα υπό αναθεώρηση
Η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με μια δομική
δημογραφική και οικονομική πρόκληση: ένα κοινωνικό κράτος
σχεδιασμένο για πληθυσμιακή ανάπτυξη καλείται να
λειτουργήσει σε συνθήκες γήρανσης και στασιμότητας.
Όπως συνοψίζουν αρκετοί αναλυτές, το
κεντρικό πρόβλημα είναι ότι «το μέλλον της δημοκρατίας
καθορίζεται ολοένα και περισσότερο από ψηφοφόρους που δεν
έχουν μέλλον» — μια διατύπωση που αποτυπώνει τη βαθιά ένταση
ανάμεσα στις γενιές και τη δυσκολία προσαρμογής του
ευρωπαϊκού μοντέλου στη νέα δημογραφική πραγματικότητα.
|
|
|
|
|
|
|
|

Το ενεργειακό σοκ από τη Μέση Ανατολή «ροκανίζει» ξανά τους
πραγματικούς μισθούς στις ανεπτυγμένες οικονομίες
Η αγοραστική δύναμη των εργαζομένων αρχίζει
να υποχωρεί ξανά σε ολοένα και περισσότερες ανεπτυγμένες
οικονομίες, καθώς το νέο ενεργειακό σοκ που προκαλεί ο
πόλεμος στη Μέση Ανατολή περιορίζει την ανάκαμψη των
πραγματικών μισθών που είχε ξεκινήσει μετά την κρίση
πληθωρισμού του 2022.
Στις ΗΠΑ, ο πληθωρισμός εκτινάχθηκε στο 3,8%
τον Απρίλιο, κυρίως λόγω της αύξησης στις τιμές των καυσίμων
και των αεροπορικών εισιτηρίων. Την ίδια στιγμή, οι μέσες
ωριαίες αποδοχές αυξήθηκαν κατά 3,6% σε ετήσια βάση, γεγονός
που σημαίνει ότι για πρώτη φορά εδώ και δύο χρόνια οι τιμές
αυξάνονται ταχύτερα από τους μισθούς.
Η Diane Swonk, επικεφαλής οικονομολόγος της
KPMG στις ΗΠΑ, δήλωσε στους Financial Times ότι ο πόλεμος
προκαλεί σοβαρές αναταράξεις στις εφοδιαστικές αλυσίδες και
θα συνεχίσει να ενισχύει τις πληθωριστικές πιέσεις ακόμη και
αν το Στενό του Ορμούζ επαναλειτουργήσει άμεσα.
Παρόμοια εικόνα διαμορφώνεται και στη
Βρετανία, όπου οι πραγματικές αποδοχές αυξήθηκαν μόλις κατά
0,1% το πρώτο τρίμηνο του έτους, χωρίς να υπολογίζονται τα
μπόνους. Οι αναλυτές εκτιμούν ότι η κατάσταση θα επιδεινωθεί
περαιτέρω, καθώς ο πληθωρισμός συνεχίζει να ενισχύεται σε
ένα περιβάλλον ασθενούς αγοράς εργασίας και μειωμένης
ζήτησης για νέες προσλήψεις.
Oι εργαζόμενοι μόλις είχαν αρχίσει να ανακτούν μέρος των
απωλειών
Στην Ευρωζώνη, το νέο ενεργειακό σοκ έρχεται
σε μια περίοδο κατά την οποία οι εργαζόμενοι μόλις είχαν
αρχίσει να ανακτούν μέρος των απωλειών που υπέστησαν μετά
την πληθωριστική κρίση του 2022.
Ο Claus Vistesen της Pantheon Macroeconomics
εκτιμά ότι η αύξηση των πραγματικών μισθών στην Ευρωζώνη θα
κινηθεί κοντά στο μηδέν το 2026, ενώ προειδοποιεί ότι σε
χώρες με περιορισμένα δημοσιονομικά περιθώρια, όπως η
Γαλλία, οι πραγματικοί μισθοί μπορεί ήδη να βρίσκονται σε
αρνητική τροχιά.
Οι οικονομικές πιέσεις δημιουργούν διπλή
ανησυχία για τις κυβερνήσεις και τις κεντρικές τράπεζες. Από
τη μία πλευρά, υπάρχει ο φόβος ότι η μείωση της αγοραστικής
δύναμης θα περιορίσει την κατανάλωση και θα επιβαρύνει
περαιτέρω την ανάπτυξη. Από την άλλη, ενισχύονται οι
ανησυχίες ότι οι εργαζόμενοι θα απαιτήσουν υψηλότερες
αυξήσεις μισθών, διατηρώντας τον πληθωρισμό σε υψηλά επίπεδα
ακόμη και μετά από πιθανή αποκλιμάκωση των τιμών ενέργειας.
Ο Michael Feroli, επικεφαλής οικονομολόγος
της JP Morgan για τις ΗΠΑ, θεωρεί ότι η τρέχουσα συρρίκνωση
των πραγματικών μισθών συνδέεται άμεσα με τον πόλεμο στη
Μέση Ανατολή και εκτιμά πως εάν υποχωρήσουν οι τιμές
ενέργειας, τότε οι πραγματικές αποδοχές θα αρχίσουν ξανά να
αυξάνονται.
Ωστόσο, η Diane Swonk προειδοποιεί ότι ο
επίμονα υψηλός πληθωρισμός πιέζει ήδη τα περιθώρια κέρδους
των επιχειρήσεων και ενδέχεται να περιορίσει τις προσλήψεις.
Όπως σημείωσε, οι παρατεταμένες πληθωριστικές πιέσεις
μπορούν τελικά να μετατραπούν σε πρόβλημα για ολόκληρη την
αγορά εργασίας.
Στη Βρετανία, οι εργαζόμενοι είχαν ήδη χάσει
σημαντικό μέρος της διαπραγματευτικής τους ισχύος πριν από
την έναρξη της νέας ενεργειακής κρίσης, καθώς η ανεργία
αυξάνεται και οι διαθέσιμες θέσεις εργασίας υποχωρούν στα
χαμηλότερα επίπεδα πενταετίας.
Παρά τα μέτρα στήριξης που ανακοίνωσε
πρόσφατα η βρετανική κυβέρνηση —όπως η μείωση του ΦΠΑ σε
καλοκαιρινά ταξίδια και υπηρεσίες εστίασης, αλλά και η
αναβολή αύξησης του φόρου στα καύσιμα— οι οικονομολόγοι
εκτιμούν ότι δύσκολα θα αποτραπεί μια νέα περίοδος μείωσης
των πραγματικών εισοδημάτων.
|
|
|
|
|
|
|
|

Βρετανία: Tέταρτη
περίοδο συρρίκνωσης πραγματικών μισθών
Ο James Smith, επικεφαλής οικονομολόγος του
Resolution Foundation, δήλωσε στους Financial Times ότι η
Βρετανία κινδυνεύει να εισέλθει στην τέταρτη περίοδο
συρρίκνωσης πραγματικών μισθών από το 2008.
Στην Ευρωζώνη, οι μισθοί αυξήθηκαν σχεδόν
κατά 2% το 2025, κυρίως λόγω της ιστορικά χαμηλής ανεργίας.
Ωστόσο, τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας
δείχνουν ότι τα συνδικάτα δυσκολεύονται πλέον να
διασφαλίσουν ανάλογες αυξήσεις, καθώς ενισχύονται οι φόβοι
για επιβράδυνση της οικονομίας και απώλεια θέσεων εργασίας.
Ο Vistesen υποστηρίζει ότι η Γαλλία
βρίσκεται σε πιο δύσκολη θέση συγκριτικά με άλλες μεγάλες
ευρωπαϊκές οικονομίες, καθώς δεν διαθέτει δημοσιονομικό χώρο
για πρόσθετες φορολογικές ελαφρύνσεις ή επιδοτήσεις προς τα
νοικοκυριά. Αντίθετα, στη Γερμανία, οι εργαζόμενοι
αναμένεται να προστατευθούν εν μέρει μέσω μέτρων όπως οι
εκπτώσεις στους φόρους καυσίμων.
Ο Simon Wells της HSBC σημειώνει ότι οι
εργαζόμενοι σε ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες είναι καλύτερα
προστατευμένοι σε σχέση με τους Αμερικανούς, χάρη σε
μηχανισμούς τιμαριθμικής αναπροσαρμογής, υψηλότερα επίπεδα
αποταμιεύσεων και μεγαλύτερη κρατική στήριξη, ιδιαίτερα στην
Ισπανία.
Παράλληλα, ο Andrew Kenningham της Capital
Economics προειδοποιεί ότι, παρότι το νέο ενεργειακό σοκ
είναι ηπιότερο σε σχέση με το 2022, αυξάνεται πλέον ο
κίνδυνος η οικονομία της Ευρωζώνης να εισέλθει σε ήπια
ύφεση.
Όπως υπογραμμίζει, όσο μεγαλύτερο αποδειχθεί
το πλήγμα στην οικονομική δραστηριότητα, τόσο πιο αργή θα
είναι και η ανάκαμψη των πραγματικών μισθών στην Ευρώπη.
|
|
|
|
|
|
|
|

Morningstar
DBRS:
Το δημογραφικό εξελίσσεται σε μακροπρόθεσμο κίνδυνο για τις
ευρωπαϊκές τράπεζες – Ιδιαίτερη πίεση για την Ελλάδα
Έχοντας θέσει το δημογραφικό ως ένα από τα σοβαρότερα
προβλήματα που αντιμετωπίζει η χώρα, αξίζει να διαβάσει
κανείς την τελευταία έκθεση της DBRS, την οποία είχαμε
δημοσιεύσει και την Τρίτη στο GFF...
Η γήρανση του πληθυσμού και η συνεχιζόμενη
μείωση των γεννήσεων δεν συνιστούν πλέον μόνο μια κοινωνική
και οικονομική πρόκληση για την Ευρώπη, αλλά αναδεικνύονται
σταδιακά σε έναν από τους σημαντικότερους μακροπρόθεσμους
κινδύνους για τον τραπεζικό κλάδο. Σύμφωνα με τη Morningstar
DBRS, οι δημογραφικές εξελίξεις αποκτούν αυξανόμενη βαρύτητα
στη διαμόρφωση του πιστωτικού προφίλ των τραπεζών, με την
Ελλάδα να βρίσκεται μεταξύ των χωρών που εμφανίζουν τη
μεγαλύτερη ευαλωτότητα.
Στην ανάλυσή του, ο οίκος επισημαίνει ότι η
Ευρωπαϊκή Ένωση αντιμετωπίζει ταυτόχρονα δύο παράλληλες
τάσεις: τη σταδιακή μείωση του πληθυσμού και τη ραγδαία
γήρανσή του. Με βάση τις προβολές της Eurostat, ο πληθυσμός
της ΕΕ, που σήμερα ανέρχεται σε περίπου 452 εκατ. κατοίκους,
αναμένεται να υποχωρήσει έως το 2100 στα 398,8 εκατ., δηλαδή
κατά περισσότερα από 50 εκατ. άτομα. Παράλληλα, το ποσοστό
των πολιτών άνω των 65 ετών προβλέπεται να αυξηθεί από 22%
σήμερα σε περίπου 33% έως το τέλος του αιώνα.
Οι γεννήσεις παραμένουν διαρκώς κάτω από το
επίπεδο αναπλήρωσης, με τον δείκτη γονιμότητας να
διαμορφώνεται στο 1,34 παιδί ανά γυναίκα το 2024, έναντι
1,46 το 2004. Από το 2012 και έπειτα, οι θάνατοι υπερβαίνουν
συστηματικά τις γεννήσεις, με αποτέλεσμα η φυσική
πληθυσμιακή μεταβολή να είναι αρνητική και η μετανάστευση να
αποτελεί τον βασικό ανασχετικό παράγοντα της συρρίκνωσης.
Η Ελλάδα μεταξύ των πιο ευάλωτων χωρών
Η Morningstar DBRS δίνει ιδιαίτερη έμφαση
στις χώρες της Νότιας Ευρώπης, υπογραμμίζοντας ότι οι
δημογραφικές πιέσεις είναι εντονότερες σε κράτη όπως η
Ιταλία, η Πορτογαλία, η Βουλγαρία και η Ελλάδα. Για την
ελληνική οικονομία, ο οίκος σημειώνει ότι οι τάσεις αυτές
λειτουργούν ως διαρθρωτικός περιορισμός στις αναπτυξιακές
προοπτικές και, κατ’ επέκταση, στο πιστωτικό προφίλ της
χώρας.
Η εξέλιξη αυτή έχει άμεσες προεκτάσεις για
το τραπεζικό σύστημα, καθώς η πορεία του συνδέεται στενά με
την οικονομική ανάπτυξη, την αγορά ακινήτων και τη ζήτηση
για δανεισμό. Η αναμενόμενη συρρίκνωση των νεότερων
ηλικιακών ομάδων εκτιμάται ότι θα περιορίσει τη ζήτηση για
στεγαστικά και καταναλωτικά δάνεια, καθώς θα δημιουργούνται
λιγότερα νέα νοικοκυριά και θα μειώνεται η ένταση της
στεγαστικής ζήτησης.
Αντίθετα, αναμένεται αύξηση της ζήτησης για
αποταμιευτικά προϊόντα, συνταξιοδοτικά σχήματα και υπηρεσίες
διαχείρισης περιουσίας, γεγονός που σταδιακά θα μεταβάλλει
τη δομή των τραπεζικών εσόδων.
Επιπτώσεις στην κερδοφορία και το
επιχειρηματικό μοντέλο
Η DBRS εκτιμά ότι η δημογραφική μεταβολή θα
επηρεάσει την αύξηση των καθαρών εσόδων από τόκους, καθώς η
χαμηλότερη πιστωτική επέκταση θα περιορίσει τη συνολική
δυναμική του κλάδου. Παράλληλα, οι τράπεζες θα κληθούν να
ενισχύσουν περαιτέρω τις επενδύσεις τους στον ψηφιακό
μετασχηματισμό και την τεχνητή νοημοσύνη, προκειμένου να
αντισταθμίσουν τις ελλείψεις ανθρώπινου δυναμικού που
προκαλεί η γήρανση του πληθυσμού.
Ο οίκος προειδοποιεί επίσης ότι οι
δημογραφικές εξελίξεις ενδέχεται να επηρεάσουν και την
ποιότητα των χαρτοφυλακίων, καθώς σε περιοχές με πληθυσμιακή
αποψίλωση οι αξίες των ακινήτων μπορεί να δεχθούν πιέσεις.
Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για τα στεγαστικά και
επιχειρηματικά δάνεια που είναι εξασφαλισμένα με ακίνητα,
ενώ μικρομεσαίες επιχειρήσεις ενδέχεται να αντιμετωπίσουν
περιορισμένη τοπική ζήτηση και ελλείψεις εργατικού
δυναμικού.
Δεν υπάρχουν άμεσες επιπτώσεις στις
αξιολογήσεις
Παρά τις προειδοποιήσεις, η Morningstar DBRS
διευκρινίζει ότι δεν αναμένονται άμεσες επιπτώσεις στις
πιστοληπτικές αξιολογήσεις των ευρωπαϊκών τραπεζών. Όπως
επισημαίνει, ο κλάδος διατηρεί ισχυρή κεφαλαιακή επάρκεια,
ικανοποιητική ρευστότητα και βελτιωμένα θεμελιώδη μεγέθη.
Ωστόσο, οι δημογραφικές πιέσεις αναμένεται
να ενσωματώνονται ολοένα και περισσότερο στα στρατηγικά
σχέδια, στα stress tests και στις αξιολογήσεις πιστωτικού
κινδύνου των επόμενων δεκαετιών. Οι μικρότερες και πιο
τοπικές τράπεζες εκτιμάται ότι θα επηρεαστούν περισσότερο,
ενώ οι μεγάλοι και διεθνώς διαφοροποιημένοι όμιλοι θα είναι
καλύτερα θωρακισμένοι.
Το βασικό συμπέρασμα
Το δημογραφικό,
σύμφωνα με τον οίκο, μετατρέπεται σταδιακά από κοινωνικό και
οικονομικό ζήτημα σε συστημικό χρηματοοικονομικό παράγοντα
κινδύνου. Χωρίς ουσιαστικές παρεμβάσεις στην αγορά εργασίας,
πολιτικές ενίσχυσης των γεννήσεων ή πιο ενεργό ρόλο της
μετανάστευσης, η πληθυσμιακή συρρίκνωση αναμένεται να
αποτελέσει έναν από τους πιο καθοριστικούς αρνητικούς
παράγοντες για τις ευρωπαϊκές οικονομίες και, τελικά, για το
τραπεζικό σύστημα.
|
|
|

 |
|
|
|
|
|
|
|