| Ειδήσεις | Ο Κυνηγός | Λεωφόρος Αθηνών | "Κουλου - Βάχατα" | +/- | "Μας ακούνε" | Fundamentalist | Marx - Soros |

 

"Kουλου-βάχατα"

Σχόλια για τα πάντα ……. Η φράση “Κουλου – βάχατα” προέρχεται από την αντίστοιχη αραβική «κούλου ουάχαντ» που σημαίνει «όλα μαζί ένα».

Επικοινωνήστε μαζί μας

 

 

00:01 - 08/06/26

                        

 

Στέγαση στην Ευρώπη: Τα ενοίκια «καταπίνουν» έως και το 99% του μισθού σε ορισμένες πόλεις

 

Η επιβάρυνση των νοικοκυριών από το κόστος στέγασης συνεχίζει να αυξάνεται σε ολόκληρη την Ευρώπη, με το χάσμα ανάμεσα στα ενοίκια και την αγοραστική δύναμη των πολιτών να διευρύνεται σημαντικά. Σύμφωνα με νέα ανάλυση της Tradingpedia, σε αρκετές μεγάλες ευρωπαϊκές πόλεις το ενοίκιο απορροφά πλέον πάνω από το μισό του μέσου καθαρού μισθού, ενώ σε ακραίες περιπτώσεις προσεγγίζει ακόμη και το σύνολο του διαθέσιμου εισοδήματος.

 

Η μελέτη βασίστηκε στη σύγκριση των μέσων ενοικίων κατοικιών σε κεντρικές περιοχές 127 ευρωπαϊκών πόλεων με τους αντίστοιχους μέσους καθαρούς μισθούς, αξιοποιώντας στοιχεία από το Numbeo και ιστορικά δεδομένα της αγοράς ακινήτων.

 

Η Νότια Ευρώπη στο επίκεντρο της στεγαστικής πίεσης

 

Τα ευρήματα αναδεικνύουν έντονα προβλήματα προσιτότητας στις χώρες της Νότιας Ευρώπης, όπου η άνοδος των ενοικίων έχει ξεπεράσει κατά πολύ την αύξηση των εισοδημάτων.

 

Η πιο ακραία περίπτωση καταγράφεται στη Λισαβόνα. Εκεί, το μέσο ενοίκιο διαμορφώνεται στα 1.331 ευρώ, όταν ο μέσος καθαρός μισθός φτάνει τα 1.343 ευρώ. Ως αποτέλεσμα, περίπου το 99,15% του εισοδήματος ενός εργαζομένου απαιτείται για την κάλυψη της στέγασης, αφήνοντας μόλις 11 ευρώ για τις υπόλοιπες ανάγκες του μήνα.

 

Στη δεύτερη θέση των πιο επιβαρυμένων πόλεων βρίσκονται τα Τίρανα, όπου το κόστος ενοικίασης απορροφά περίπου το 93% του μέσου εισοδήματος. Αντίστοιχα, στο Κίεβο, παρά τα χαμηλότερα ενοίκια σε απόλυτες τιμές, οι ιδιαίτερα χαμηλοί μισθοί οδηγούν τους κατοίκους να διαθέτουν σχεδόν το 88% του εισοδήματός τους για στέγη.

 

Στις πόλεις με τα υψηλότερα ποσοστά επιβάρυνσης συγκαταλέγονται επίσης το Πόρτο, το Μιλάνο και η Μάλαγα, όπου το κόστος ενοικίασης απορροφά από τα τρία τέταρτα έως και το 85% του μέσου μισθού.

 

Αθήνα και Θεσσαλονίκη πάνω από το 50%

 

Η Ελλάδα παραμένει μεταξύ των χωρών όπου η στέγαση επιβαρύνει σημαντικά τα νοικοκυριά. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Tradingpedia, στην Αθήνα το μέσο ενοίκιο αντιστοιχεί στο 54,1% του καθαρού μισθού, ενώ στη Θεσσαλονίκη το αντίστοιχο ποσοστό ανέρχεται στο 53,48%.

 

Ακόμη πιο ανησυχητικά είναι τα στοιχεία άλλων μελετών που εξετάζουν συγκεκριμένους τύπους κατοικιών. Ανάλυση του Κέντρου Φιλελεύθερων Μελετών με βάση δεδομένα της Eurostat για το 2024 έδειξε ότι στην Αττική το ενοίκιο ενός τυπικού διαμερίσματος δύο δωματίων απορροφά κατά μέσο όρο το 70,2% του διαθέσιμου εισοδήματος, ενώ για ένα τριάρι το ποσοστό φτάνει το 93,6%.

 

                        

 

Τουρισμός και βραχυχρόνιες μισθώσεις ενισχύουν τις πιέσεις

 

Οι ερευνητές της Tradingpedia επισημαίνουν ότι τα προβλήματα στέγασης δεν περιορίζονται πλέον στις μεγάλες οικονομικές μητροπόλεις της Ευρώπης, αλλά επεκτείνονται και σε μεσαίου μεγέθους πόλεις και δημοφιλείς τουριστικούς προορισμούς.

 

Η αυξημένη τουριστική δραστηριότητα, η εξάπλωση των βραχυχρόνιων μισθώσεων και η περιορισμένη προσφορά διαθέσιμων κατοικιών θεωρούνται βασικοί παράγοντες που διατηρούν τις τιμές σε υψηλά επίπεδα και πιέζουν την αγοραστική δύναμη των τοπικών πληθυσμών.

 

Οι πόλεις όπου οι μισθοί «αντέχουν» τα ενοίκια

 

Αντίθετα, η εικόνα είναι σαφώς πιο ισορροπημένη σε χώρες με υψηλότερα εισοδήματα, όπως η Γερμανία, η Ελβετία και οι σκανδιναβικές οικονομίες.

 

Από τις δέκα πιο προσιτές πόλεις της Ευρώπης για ενοικίαση κατοικίας, οι πέντε βρίσκονται στη Γερμανία, ενώ εκπροσωπούνται επίσης η Αυστρία, η Ελβετία, η Σουηδία και το Ηνωμένο Βασίλειο. Χαρακτηριστικό είναι ότι καμία πόλη της Νότιας Ευρώπης δεν περιλαμβάνεται στη συγκεκριμένη λίστα.

 

Σε πόλεις όπως το Έσσεν, το Μάνχαϊμ, η Νυρεμβέργη και η Δρέσδη, οι κάτοικοι δαπανούν μόλις το 19%-24% του εισοδήματός τους για ενοίκιο. Μάλιστα, σε ορισμένες γερμανικές πόλεις καταγράφηκαν και μειώσεις τιμών κατά το τελευταίο έτος, με τα ενοίκια στα κέντρα του Έσσεν και της Δρέσδης να υποχωρούν περίπου κατά 15%, ενώ σημαντική αποκλιμάκωση σημειώθηκε και στη Φρανκφούρτη και τη Νυρεμβέργη.

 

Η εικόνα αυτή αναδεικνύει ότι το στεγαστικό πρόβλημα εξελίσσεται πλέον σε ένα από τα σημαντικότερα κοινωνικά και οικονομικά ζητήματα της Ευρώπης, με τις διαφορές μεταξύ Βορρά και Νότου να παραμένουν ιδιαίτερα έντονες.

 

                           

 

Ασφαλιστικά Ταμεία: Επιστροφή σε ελλείμματα από το 2029 μετά από 13 χρόνια πλεονασμάτων

 

Για πρώτη φορά έπειτα από δεκατρία συνεχόμενα χρόνια θετικών αποτελεσμάτων, τα ασφαλιστικά ταμεία της χώρας αναμένεται να επιστρέψουν σε ελλειμματική πορεία από το 2029, σύμφωνα με τις προβλέψεις του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών που περιλαμβάνονται στον νέο Πολυετή Δημοσιονομικό Προγραμματισμό 2027-2030.

 

Η εξέλιξη αυτή αποδίδεται κυρίως στην ταχύτερη αύξηση των συνταξιοδοτικών δαπανών σε σχέση με την άνοδο των εσόδων από ασφαλιστικές εισφορές, ενώ η κρατική χρηματοδότηση παραμένει ουσιαστικά αμετάβλητη σε όλη την εξεταζόμενη περίοδο.

 

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του οικονομικού επιτελείου, το 2029 τα ασφαλιστικά ταμεία θα εμφανίσουν έλλειμμα ύψους 362 εκατ. ευρώ, ενώ το 2030 η δημοσιονομική επιβάρυνση αναμένεται να διευρυνθεί σημαντικά, φτάνοντας τα 1,27 δισ. ευρώ.

 

Η σταδιακή επιδείνωση των οικονομικών μεγεθών θα ξεκινήσει ήδη από το 2027. Το πλεόνασμα προβλέπεται να περιοριστεί στα 958 εκατ. ευρώ, από 1,107 δισ. ευρώ το 2026, ενώ το 2028 εκτιμάται ότι θα υποχωρήσει περαιτέρω στα 366 εκατ. ευρώ, πριν περάσει σε αρνητικό έδαφος το 2029.

 

Συνολικά, η μεταβολή του ισοζυγίου των ασφαλιστικών ταμείων μεταξύ 2026 και 2030 υπολογίζεται ότι θα ξεπεράσει τα 2,3 δισ. ευρώ, καθώς από πλεόνασμα 1,107 δισ. ευρώ θα οδηγηθούν σε έλλειμμα 1,27 δισ. ευρώ.

 

Σημαντική αύξηση των δαπανών έως το 2030

 

Οι συνολικές δαπάνες των ασφαλιστικών ταμείων προβλέπεται να ανέλθουν στα 44,007 δισ. ευρώ το 2030, έναντι 38,839 δισ. ευρώ που εκτιμώνται για το 2026.

 

Την ίδια περίοδο, τα συνολικά έσοδα αναμένεται να αυξηθούν με σαφώς πιο συγκρατημένο ρυθμό, φτάνοντας τα 42,722 δισ. ευρώ από 39,915 δισ. ευρώ.

 

                              

 

Οι τρεις βασικοί παράγοντες που οδηγούν στο έλλειμμα

 

Η εξέλιξη του ασφαλιστικού ισοζυγίου επηρεάζεται κυρίως από τρία βασικά μεγέθη:

 

1. Εκρηκτική άνοδος της συνταξιοδοτικής δαπάνης

 

Οι δαπάνες για συντάξεις αναμένεται να αυξηθούν από 35,43 δισ. ευρώ το 2026 σε 40,753 δισ. ευρώ το 2030, σημειώνοντας άνοδο κατά 5,323 δισ. ευρώ ή περίπου 15%.

 

Η μεγαλύτερη επιβάρυνση προβλέπεται να καταγραφεί την περίοδο 2028-2029, δηλαδή αμέσως μετά τη λήξη της ευρωπαϊκής ρήτρας διαφυγής που αφορά τις αμυντικές δαπάνες.

 

2. Αύξηση εισφορών, αλλά με χαμηλότερο ρυθμό

 

Τα έσοδα από ασφαλιστικές εισφορές εργαζομένων, εργοδοτών και ελεύθερων επαγγελματιών εκτιμάται ότι θα αυξηθούν από 20,488 δισ. ευρώ το 2026 σε 24,305 δισ. ευρώ το 2030.

 

Η ενίσχυση αυτή αντιστοιχεί σε άνοδο 3,817 δισ. ευρώ ή περίπου 18,6%, ωστόσο παραμένει χαμηλότερη από τη διεύρυνση των συνταξιοδοτικών υποχρεώσεων.

 

3. Σχεδόν αμετάβλητη κρατική χρηματοδότηση

 

Η κρατική επιχορήγηση προβλέπεται να κινηθεί ουσιαστικά στα ίδια επίπεδα καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου.

 

Από 15,889 δισ. ευρώ το 2026 αναμένεται να διαμορφωθεί στα 16,023 δισ. ευρώ το 2027, στα 16,135 δισ. ευρώ το 2028 και στα 16,241 δισ. ευρώ τόσο το 2029 όσο και το 2030.

 

Η περιορισμένη ενίσχυση της κρατικής χρηματοδότησης, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η αύξηση των εισφορών δεν επαρκεί για να καλύψει την ταχύτερη άνοδο των συνταξιοδοτικών δαπανών, αποτελεί τον βασικό λόγο για την επιστροφή των ταμείων σε ελλειμματική τροχιά.

 

Πρώτο έλλειμμα μετά το 2016

 

Εφόσον επιβεβαιωθούν οι προβλέψεις του υπουργείου, το 2029 θα αποτελέσει την πρώτη χρονιά κατά την οποία τα ασφαλιστικά ταμεία θα εμφανίσουν δημοσιονομικό έλλειμμα μετά το 2016.

 

Τότε, έναν χρόνο μετά την επιβολή των capital controls, το ισοζύγιο των ασφαλιστικών φορέων είχε καταγράψει αρνητικό αποτέλεσμα ύψους 1,026 δισ. ευρώ. Από το 2017 και μετά ακολούθησε μια μακρά περίοδος πλεονασμάτων, η οποία, σύμφωνα με τον τρέχοντα σχεδιασμό, φαίνεται να ολοκληρώνεται το 2028.

 

                          

 

Η Ελλάδα στις πιο ευάλωτες οικονομίες της ΕΕ στην κλιματική αλλαγή – προειδοποιεί η Scope

 

Για όποιον δεν διάβασε τη συγκεκριμένη έκθεση που είχαμε δημοσιεύσει στο site τις προηγούμενες ημέρες. Η Ελλάδα και η Κύπρος συγκαταλέγονται μεταξύ των πιο εκτεθειμένων οικονομιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις μακροχρόνιες επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής, σύμφωνα με νέα ανάλυση της Scope Ratings. Η κλιματική κρίση αναδεικνύεται πλέον όχι μόνο ως περιβαλλοντικό ζήτημα, αλλά και ως παράγοντας με άμεσες επιπτώσεις στην οικονομική ανάπτυξη, τη δημοσιονομική σταθερότητα και την πιστοληπτική αξιολόγηση των κρατών.

 

Η μελέτη εξετάζει τις επιπτώσεις έως το 2050 μέσα από τρία διαφορετικά σενάρια του Network for Greening the Financial System (NGFS), καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι η Ελλάδα παραμένει σταθερά στις πιο ευάλωτες χώρες της Ευρώπης, ανεξαρτήτως σεναρίου.

 

Στο σενάριο «ομαλής μετάβασης», όπου οι κυβερνήσεις προχωρούν έγκαιρα και συντονισμένα σε μέτρα μείωσης εκπομπών, η Ελλάδα εξακολουθεί να εμφανίζει σημαντικές απώλειες από χρόνιους φυσικούς κινδύνους, που εκτιμώνται έως και κοντά στο 4,8% του ΑΕΠ. Ακόμη και σε αυτό το ευνοϊκό πλαίσιο, η χώρα κατατάσσεται στις πιο εκτεθειμένες οικονομίες της ΕΕ, μαζί με την Κύπρο, λόγω των ήδη υψηλών θερμοκρασιών και της γεωγραφικής της θέσης.

 

Στο σενάριο «αργής και ανομοιόμορφης προσαρμογής», που θεωρείται από αρκετούς αναλυτές πιο ρεαλιστικό, οι οικονομικές απώλειες αυξάνονται, τόσο από φυσικούς κινδύνους όσο και από το κόστος μετάβασης. Για την Ελλάδα, οι συνολικές επιπτώσεις ενδέχεται να προσεγγίσουν το 5% του ΑΕΠ, με τις καθυστερήσεις στη λήψη μέτρων να επιβαρύνουν το τελικό οικονομικό αποτύπωμα.

 

Στο δυσμενέστερο σενάριο «Hot House World», όπου δεν λαμβάνονται ουσιαστικά πρόσθετα μέτρα για τον περιορισμό της υπερθέρμανσης, η Ελλάδα και η Κύπρος εμφανίζονται ως οι πιο ευάλωτες οικονομίες στην ΕΕ, με πιθανές απώλειες που ξεπερνούν το 7% του ΑΕΠ έως το 2050. Σε αυτό το περιβάλλον, οι φυσικοί κίνδυνοι κυριαρχούν πλήρως ως παράγοντας οικονομικής επιβάρυνσης.

 

Η Scope επισημαίνει ότι σε ευρωπαϊκό επίπεδο οι καύσωνες και οι ξηρασίες αποτελούν τις σοβαρότερες απειλές για την οικονομική δραστηριότητα, ενώ οι πλημμύρες και οι τροπικοί κυκλώνες έχουν μικρότερο συνολικό αντίκτυπο. Για την Ελλάδα, ιδιαίτερη ευπάθεια καταγράφεται κυρίως στους χρόνιους κινδύνους που σχετίζονται με την άνοδο της θερμοκρασίας και τη μείωση της παραγωγικότητας.

 

Συνολικά, η ανάλυση αναδεικνύει ότι η κλιματική αλλαγή εξελίσσεται σε καθοριστικό παράγοντα οικονομικού ρίσκου για τη Νότια Ευρώπη, με την Ελλάδα να βρίσκεται σταθερά στο επίκεντρο των πιο αρνητικών προβλέψεων σε όλα τα εξεταζόμενα σενάρια.

                                    

                                       

 
 

 

 

     

 

Παλαιότερα Σχόλια

 
 

Αποποίηση Ευθύνης.... 

© 2016-2026 Greek Finance Forum