| Ειδήσεις | Ο Κυνηγός | Λεωφόρος Αθηνών | "Κουλου - Βάχατα" | +/- | "Μας ακούνε" | Fundamentalist | Marx - Soros |

 

"Kουλου-βάχατα"

Σχόλια για τα πάντα ……. Η φράση “Κουλου – βάχατα” προέρχεται από την αντίστοιχη αραβική «κούλου ουάχαντ» που σημαίνει «όλα μαζί ένα».

Επικοινωνήστε μαζί μας

 

 

00:01 - 08/07/26

                           

 

Έμμεσοι φόροι στην Ελλάδα: Γιατί ο ΦΠΑ παραμένει ο βασικός πυλώνας εσόδων και δύσκολα μειώνεται

 

Η συζήτηση γύρω από τη μείωση του ΦΠΑ και γενικότερα των έμμεσων φόρων επανέρχεται τακτικά στον δημόσιο διάλογο ως πιθανό εργαλείο για την ανακούφιση των νοικοκυριών από τις πιέσεις της ακρίβειας. Ωστόσο, η πραγματική εικόνα είναι πιο σύνθετη και συνδέεται τόσο με δημοσιονομικούς περιορισμούς όσο και με τη δομή του ελληνικού φορολογικού συστήματος.

 

Όπως επισημαίνεται σε ρεπορτάζ της Καθημερινή, μια οριζόντια μείωση των έμμεσων φόρων θα είχε σημαντικό δημοσιονομικό κόστος, καθώς πρόκειται για την κύρια πηγή φορολογικών εσόδων του κράτους. Την ίδια στιγμή, η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι οι μειώσεις στον ΦΠΑ δεν περνούν πάντα πλήρως και άμεσα στις τελικές τιμές, αφού μέρος του οφέλους μπορεί να απορροφηθεί από την εφοδιαστική αλυσίδα ή τις επιχειρήσεις. Έτσι, το δημοσιονομικό κόστος είναι δεδομένο, χωρίς αντίστοιχα εγγυημένο όφελος για τον καταναλωτή.

 

Σύμφωνα με στελέχη του οικονομικού επιτελείου, αυτή η κατάσταση δεν είναι τυχαία αλλά αποτέλεσμα μακροχρόνιων εξελίξεων. Η εκτεταμένη φοροδιαφυγή προηγούμενων δεκαετιών, κυρίως σε επαγγελματικές κατηγορίες και επιχειρήσεις, περιόριζε την αποτελεσματικότητα της άμεσης φορολογίας. Ως αποτέλεσμα, το φορολογικό βάρος μετατοπίστηκε σταδιακά προς την κατανάλωση, καθώς οι έμμεσοι φόροι θεωρούνται πιο εύκολα εισπράξιμοι και πιο σταθεροί για τα δημόσια έσοδα. Για τον λόγο αυτό, οι φορολογικές παρεμβάσεις επικεντρώνονται κυρίως σε μειώσεις άμεσης φορολογίας, όπως φόρος εισοδήματος και ασφαλιστικές εισφορές, και λιγότερο στον ΦΠΑ.

 

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η διαφοροποίηση είναι εμφανής. Στις περισσότερες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα κράτη βασίζονται περισσότερο στην άμεση φορολογία (εισόδημα και κέρδη) και λιγότερο στην κατανάλωση. Στην Ελλάδα ισχύει το αντίστροφο, με αποτέλεσμα μεγαλύτερη επιβάρυνση των νοικοκυριών μέσω των καθημερινών τους δαπανών, γεγονός που πλήττει ιδιαίτερα τα χαμηλά και μεσαία εισοδήματα.

                           

 

Έμμεσοι φόροι ….

 

Σύμφωνα με στοιχεία της Ευρωπαϊκή Επιτροπή για το 2024, οι έμμεσοι φόροι στην Ελλάδα αντιστοιχούν στο 17,1% του ΑΕΠ, ενώ οι άμεσοι στο 11,3% του ΑΕΠ. Η αναλογία διαμορφώνεται στο 1,51 προς 1, γεγονός που καταδεικνύει την έντονη εξάρτηση από τη φορολόγηση της κατανάλωσης.

 

Αντίθετα, στο σύνολο της ΕΕ η εικόνα είναι πιο ισορροπημένη, με τους έμμεσους φόρους στο 12,9% του ΑΕΠ και τους άμεσους στο 13,5%, δηλαδή αναλογία 0,96. Αυτό σημαίνει ότι κατά μέσο όρο στην Ευρώπη τα κράτη αντλούν περισσότερα έσοδα από την άμεση φορολογία παρά από τον ΦΠΑ και τους φόρους κατανάλωσης.

 

Η σύγκριση με μεγάλες ευρωπαϊκές οικονομίες είναι ακόμη πιο ενδεικτική. Στη Γερμανία η αναλογία είναι 0,80, στην Ιταλία 0,90, στην Ισπανία 0,88, στην Ολλανδία 0,75 και στο Βέλγιο 0,69. Ακόμη και χώρες με υψηλή φορολογία, όπως η Δανία, στηρίζονται κυρίως στην άμεση φορολογία, με αναλογία μόλις 0,44. Μόνη αξιοσημείωτη εξαίρεση με υψηλή εξάρτηση από τους έμμεσους φόρους είναι η Πορτογαλία, με αναλογία 1,42.

 

Την ίδια στιγμή, η Ελλάδα καταγράφει από τα χαμηλότερα επίπεδα μισθών στην ΕΕ, σύμφωνα με τη Eurostat, γεγονός που περιορίζει περαιτέρω την αγοραστική δύναμη των πολιτών. Οι υψηλοί συντελεστές ΦΠΑ, σε συνδυασμό με τα χαμηλά εισοδήματα, δημιουργούν ένα περιβάλλον έντονης πίεσης για τα νοικοκυριά.

 

Ιδιαίτερα τα χαμηλά και μεσαία εισοδήματα επηρεάζονται δυσανάλογα, καθώς μεγάλο μέρος του διαθέσιμου εισοδήματος κατευθύνεται σε ανελαστικές δαπάνες όπως τρόφιμα, στέγαση, ενέργεια και μεταφορές, όπου επιβάλλεται ΦΠΑ. Αντίθετα, τα υψηλότερα εισοδήματα έχουν μεγαλύτερη δυνατότητα αποταμίευσης, με αποτέλεσμα μικρότερο σχετικό φορολογικό βάρος μέσω της κατανάλωσης.

 

Από δημοσιονομική σκοπιά, η εξάρτηση από τους έμμεσους φόρους προσφέρει σταθερότητα και μειωμένη έκθεση στη φοροδιαφυγή σε σχέση με την άμεση φορολογία. Αυτό εξηγεί γιατί οι κυβερνήσεις παραμένουν επιφυλακτικές απέναντι σε γενικευμένες μειώσεις ΦΠΑ.

 

Η επίδραση γίνεται ακόμη πιο έντονη σε περιόδους πληθωρισμού, καθώς η αύξηση των τιμών οδηγεί αυτόματα σε υψηλότερα έσοδα από ΦΠΑ, χωρίς αντίστοιχη αύξηση της πραγματικής αγοραστικής δύναμης των πολιτών. Έτσι, το κράτος ενισχύει τα έσοδά του, ενώ τα νοικοκυριά επιβαρύνονται περισσότερο.

 

Σύμφωνα με τον προϋπολογισμό του 2026, τα έσοδα από έμμεσους φόρους εκτιμώνται στα 44,9 δισ. ευρώ, έναντι 28,1 δισ. ευρώ από άμεσους φόρους, με την αναλογία να προσεγγίζει το 1,6 προς 1. Αυτό επιβεβαιώνει ότι η ελληνική φορολογική δομή εξακολουθεί να βασίζεται κυρίως στη φορολόγηση της κατανάλωσης, σε αντίθεση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

 

                                

 

Ευέλικτη εργασία στην Ευρώπη: Επιλογή σε Ολλανδία και Βέλγιο, ανάγκη στην Ελλάδα

 

Στην Ολλανδία σχεδόν οι μισοί εργαζόμενοι που απασχολούνται με μερικό ωράριο επέλεξαν συνειδητά αυτό το καθεστώς αντί μιας θέσης πλήρους απασχόλησης. Στο Βέλγιο, περίπου ένας στους τέσσερις αξιοποιεί τα ευέλικτα εργασιακά σχήματα για να συνδυάσει την επαγγελματική ζωή με τις οικογενειακές υποχρεώσεις. Οι υψηλότεροι μισθοί και η ισχυρότερη αγοραστική δύναμη καθιστούν ακόμη και έναν μειωμένο μισθό σχετικά βιώσιμο για τα νοικοκυριά αυτών των χωρών.

 

Στην Ελλάδα, όμως, η εικόνα είναι εντελώς διαφορετική. Η ευέλικτη απασχόληση δεν συνδέεται κυρίως με την επιλογή, αλλά με την έλλειψη εναλλακτικών. Ένας στους οκτώ εργαζόμενους βρίσκεται σε καθεστώς ελαστικής εργασίας, όπως συμβάσεις ορισμένου χρόνου, εκ περιτροπής εργασία ή πλατφορμιακή απασχόληση, επειδή δεν κατάφερε να βρει θέση πλήρους απασχόλησης. Σχεδόν οι μισοί εργαζόμενοι με μερική απασχόληση δηλώνουν ότι θα προτιμούσαν κανονικό ωράριο.

 

Η Ελλάδα στις πρώτες θέσεις της ακούσιας υποαπασχόλησης

 

Παρά τη μείωση της ανεργίας τα τελευταία χρόνια, η χώρα εξακολουθεί να εμφανίζει υψηλά ποσοστά ακούσιας υποαπασχόλησης. Σύμφωνα με στοιχεία του Eurofound, η Ελλάδα βρίσκεται στην έκτη θέση μεταξύ των χωρών της ΕΕ, με ποσοστό 12,5% των εργαζομένων να εργάζονται με μειωμένο ή περιστασιακό ωράριο χωρίς να το επιθυμούν.

 

Υψηλότερα ποσοστά καταγράφονται μόνο σε χώρες όπως η Ιταλία, η Ισπανία, η Κύπρος, η Πορτογαλία και η Φινλανδία, ενώ στις πλουσιότερες οικονομίες της Ευρώπης, όπως η Γερμανία, η Αυστρία, η Δανία και η Ολλανδία, τα αντίστοιχα ποσοστά περιορίζονται κοντά στο 4%-5%.

 

                                   

 

Πλουσιότερες οικονομίες: χαμηλή ακούσια υποαπασχόληση

 

Ελλάδα: από τα υψηλότερα ποσοστά στην ΕΕ

 

Το πρόβλημα της προσωρινής απασχόλησης

 

Σύμφωνα με τον εργατολόγο Γιάννης Καρούζος, το σοβαρότερο ζήτημα στην ελληνική αγορά δεν είναι τόσο η μερική απασχόληση όσο η προσωρινή. Οι εργαζόμενοι που απασχολούνται προσωρινά προέρχονται κυρίως από τον τουρισμό, την καθαριότητα, τα εργολαβικά συνεργεία, τα ναυπηγεία και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

 

Το εντυπωσιακό στοιχείο είναι ότι το 84,5% αυτών των εργαζομένων δηλώνει ότι θα προτιμούσε μια σταθερή θέση πλήρους απασχόλησης. Αντίθετα, στην Ολλανδία, όπου η προσωρινή απασχόληση είναι πολύ πιο διαδεδομένη, μόνο το 17,7% την επιλέγει ακούσια.

 

Χαμηλές αμοιβές και πίεση στα νοικοκυριά

 

Η υποαπασχόληση συνοδεύεται και από σημαντικά χαμηλότερες αποδοχές. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΡΓΑΝΗ, περίπου 240.000 μισθωτοί λαμβάνουν έως 500 ευρώ τον μήνα, ενώ ένας στους τρεις εργαζόμενους αμείβεται με έως 1.000 ευρώ.

 

Το γεγονός αυτό επηρεάζει και τον συνολικό μέσο μισθό της οικονομίας. Παρότι ο μέσος μισθός στην πλήρη απασχόληση φθάνει τα 1.516 ευρώ το 2025, ο μέσος όρος για το σύνολο των εργαζομένων περιορίζεται στα 1.362,66 ευρώ, εξαιτίας της εκτεταμένης χρήσης ευέλικτων μορφών εργασίας και της μεγάλης παρουσίας μικρών επιχειρήσεων.

                                        

 

                              

 

Ποιες ομάδες πλήττονται περισσότερο

 

Οι ευέλικτες μορφές απασχόλησης εμφανίζονται συχνότερα στις γυναίκες, στους νέους, στα άτομα με χαμηλότερο μορφωτικό επίπεδο και στους πολίτες εκτός ΕΕ. Το Eurofound σημειώνει ότι σε ορισμένες περιπτώσεις οι συμβάσεις ορισμένου χρόνου λειτουργούν ακόμη και ως μηχανισμοί «δοκιμής» για γυναίκες εργαζόμενες, επειδή οι εργοδότες θεωρούν αβέβαιη τη μακροχρόνια διαθεσιμότητά τους λόγω οικογενειακών υποχρεώσεων.

 

Μεγαλύτερη επισφάλεια παρατηρείται επίσης σε τομείς όπως η γεωργία, οι διοικητικέυπηρεσίες, η στέγαση και οι πολύ μικρές επιχειρήσεις, όπου οι εργαζόμενοι συγκεντρώνονται δυσανάλογα σε χειρωνακτικές ή τεχνικές ειδικότητες.

 

Ευελιξία ή ανάγκη;

 

Το Eurofound αναγνωρίζει ότι η μερική απασχόληση μπορεί να βοηθήσει στην ισορροπία μεταξύ επαγγελματικής και προσωπικής ζωής και να διευκολύνει τη συμμετοχή στην αγορά εργασίας ανθρώπων με αυξημένες υποχρεώσεις φροντίδας.

 

Στην πράξη, όμως, σε χώρες όπως η Ελλάδα η ευελιξία εφαρμόζεται συχνά υπό καθεστώς οικονομικής ανάγκης και όχι ως συνειδητή επιλογή. Αυτό οδηγεί σε μεγαλύτερη εργασιακή ανασφάλεια, εντατικοποίηση της εργασίας και αυξημένους κινδύνους για την ψυχική υγεία και την ευημερία των εργαζομένων.

 

Η βασική διαφορά με τις βόρειες ευρωπαϊκές οικονομίες είναι ότι εκεί η ευέλικτη εργασία συνοδεύεται από υψηλές αποδοχές και κοινωνική προστασία, ενώ στην Ελλάδα συνδέεται κυρίως με χαμηλούς μισθούς, ασταθή απασχόληση και περιορισμένες προοπτικές επαγγελματικής εξέλιξης.

 

                                

 

Η AI αλλάζει την αγορά εργασίας: Έμπειροι εργαζόμενοι διεκδικούν πλέον και τις entry-level θέσεις

 

Μια που αναφερθήκαμε παραπάνω στην αγορά εργασίας, πάμε και σε ένα διαφορετικό θέμα.

 

Η αγορά εργασίας το 2026 βρίσκεται σε μια περίοδο έντονου μετασχηματισμού, καθώς η εξάπλωση της τεχνητής νοημοσύνης, οι εταιρικές αναδιαρθρώσεις και η επιβράδυνση των προσλήψεων αναδιαμορφώνουν τόσο τη ζήτηση όσο και τη σύνθεση του εργατικού δυναμικού. Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά φαινόμενα είναι ότι οι παραδοσιακές entry-level θέσεις δεν αποτελούν πλέον αποκλειστικό πεδίο των νέων αποφοίτων, καθώς διεκδικούνται ολοένα και περισσότερο από έμπειρους επαγγελματίες που αναζητούν μια νέα επαγγελματική αφετηρία.

 

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της 21χρονης Κέιτι, τελειόφοιτης του Πανεπιστημίου του Μπέρμιγχαμ, η οποία, σύμφωνα με δημοσίευμα των Times, έχει υποβάλει περισσότερες από 180 αιτήσεις εργασίας από τον Σεπτέμβριο, συμμετέχοντας σε διαδικτυακές δοκιμασίες και συνεντεύξεις με τη βοήθεια τεχνητής νοημοσύνης, χωρίς στις περισσότερες περιπτώσεις να λαμβάνει καν απάντηση από τους εργοδότες.

 

Παρακολουθώντας τις προσλήψεις μέσω του LinkedIn, διαπίστωσε ότι πολλές από τις θέσεις που θεωρούσε κατάλληλες για νέους αποφοίτους καλύπτονται από υποψηφίους με πολυετή επαγγελματική εμπειρία. Όπως σημειώνει, η γενιά Ζ δεν ανταγωνίζεται πλέον μόνο συνομηλίκους της, αλλά και εργαζομένους μεγαλύτερης ηλικίας που επιστρέφουν στην αγορά εργασίας.

 

Η έλλειψη θέσεων εντείνει τον ανταγωνισμό

 

Η επιβράδυνση των προσλήψεων επηρεάζει τόσο τους νέους όσο και τους μεγαλύτερους εργαζομένους. Σύμφωνα με πρόσφατη έκθεση του πρώην υπουργού Υγείας του Ηνωμένου Βασιλείου, Alan Milburn, περίπου ένα εκατομμύριο νέοι ηλικίας 16 έως 24 ετών δεν βρίσκονται ούτε σε εργασία ούτε σε εκπαίδευση ή κατάρτιση, ενώ σχεδόν άλλοι τόσοι δυσκολεύονται να βρουν απασχόληση.

 

Η περιορισμένη διαθεσιμότητα θέσεων έχει οδηγήσει σε έναν ασυνήθιστο ανταγωνισμό μεταξύ διαφορετικών γενεών, καθώς ολοένα περισσότεροι έμπειροι επαγγελματίες στρέφονται σε θέσεις που μέχρι πρότινος αποτελούσαν το πρώτο επαγγελματικό βήμα για τους νεότερους.

 

Οι εργοδότες βλέπουν διαφορετικό προφίλ υποψηφίων

 

Την αλλαγή αυτή επιβεβαιώνει και η Χέιλι Γιούστεϊς, επικεφαλής της εταιρείας επικοινωνίας Commplicated. Όπως αναφέρει, όταν δημοσίευσε πρόσφατα μια junior θέση "founder's associate", περίμενε κυρίως αιτήσεις από νέους αποφοίτους.

 

Αντί γι' αυτό, δέχθηκε αιτήσεις από ανθρώπους με πολυετή επαγγελματική εμπειρία, μεταξύ των οποίων πρώην δημοσιογράφοι, επιχειρηματίες και στελέχη μέσης καριέρας, γεγονός που, όπως παραδέχεται, την εξέπληξε.

 

Από διευθυντικά έργα σε αρχικές θέσεις

 

Η μεταβολή αυτή αποτυπώνεται και στην περίπτωση της 55χρονης Ντι Κάπλαντ, η οποία είχε διαγράψει πολυετή πορεία ως project manager, μεταξύ άλλων στον τραπεζικό όμιλο Lloyds Banking Group, διαχειριζόμενη έργα μεγάλης κλίμακας.

 

Μετά τη μεταφορά της θέσης της στην Ινδία το 2024, υπέβαλε περισσότερες από 3.000 αιτήσεις εργασίας χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα. Πλέον διεκδικεί ακόμη και θέσεις προσωπικής βοηθού, παρόμοιες με εκείνες που κατείχε στην αρχή της επαγγελματικής της διαδρομής πριν από τρεις δεκαετίες.

 

Περισσότεροι μεγαλύτεροι υποψήφιοι στην εστίαση και την προσωρινή εργασία

 

Η τάση αυτή δεν περιορίζεται στις θέσεις γραφείου. Η πλατφόρμα προσωρινής απασχόλησης Pioneering People καταγράφει αύξηση κατά 35% στις εγγραφές ατόμων ηλικίας άνω των 45 ετών μέσα στους τελευταίους δύο μήνες, κυρίως για θέσεις στην εστίαση, τις εκδηλώσεις και την προσωρινή εργασία.

 

Παρόμοια εικόνα περιγράφει και η Σάρα Μουρ, ιδιοκτήτρια του Carousel Tearooms στο Γκλόστερσαϊρ, η οποία παραδοσιακά προσλάμβανε εφήβους και νεαρούς εργαζομένους. Όπως αναφέρει, πλέον δέχεται ολοένα περισσότερες αιτήσεις από άτομα μέσης ηλικίας, ανεξάρτητα από το αν διαθέτουν σχετική εμπειρία.

 

Ωστόσο, επισημαίνει ότι το υψηλότερο μισθολογικό κόστος των μεγαλύτερων εργαζομένων συχνά οδηγεί τις μικρές επιχειρήσεις να προτιμούν νεότερους υποψηφίους, καθώς τα περιθώρια κέρδους παραμένουν περιορισμένα.

 

Η εμπειρία αποτελεί πλεονέκτημα για αρκετούς εργοδότες

 

Από την άλλη πλευρά, ορισμένες επιχειρήσεις εκτιμούν ιδιαίτερα την εμπειρία και τη σταθερότητα των μεγαλύτερων εργαζομένων. Η εταιρεία εξυπηρέτησης πελατών ArvatoConnect, που απασχολεί περισσότερους από 700 εργαζομένους, αναφέρει ότι δέχεται ολοένα περισσότερες αιτήσεις από άτομα ηλικίας 50 και 60 ετών ακόμη και για junior θέσεις.

 

Σύμφωνα με τη διευθύνουσα σύμβουλο της εταιρείας, Debra Maxwell, πολλοί μεγαλύτεροι εργαζόμενοι αναζητούν πλέον περισσότερο ευέλικτες μορφές απασχόλησης, δυνατότητα τηλεργασίας και καλύτερη ισορροπία μεταξύ επαγγελματικής και προσωπικής ζωής, ενώ άλλοι επιδιώκουν να εγκαταλείψουν θέσεις υψηλής πίεσης και να ξεκινήσουν μια δεύτερη επαγγελματική σταδιοδρομία.

 

Η εικόνα που διαμορφώνεται υποδηλώνει ότι η αγορά εργασίας εισέρχεται σε μια νέα φάση, όπου η τεχνητή νοημοσύνη και οι διαρθρωτικές αλλαγές δεν επηρεάζουν μόνο τον αριθμό των διαθέσιμων θέσεων, αλλά μεταβάλλουν και τον ανταγωνισμό μεταξύ των ίδιων των εργαζομένων. Οι entry-level θέσεις δεν αποτελούν πλέον αποκλειστικά πεδίο εισόδου των νέων στην αγορά, αλλά εξελίσσονται σε σημείο συνάντησης διαφορετικών γενεών, με την εμπειρία και την προσαρμοστικότητα να αποκτούν ολοένα μεγαλύτερη σημασία.

 
 

 

 

     

 

Παλαιότερα Σχόλια

 
 

Αποποίηση Ευθύνης.... 

© 2016-2026 Greek Finance Forum