| Ειδήσεις | Ο Κυνηγός | Λεωφόρος Αθηνών | "Κουλου - Βάχατα" | +/- | "Μας ακούνε" | Fundamentalist | Marx - Soros |

 

"Kουλου-βάχατα"

Σχόλια για τα πάντα ……. Η φράση “Κουλου – βάχατα” προέρχεται από την αντίστοιχη αραβική «κούλου ουάχαντ» που σημαίνει «όλα μαζί ένα».

Επικοινωνήστε μαζί μας

 

 

00:01 - 09/06/26

                                 

 

ΔΝΤ: Διαρθρωτικό το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών της Ελλάδας – Πακέτο πέντε παρεμβάσεων για αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου

 

Χαμηλές παραγωγικές επενδύσεις, εξαγωγές περιορισμένης προστιθέμενης αξίας και αδύναμη παραγωγική βάση έχουν ως αποτέλεσμα η ελληνική οικονομία να συγκαταλέγεται στις ελάχιστες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης με επίμονα υψηλό έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών και χαμηλή παραγωγικότητα.

 

Σε σχετική πρόσφατη έκθεσή του, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο επισημαίνει ότι πριν από την οικονομική κρίση το εξωτερικό έλλειμμα της χώρας προερχόταν κυρίως από τον δημόσιο τομέα, λόγω επεκτατικής δημοσιονομικής πολιτικής και αδυναμιών στη φορολογική διοίκηση. Μετά την κρίση, ωστόσο, η εικόνα διαφοροποιήθηκε, με το ιδιωτικό σκέλος της οικονομίας να συμβάλλει πλέον καθοριστικά στη διεύρυνσή του.

 

Κεντρική αιτία του προβλήματος, σύμφωνα με το Ταμείο, είναι η περιορισμένη επενδυτική δραστηριότητα σε τομείς υψηλής παραγωγικότητας. Τονίζεται ότι τέτοιου είδους επενδύσεις προέρχονται κυρίως από εγχώρια αποταμίευση νοικοκυριών και επιχειρήσεων, η οποία στην Ελλάδα παραμένει διαχρονικά αρνητική από το 2000 έως το 2024, με μοναδική εξαίρεση την περίοδο 2020-2024, όταν λόγω της πανδημίας σημειώθηκε προσωρινή αύξηση αποταμιεύσεων.

 

Παρά το διαρθρωτικό αυτό πρόβλημα, το ΔΝΤ εκτιμά ότι το υψηλό εξωτερικό χρέος της χώρας, που υπερβαίνει τα 470 δισ. ευρώ, παραμένει βιώσιμο, καθώς σε μεγάλο βαθμό αφορά δάνεια του επίσημου τομέα, με μακροχρόνιες περιόδους αποπληρωμής και χαμηλά επιτόκια.

 

Ως μια πάγια διαρθρωτική αδυναμία της ελληνικής οικονομίας χαρακτηρίζεται το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών, για το οποίο το Ταμείο προτείνει ένα πλέγμα πέντε παρεμβάσεων με στόχο τη βελτίωση της παραγωγικής βάσης και της εξωτερικής ισορροπίας.

 

Πρώτον, προτείνεται η ενίσχυση της εγχώριας προστιθέμενης αξίας μέσω πολιτικών που αυξάνουν την παραγωγικότητα, ενισχύουν τη διαφοροποίηση της οικονομίας και κατευθύνουν την παραγωγή προς δραστηριότητες υψηλότερης αξίας, με θετικό αποτύπωμα στο διαθέσιμο εισόδημα και την αποταμίευση.

 

Δεύτερον, ζητείται η προώθηση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων για την άρση εμποδίων στην επιχειρηματική ανάπτυξη και τις εξαγωγές, με έμφαση στη μείωση διοικητικών και κανονιστικών βαρών, στην αντιμετώπιση της άτυπης οικονομίας, στη βελτίωση των δεξιοτήτων και στην ενίσχυση της πρόσβασης στη χρηματοδότηση.

 

Τρίτον, υπογραμμίζεται η σημασία της συνετής δημοσιονομικής πολιτικής, ώστε να ενισχυθεί η εμπιστοσύνη των επενδυτών και να δημιουργηθούν συνθήκες για αύξηση των παραγωγικών επενδύσεων.

 

Τέταρτον, προτείνεται βαθύτερη ενσωμάτωση της Ελλάδας στην ενιαία ευρωπαϊκή αγορά, με στόχο την επιτάχυνση μεταρρυθμίσεων και τη σύνδεση των ελληνικών επιχειρήσεων με διεθνή δίκτυα υψηλής προστιθέμενης αξίας.

 

Πέμπτον, το Ταμείο τονίζει την ανάγκη επιτάχυνσης των διαρθρωτικών αλλαγών που θα ενισχύσουν την ελκυστικότητα της χώρας για άμεσες ξένες επενδύσεις, μειώνοντας παράλληλα την ευαισθησία της οικονομίας σε εξωτερικούς κραδασμούς και οδηγώντας σε ένα πιο ισορροπημένο και βιώσιμο αναπτυξιακό πρότυπο.

 

                                     

 

Οικονομική ασφυξία για εργαζομένους και συνταξιούχους λόγω ακρίβειας και χαμηλών εισοδημάτων

 

Η παρατεταμένη ακρίβεια, σε συνδυασμό με τα σχετικά χαμηλά επίπεδα μισθών και συντάξεων, εντείνει την οικονομική πίεση σε εργαζομένους και συνταξιούχους στην Ελλάδα. Η εικόνα αυτή αποτυπώνεται έντονα στο γεγονός ότι, σύμφωνα με έρευνα του Ινστιτούτου Μικρών Επιχειρήσεων της ΓΣΕΒΕΕ, ο μέσος μισθός επαρκεί μόλις για τις πρώτες 18 ημέρες του μήνα. Ως αποτέλεσμα, περίπου ένας στους δύο μισθωτούς είτε αναζητά είτε έχει ήδη αναλάβει δεύτερη εργασία προκειμένου να ανταποκριθεί στις καθημερινές ανάγκες διαβίωσης.

 

Ανάλογη είναι η κατάσταση και για τους συνταξιούχους, καθώς η οικονομική στενότητα ωθεί ολοένα και περισσότερους να επιστρέψουν στην αγορά εργασίας μετά τη συνταξιοδότησή τους. Τα επίσημα στοιχεία δείχνουν ότι οι εργαζόμενοι συνταξιούχοι αυξήθηκαν σε περίπου 300.000 μέσα σε δύο χρόνια, από περίπου 250.000 προηγουμένως. Η εξέλιξη αυτή συνδέεται άμεσα με το χαμηλό ύψος της μέσης σύνταξης του ΕΦΚΑ, η οποία διαμορφώνεται περίπου στα 865 ευρώ μηνιαίως.

 

Σημαντικό ρόλο στην αύξηση των εργαζόμενων συνταξιούχων έπαιξε και η αλλαγή του θεσμικού πλαισίου από την 1η Ιανουαρίου 2024. Η προηγούμενη οριζόντια περικοπή 30% στη σύνταξη αντικαταστάθηκε από παρακράτηση 10% επί του εισοδήματος από εργασία. Μετά την αλλαγή αυτή, οι συνταξιούχοι που δήλωσαν εργασία μέσω της ειδικής πλατφόρμας του ΕΦΚΑ αυξήθηκαν από περίπου 30.000 σε 300.000.

 

Παράλληλα, οι εργαζόμενοι συνταξιούχοι αποκτούν δικαίωμα προσαύξησης της σύνταξής τους μέσω των επιπλέον ενσήμων που συγκεντρώνουν. Ο ΕΦΚΑ έχει ήδη εκδώσει εκατοντάδες αποφάσεις επανυπολογισμού συντάξεων για όσους εργάστηκαν δύο ή τρία χρόνια μετά τη συνταξιοδότηση. Η προσαύξηση αντιστοιχεί σε περίπου 0,77% επί των αποδοχών εργασίας για κάθε έτος απασχόλησης.

 

Την ίδια στιγμή, επιδεινώνεται και η εικόνα σχετικά με τον κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για το 2025, το ποσοστό ανήλθε στο 27,5% του πληθυσμού, δηλαδή περίπου 2,8 εκατομμύρια άτομα, σημειώνοντας αύξηση 0,6 ποσοστιαίων μονάδων σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Η επιδείνωση αποδίδεται κυρίως στην αύξηση της υλικής και κοινωνικής στέρησης, η οποία έφτασε το 14,9%.

 

Για το 2025, το όριο φτώχειας στην Ελλάδα ορίζεται:

 

στις 7.020 ευρώ ετησίως για ένα άτομο,

και στις 14.742 ευρώ ετησίως για οικογένεια με δύο ενήλικες και δύο παιδιά κάτω των 14 ετών.

 

Το μέσο διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών υπολογίζεται στις 21.724 ευρώ ετησίως, ενώ το μέσο ατομικό εισόδημα ανέρχεται στις 13.381 ευρώ, παρουσιάζοντας αύξηση περίπου 8% σε σύγκριση με την προηγούμενη χρονιά. Η κύρια πηγή εισοδήματος παραμένει η εργασία, με ποσοστό 71,7%, ενώ οι συντάξεις αντιστοιχούν περίπου στο 23% των συνολικών εισοδημάτων.

 

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η Ελλάδα κατατάσσεται σχετικά χαμηλά ως προς τον κατώτατο μισθό. Σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat για την 1η Ιανουαρίου 2026, η χώρα βρισκόταν στη 14η θέση μεταξύ 22 κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης που διαθέτουν θεσμοθετημένο κατώτατο μισθό, τόσο σε ονομαστικές τιμές όσο και σε μονάδες αγοραστικής δύναμης (PPS).

 

Η Ελλάδα εντάσσεται στη μεσαία κατηγορία χωρών της ΕΕ, όπου ο κατώτατος μισθός κυμαίνεται μεταξύ 1.000 και 1.500 ευρώ μηνιαίως. Αντίθετα, πέντε χώρες — η Δανία, η Ιταλία, η Αυστρία, η Φινλανδία και η Σουηδία — δεν διαθέτουν νομοθετημένο κατώτατο μισθό, καθώς οι αμοιβές καθορίζονται κυρίως μέσω συλλογικών συμβάσεων εργασίας.

 

                        

 

Η «κρυφή οικονομία» των 45 δισ. ευρώ: Το παράλληλο σύστημα που στερεί έσοδα από το κράτος

 

Περίπου ένα στα πέντε ευρώ που παράγονται κάθε χρόνο στην ελληνική οικονομία παραμένει εκτός επίσημης καταγραφής. Σύμφωνα με εκτιμήσεις, η παραοικονομία στην Ελλάδα αντιστοιχεί σχεδόν στο 21% του ΑΕΠ, δηλαδή σε περίπου 45 δισ. ευρώ ετησίως — ένα τεράστιο ποσό που δεν φορολογείται και δεν επιστρέφει στην κοινωνία μέσω δημόσιων υπηρεσιών, επενδύσεων ή φορολογικών ελαφρύνσεων.

 

Πρόκειται ουσιαστικά για μια «παράλληλη οικονομία» που λειτουργεί καθημερινά δίπλα στην επίσημη αγορά, βασισμένη κυρίως στις συναλλαγές με μετρητά και χωρίς φορολογικά παραστατικά. Όσο αυτό το φαινόμενο παραμένει εκτεταμένο, το βάρος μεταφέρεται κυρίως σε μισθωτούς, συνταξιούχους και συνεπείς επιχειρήσεις που καλούνται να καλύψουν τα δημοσιονομικά κενά.

 

Παρά τις βελτιώσεις των τελευταίων ετών, η Ελλάδα εξακολουθεί να καταγράφει από τα υψηλότερα ποσοστά παραοικονομίας στην Ευρώπη, κινούμενη κοντά σε χώρες όπως η Ιταλία και η Πολωνία, ενώ απέχει σημαντικά από οικονομίες όπως η Γερμανία ή η Ιρλανδία, όπου τα αντίστοιχα επίπεδα είναι αισθητά χαμηλότερα.

 

Τα εισοδήματα που δεν συμβαδίζουν με την πραγματικότητα

 

Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά στοιχεία αφορά τα δηλωθέντα εισοδήματα των ελεύθερων επαγγελματιών. Τα στοιχεία δείχνουν μέσο ετήσιο εισόδημα περίπου 3.665 ευρώ, δηλαδή μόλις 305 ευρώ τον μήνα — επίπεδο που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματική εικόνα κατανάλωσης και διαβίωσης.

 

Την ώρα που δηλώνονται τόσο χαμηλά ποσά, η οικονομική δραστηριότητα συνεχίζεται κανονικά: ενοίκια καταβάλλονται, αγορές πραγματοποιούνται και η κατανάλωση παραμένει ενεργή. Αυτή ακριβώς η απόσταση ανάμεσα στις δηλώσεις εισοδήματος και στην πραγματική οικονομική εικόνα αποτελεί το βασικό πεδίο στο οποίο εστιάζουν πλέον οι φορολογικές αρχές.

 

Νέο μοντέλο ελέγχων με ψηφιακές διασταυρώσεις

 

Οι φορολογικοί έλεγχοι περνούν πλέον σε νέα φάση, με μεγαλύτερη αξιοποίηση ψηφιακών δεδομένων και ανάλυσης κινδύνου. Δεν εξετάζονται μόνο τα δηλωμένα εισοδήματα, αλλά και οι τραπεζικές κινήσεις, οι συναλλαγές με κάρτες, οι καταναλωτικές δαπάνες, οι μεταφορές κεφαλαίων και τα περιουσιακά στοιχεία.

 

Όταν τα δηλωθέντα ποσά δεν συμβαδίζουν με τον τρόπο ζωής και τις δαπάνες, ενεργοποιούνται αυτόματα μηχανισμοί ελέγχου. Το σύστημα μεταβαίνει από τους αποσπασματικούς ελέγχους σε ένα μοντέλο στοχευμένης παρακολούθησης της φορολογικής συμπεριφοράς.

 

Για το 2026 έχουν προγραμματιστεί συνολικά 194.000 έλεγχοι σε όλο το εύρος της οικονομικής δραστηριότητας. Από αυτούς, περίπου 53.900 αφορούν φορολογικούς ελέγχους, 100.800 τελωνειακούς και 39.300 περιπτώσεις υψηλού ρίσκου.

 

Παράλληλα, τίθενται συγκεκριμένοι στόχοι συμμόρφωσης, όπως:

 

υποβολή δηλώσεων ΦΠΑ σε ποσοστό 98%,

έγκαιρη πληρωμή βασικών φόρων άνω του 85%,

συμμόρφωση νέων οφειλετών πάνω από 60%,

και είσπραξη νέων ληξιπρόθεσμων οφειλών κοντά στο 45%.

 

Ο ρόλος των μετρητών στην παραοικονομία

 

Κεντρικό ρόλο στη διατήρηση της φοροδιαφυγής εξακολουθούν να έχουν οι συναλλαγές με μετρητά. Οι πληρωμές «χέρι με χέρι» παραμένουν ο βασικός τρόπος απόκρυψης εισοδημάτων, καθώς δεν αφήνουν ηλεκτρονικό αποτύπωμα.

 

Στην Ελλάδα, τα μετρητά εξακολουθούν να αντιστοιχούν περίπου στο 42% της συνολικής αξίας συναλλαγών και στο 54% του αριθμού των συναλλαγών, παρά τη σημαντική επέκταση των ηλεκτρονικών πληρωμών μετά την πανδημία.

 

Την ίδια στιγμή, ωστόσο, το λεγόμενο «κενό ΦΠΑ» έχει μειωθεί αισθητά τα τελευταία χρόνια. Από επίπεδα άνω του 30%, περιορίστηκε στο 13,7%, κυρίως χάρη:

 

στη διασύνδεση POS και ταμειακών μηχανών,

στην ηλεκτρονική τιμολόγηση,

και στην εφαρμογή του συστήματος myDATA.

 

Όσο περισσότερες συναλλαγές καταγράφονται ψηφιακά, τόσο δυσκολότερη γίνεται η απόκρυψη εισοδημάτων.

 

                                

 

Η δομή της οικονομίας ενισχύει το πρόβλημα

 

Η υψηλή αυτοαπασχόληση θεωρείται βασικός παράγοντας που τροφοδοτεί την παραοικονομία. Στην Ελλάδα το ποσοστό αυτοαπασχολούμενων φτάνει το 34,6%, όταν στην Ιταλία βρίσκεται στο 24,3% και στην Ισπανία μόλις στο 17%.

 

Μελέτες δείχνουν ότι η αυτοαπασχόληση συμβάλλει σημαντικά στο συνολικό μέγεθος της παραοικονομίας, καθώς δραστηριότητες εκτός μισθωτής σχέσης εμφανίζουν μεγαλύτερο κίνδυνο αδήλωτων συναλλαγών.

 

Παράλληλα, οι υψηλοί έμμεσοι φόροι και ειδικά οι συντελεστές ΦΠΑ δημιουργούν πρόσθετα κίνητρα φοροδιαφυγής, κυρίως σε κλάδους όπου οι συναλλαγές με μετρητά παραμένουν κυρίαρχες.

 

Η εστίαση, οι κατασκευές, τα τεχνικά επαγγέλματα, αλλά και υπηρεσίες όπως οι ιατρικές και νομικές δραστηριότητες συγκαταλέγονται στους τομείς όπου η αδήλωτη οικονομική δραστηριότητα εμφανίζεται πιο έντονα.

 

Το επόμενο βήμα: πλήρης ψηφιακή παρακολούθηση των συναλλαγών

 

Το νέο σχέδιο περιορισμού της φοροδιαφυγής επεκτείνεται πλέον σε όλο το φάσμα της οικονομίας: καύσιμα, ηλεκτρονικό εμπόριο, βραχυχρόνιες μισθώσεις, ηλεκτρονικά πορτοφόλια, τραπεζικούς λογαριασμούς και πλατφόρμες συναλλαγών.

 

Οι επόμενες παρεμβάσεις περιλαμβάνουν:

 

καθολική εφαρμογή ηλεκτρονικής τιμολόγησης,

αυτόματη απόδοση ΦΠΑ στις συναλλαγές επιχειρήσεων,

διασύνδεση φορολογικής συνέπειας με την τραπεζική αξιολόγηση,

και δημιουργία ενιαίων ψηφιακών μητρώων περιουσίας.

 

Στόχος είναι να περιοριστούν ακόμη περισσότερο τα περιθώρια απόκρυψης εισοδημάτων και να δημιουργηθεί ένα σύστημα όπου η ροή χρήματος θα καταγράφεται σχεδόν σε πραγματικό χρόνο.

 

                                 

 

Generation Z & Εργασία

 

Μπορεί τα τελευταία χρόνια να επικρατεί η άποψη ότι οι νέοι διαθέτουν περισσότερες επαγγελματικές επιλογές από ποτέ, ωστόσο η πραγματικότητα αποδεικνύεται συχνά πιο σύνθετη.

 

Από τη μία πλευρά, ένα πανεπιστημιακό πτυχίο δεν φαίνεται πλέον να αποτελεί εγγύηση για την εξασφάλιση μιας καλά αμειβόμενης θέσης εργασίας. Από την άλλη, ακόμη και τα τεχνικά επαγγέλματα, τα οποία γνωρίζουν τα τελευταία χρόνια σημαντική αναβίωση, συνοδεύονται από προκλήσεις και αβεβαιότητες. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η Generation Z καλείται να χαράξει τη δική της πορεία σε μια αγορά εργασίας που μεταβάλλεται διαρκώς.

 

Παρά τη θετική πορεία της αμερικανικής οικονομίας και τα χαμηλά ποσοστά ανεργίας, πολλοί νέοι απόφοιτοι δυσκολεύονται να εξασφαλίσουν θέσεις εργασίας με ικανοποιητικές αποδοχές. Η εξέλιξη αυτή ενισχύει την αβεβαιότητα και τις ανησυχίες για το επαγγελματικό τους μέλλον.

 

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η 29χρονη Τζες Βεσκόντε, απόφοιτος μίας από τις πλέον αναγνωρισμένες σχολές καλών τεχνών της Καλιφόρνιας, πρώην υπότροφος του προγράμματος Fulbright στη Γερμανία και κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου από το Πανεπιστήμιο Κολούμπια. Παρά τα σημαντικά ακαδημαϊκά της προσόντα, όπως δήλωσε στον Guardian, δυσκολεύεται να καλύψει ακόμη και βασικές ανάγκες διαβίωσης, συνδυάζοντας περιστασιακές συνεργασίες με θέσεις στον τομέα των υπηρεσιών, ενώ παράλληλα αναζητά επιπλέον εργασία ενόψει της αποπληρωμής των φοιτητικών της δανείων.

 

Γυρίζουν την πλάτη στα πτυχία

 

Τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι οι σημερινοί νέοι ενήλικες βρίσκονται αντιμέτωποι με διαφορετικές προκλήσεις σε σχέση με προηγούμενες γενιές. Σύμφωνα με στοιχεία της Ομοσπονδιακής Τράπεζας της Νέας Υόρκης, το ποσοστό ανεργίας των πρόσφατων αποφοίτων πανεπιστημίων παραμένει υψηλότερο από εκείνο του συνολικού εργατικού δυναμικού από την περίοδο της πανδημίας και μετά.

 

Παράλληλα, η οικονομική αξία ενός πανεπιστημιακού τίτλου φαίνεται να υποχωρεί, ενώ το κόστος σπουδών εξακολουθεί να βρίσκεται σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα. Οι απόφοιτοι του 2024 εγκατέλειψαν τα πανεπιστήμια με μέσο φοιτητικό χρέος σχεδόν 30.000 δολαρίων, ενώ το συνολικό φοιτητικό χρέος στις Ηνωμένες Πολιτείες ξεπερνά πλέον τα 1,8 τρισεκατομμύρια δολάρια.

 

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ολοένα περισσότεροι νέοι στρέφονται προς εναλλακτικές επαγγελματικές διαδρομές και ειδικότερα προς τα τεχνικά επαγγέλματα. Επαγγέλματα όπως οι συγκολλητές, οι υδραυλικοί και οι ξυλουργοί προσελκύουν αυξημένο ενδιαφέρον, καθώς θεωρούνται οικονομικά αποδοτικότερες επιλογές σε σχέση με τις πολυδάπανες πανεπιστημιακές σπουδές και τις θέσεις γραφείου εισαγωγικού επιπέδου, οι οποίες εμφανίζονται ολοένα πιο ευάλωτες στις επιπτώσεις της τεχνητής νοημοσύνης.

 

Στροφή στα τεχνικά επαγγέλματα

 

Έρευνα της Harris Poll για λογαριασμό της Intuit Credit Karma δείχνει ότι σχεδόν οκτώ στους δέκα Αμερικανούς διαπιστώνουν αυξημένο ενδιαφέρον των νέων για τα τεχνικά επαγγέλματα. Παράλληλα, οι εγγραφές σε τεχνικές σχολές αυξάνονται με ταχύτερο ρυθμό από ό,τι στα πανεπιστήμια μετά την πανδημία.

 

Οι υψηλότερες αποδοχές, η δυνατότητα αυτοαπασχόλησης και η απόκτηση πρακτικών δεξιοτήτων που δύσκολα μπορούν να αντικατασταθούν από ψηφιακές εφαρμογές αποτελούν βασικούς λόγους αυτής της στροφής.

 

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι απόλυτα θετική. Σύμφωνα με έρευνα της WalletHub που δημοσίευσε το Fortune, αρκετά τεχνικά επαγγέλματα συγκαταλέγονται στις λιγότερο ελκυστικές θέσεις εργασίας εισαγωγικού επιπέδου για το 2026. Ανάμεσά τους βρίσκονται οι συγκολλητές, οι μηχανικοί αυτοκινήτων, οι κατασκευαστές βιομηχανικών λεβήτων και οι σχεδιαστές τεχνικών σχεδίων.

 

Οι ερευνητές αποδίδουν τη χαμηλή αξιολόγηση στις περιορισμένες ευκαιρίες απασχόλησης, στις χαμηλότερες προοπτικές εξέλιξης και στους αυξημένους επαγγελματικούς κινδύνους που χαρακτηρίζουν αρκετούς από αυτούς τους κλάδους.

 

Ταυτόχρονα, η αυτοματοποίηση αρχίζει να επηρεάζει και τα τεχνικά επαγγέλματα. Η αυξανόμενη χρήση της ρομποτικής και των προκατασκευασμένων λύσεων περιορίζει σταδιακά τη ζήτηση για ανθρώπινο δυναμικό. Επιπλέον, οι κλάδοι των κατασκευών και της μεταποίησης, στους οποίους απασχολούνται πολλοί τεχνίτες, παραμένουν ιδιαίτερα ευαίσθητοι στις οικονομικές διακυμάνσεις. Σε περιόδους επιβράδυνσης της οικονομίας, έργα αναβάλλονται ή ακυρώνονται, οδηγώντας σε μείωση της απασχόλησης, ενώ η εποχικότητα και οι καιρικές συνθήκες μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τη διαθεσιμότητα εργασίας.

 

Έτσι, είτε επιλέγουν τον δρόμο της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης είτε στρέφονται στα τεχνικά επαγγέλματα, πολλοί νέοι βρίσκονται αντιμέτωποι με μια αγορά εργασίας που προσφέρει λιγότερες βεβαιότητες και περισσότερη αβεβαιότητα σε σχέση με το παρελθόν.

 
 

 

 

     

 

Παλαιότερα Σχόλια

 
 

Αποποίηση Ευθύνης.... 

© 2016-2026 Greek Finance Forum