|
00:01 -
10/06/26 |
|
|
|
|
|

Δημόσιο χρέος Ελλάδας: Υψηλό επίπεδο, αλλά χαμηλότερη
επιβάρυνση εξυπηρέτησης
Το ελληνικό δημόσιο χρέος εξακολουθεί να είναι το υψηλότερο
στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ωστόσο η συνολική εικόνα γίνεται πιο
σύνθετη όταν εξετάζεται όχι μόνο το απόλυτο ύψος του, αλλά
και το ετήσιο κόστος εξυπηρέτησής του.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της
Eurostat
για το 2025, στις περισσότερες χώρες της ΕΕ το εμφανές
κόστος δανεισμού είτε αυξήθηκε οριακά είτε παρέμεινε
σταθερό. Η εξέλιξη αυτή αποδίδεται κυρίως στο γεγονός ότι
νέες εκδόσεις χρέους πραγματοποιούνται πλέον με υψηλότερα
επιτόκια σε σχέση με παλαιότερες σειρές δανεισμού που
λήγουν.
Στο υψηλότερο επίπεδο εμφανές κόστους χρέους καταγράφεται η
Ρουμανία με 5,2%, ακολουθούμενη από την Πολωνία με 4,5%, την
Τσεχία με 3,1% και την Ιταλία με 3,0%. Αντίθετα, τα
χαμηλότερα επίπεδα εμφανίζονται σε χώρες όπως η Ιρλανδία, το
Λουξεμβούργο, η Ολλανδία και η Γερμανία.
Εμφανές κόστος δημόσιου χρέους στην ΕΕ (2025)
Ρουμανία: 5,2%
Πολωνία: 4,5%
Τσεχία: 3,1%
Ιταλία: 3,0%
Πηγή: Eurostat
Η Ελλάδα στην κορυφή του χρέους, όχι όμως και στο κόστος
Η Ελλάδα παραμένει πρώτη στην ΕΕ ως προς το δημόσιο χρέος σε
σχέση με το ΑΕΠ, το οποίο στο τέλος του 2025 διαμορφώθηκε
στο 146,1%. Ακολουθούν η Ιταλία, η Γαλλία, το Βέλγιο και η
Ισπανία.
Ωστόσο, η χώρα δεν συγκαταλέγεται στις περιπτώσεις με το
υψηλότερο εμφανές κόστος εξυπηρέτησης. Αυτό σημαίνει ότι,
παρά το μεγάλο απόθεμα χρέους, η ετήσια επιβάρυνση από
τόκους παραμένει σχετικά πιο διαχειρίσιμη σε ευρωπαϊκό
επίπεδο.
Η διαφορά αυτή εξηγείται κυρίως από τη δομή του ελληνικού
χρέους. Μεγάλο μέρος του έχει συναφθεί με ευνοϊκούς όρους
από την περίοδο των μνημονίων, ενώ χαρακτηρίζεται από
ιδιαίτερα μεγάλη μέση διάρκεια αποπληρωμής. Έτσι, δεν
απαιτείται συχνή και μαζική αναχρηματοδότηση στις αγορές.
|
|
|
|
|
|
|
|

Το πλεονέκτημα της μεγάλης διάρκειας
Σύμφωνα με τη
Eurostat, η
Ελλάδα διαθέτει τη μεγαλύτερη μέση υπολειπόμενη διάρκεια
δημόσιου χρέους στην ΕΕ, που φτάνει τα 18,4 έτη. Στη δεύτερη
και τρίτη θέση βρίσκονται η Αυστρία (11,3 έτη) και το Βέλγιο
(10,8 έτη).
Παράλληλα, η
χώρα εμφανίζει από τα χαμηλότερα ποσοστά χρέους που πρέπει
να αναχρηματοδοτηθούν βραχυπρόθεσμα. Μόλις το 6,6% του
συνολικού χρέους έχει διάρκεια μικρότερη του ενός έτους,
ποσοστό οριακά υψηλότερο μόνο από τη Σλοβακία (6,5%).
Βασικοί
δείκτες ελληνικού χρέους (2025)
Δημόσιο χρέος:
146,1% του ΑΕΠ
Θέση στην ΕΕ:
1η
Μέση διάρκεια
χρέους: 18,4 έτη (1η στην ΕΕ)
Χρέος με λήξη
< 1 έτους: 6,6%
Μεταβολή
χρέους/ΑΕΠ (2024–2025): -8 π.μ.
Πηγή:
Eurostat
Σε περιβάλλον
αυξημένων επιτοκίων, αυτή η δομή λειτουργεί ως «μαξιλάρι»,
καθώς περιορίζει το μέρος του χρέους που επηρεάζεται άμεσα
από τις συνθήκες των αγορών.
Τι σημαίνει
στην πράξη
Η ουσία της
εικόνας συνοψίζεται στη διάκριση ανάμεσα στο μέγεθος του
χρέους και στο κόστος εξυπηρέτησής του. Η Ελλάδα εξακολουθεί
να έχει ένα ιδιαίτερα υψηλό απόθεμα υποχρεώσεων, όμως η
επιβάρυνση κατανέμεται σε μεγάλο βάθος χρόνου.
Αυτό
περιορίζει τις άμεσες πιέσεις στον κρατικό προϋπολογισμό και
δίνει μεγαλύτερη σταθερότητα στη διαχείριση του χρέους.
Παράλληλα, η
Eurostat
καταγράφει ότι η Ελλάδα σημείωσε τη μεγαλύτερη μείωση λόγου
χρέους προς ΑΕΠ στην ΕΕ μεταξύ 2024 και 2025, κατά 8
ποσοστιαίες μονάδες. Παρά τη σημαντική αυτή αποκλιμάκωση, το
ελληνικό χρέος παραμένει το υψηλότερο στην Ένωση, γεγονός
που δείχνει ότι η πρόοδος είναι ουσιαστική, αλλά η πρόκληση
εξακολουθεί να υφίσταται.
|
|
|
|
|
|
|
|

ΚΕΦίΜ: «Κρυφό» συνταξιοδοτικό χρέος στο 403% του ΑΕΠ για την
Ελλάδα – υψηλές υποχρεώσεις σε όλη την Ευρώπη
Στο 403% του ΑΕΠ ανέρχεται το λεγόμενο
«κρυφό» συνταξιοδοτικό χρέος της Ελλάδας, σύμφωνα με μελέτη
του ΚΕΦίΜ, η οποία υποστηρίζει ότι οι επίσημοι δείκτες
δημόσιου χρέους στην Ευρώπη υποεκτιμούν σημαντικά το
πραγματικό δημοσιονομικό βάρος των κρατών-μελών.
Σε αντίστοιχα υψηλά επίπεδα κινούνται και
άλλες ευρωπαϊκές οικονομίες, όπως η Ισπανία (496%), η
Αυστρία (450%), η Ιταλία (429%), αλλά και η Γαλλία, η
Σλοβενία και η Πορτογαλία, όπου οι αντίστοιχες υποχρεώσεις
ξεπερνούν το 370% του ΑΕΠ. Η εικόνα αυτή, σύμφωνα με τη
μελέτη, καθιστά ακόμη πιο σύνθετη τη δημοσιονομική κατάσταση
της Ευρώπης, ιδιαίτερα για χώρες με ήδη υψηλό δημόσιο χρέος.
Τι περιλαμβάνει το «κρυφό» χρέος
Το «κρυφό» συνταξιοδοτικό χρέος αφορά τις
μελλοντικές υποχρεώσεις των δημόσιων και ιδιωτικών
συνταξιοδοτικών συστημάτων, για τις οποίες δεν έχουν
σχηματιστεί αντίστοιχες αποταμιεύσεις. Οι υποχρεώσεις αυτές
δεν περιλαμβάνονται στον επίσημο υπολογισμό του χρέους βάσει
των κριτηρίων του Μάαστριχτ.
Ως αποτέλεσμα, σύμφωνα με τη μελέτη, οι
επίσημοι δημοσιονομικοί δείκτες δεν αποτυπώνουν πλήρως το
πραγματικό βάρος των μελλοντικών υποχρεώσεων και δεν είναι
άμεσα συγκρίσιμοι με χώρες όπως οι ΗΠΑ, ο Καναδάς και η
Αυστραλία. Η εξαίρεση αυτή, όπως επισημαίνεται, έχει
συμβάλει στη δημιουργία συνθηκών δημοσιονομικού εφησυχασμού
και στη συσσώρευση μακροχρόνιων υποχρεώσεων.
|
|
|
|
|
|
|
|

Διαφορετικά μοντέλα συνταξιοδότησης
Το ΚΕΦίΜ υποστηρίζει ότι οι χώρες με
κεφαλαιοποιητικά συνταξιοδοτικά συστήματα εμφανίζουν
χαμηλότερες «κρυφές» υποχρεώσεις, πιο ανεπτυγμένες
κεφαλαιαγορές και μεγαλύτερη δημοσιονομική ανθεκτικότητα.
Αντίθετα, τα αναδιανεμητικά συστήματα συνδέονται με
υψηλότερη συσσώρευση μελλοντικών υποχρεώσεων.
Στο πλαίσιο αυτό, προτείνεται η σταδιακή
ενίσχυση της κεφαλαιοποίησης των συνταξιοδοτικών ταμείων,
καθώς και η ενσωμάτωση των συνταξιοδοτικών δεσμεύσεων στο
συνολικό δημοσιονομικό χρέος.
Δημοσιονομικοί κίνδυνοι για την Ευρώπη
Η μελέτη επισημαίνει ότι η συνολική εικόνα
των κρατών-μελών της ΕΕ ενέχει διαρθρωτικούς κινδύνους,
ιδιαίτερα σε συνθήκες όπου μεγάλο μέρος των οικονομιών
εξακολουθεί να καταγράφει ελλείμματα και υψηλό χρέος, με
προεκτάσεις και για τον κοινό ευρωπαϊκό δανεισμό.
Η εικόνα της Ελλάδας
Παρά το υψηλό «κρυφό» συνταξιοδοτικό χρέος,
η Ελλάδα αναδεικνύεται –σύμφωνα με την ίδια μελέτη– σε
χαρακτηριστικό παράδειγμα δημοσιονομικής βελτίωσης στην
Ευρώπη τα τελευταία χρόνια.
Η χώρα έχει μεταβεί από έλλειμμα 15,4% του
ΑΕΠ το 2009 σε πλεόνασμα 1,3% το 2024, ενώ την περίοδο
2023–2025 συγκαταλέγεται μεταξύ μόλις πέντε κρατών της ΕΕ
(μαζί με Δανία, Κύπρο, Ιρλανδία και Πορτογαλία) που
εμφανίζουν κατά μέσο όρο θετικό δημοσιονομικό αποτέλεσμα.
|
|
|
|
|
|
|
|

ΕΕ
Justice
Scoreboard:
Στην τελευταία θέση η Ελλάδα στην εμπιστοσύνη των
επιχειρήσεων για την προστασία επενδύσεων
Είχαμε παρουσιάσει την σχετική έκθεση το προηγούμενο ΣΚ στο
GFF. Για όποιον δεν την διάβασε αξίζει να το κάνει. Βαθιά
λοιπόν παραμένει η δυσπιστία των επιχειρήσεων για τη
δυνατότητα προστασίας των επενδύσεών τους στην Ελλάδα,
σύμφωνα με την 14η έκθεση της Κομισιόν (EU
Justice
Scoreboard), η
οποία δόθηκε στη δημοσιότητα την Πέμπτη.
Η έκθεση
παρουσιάζει συγκριτικά στοιχεία για την αποτελεσματικότητα,
την ποιότητα και την ανεξαρτησία των δικαστικών συστημάτων
στα κράτη-μέλη της ΕΕ, βασισμένα σε έρευνες του
Ευρωβαρόμετρου και του Ευρωπαϊκού Δικτύου Δικαστικών
Συμβουλίων. Στόχος της είναι ο εντοπισμός καλών πρακτικών
αλλά και τομέων όπου απαιτούνται βελτιώσεις.
Η Κομισιόν
τονίζει ότι τα αποτελεσματικά συστήματα δικαιοσύνης
διασφαλίζουν πως «τα φυσικά πρόσωπα και οι επιχειρήσεις
μπορούν να απολαμβάνουν πλήρως τα δικαιώματά τους»,
ενισχύοντας την εμπιστοσύνη και συμβάλλοντας στη δημιουργία
ενός φιλικού περιβάλλοντος για επενδύσεις στην Ενιαία Αγορά.
Η Ελλάδα στην
τελευταία θέση για την προστασία επενδύσεων
Σύμφωνα με
φετινή έρευνα του Ευρωβαρόμετρου, η Ελλάδα κατατάσσεται
τελευταία μεταξύ των χωρών της ΕΕ ως προς την αντίληψη των
επιχειρήσεων για την προστασία των επενδύσεών τους από τη
νομοθεσία και τη δικαιοσύνη.
Πάνω από το
70% των επιχειρήσεων δηλώνουν ότι δεν θεωρούν (πολύ ή
αρκετά) επαρκή την προστασία των επενδύσεών τους, όταν σε
ορισμένα κράτη-μέλη το αντίστοιχο ποσοστό δεν ξεπερνά το
20%–30%.
Οι βασικές
αιτίες δυσπιστίας
Οι βασικοί
λόγοι που οι επιχειρήσεις στην Ελλάδα εκφράζουν δυσπιστία
είναι:
Οι συχνές
αλλαγές στη νομοθεσία και η ανησυχία για την ποιότητα της
νομοθετικής διαδικασίας
Η δυσκολία
διεκδίκησης δικαιωμάτων μέσω της δικαιοσύνης, λόγω ζητημάτων
αποτελεσματικότητας, ποιότητας ή ανεξαρτησίας
Η αίσθηση
απρόβλεπτης και αδιαφανούς διοικητικής λειτουργίας, καθώς
και δυσκολίες στην προσφυγή κατά διοικητικών αποφάσεων
Η περιορισμένη
δυνατότητα εξασφάλισης δίκαιης αποζημίωσης και προστασίας
περιουσίας σε περίπτωση ζημίας
Χαμηλή
αξιολόγηση της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης
Η ανεξαρτησία
της δικαιοσύνης αξιολογείται επίσης χαμηλά στην Ελλάδα, η
οποία κατατάσσεται στην τρίτη θέση από το τέλος στην ΕΕ,
μετά τη Βουλγαρία και την Κροατία.
Περισσότερο
από το 50% των επιχειρήσεων τη χαρακτηρίζουν «πολύ κακή» ή
«κακή», ενώ το ποσοστό όσων τη θεωρούν «πολύ καλή» παραμένει
ιδιαίτερα χαμηλό.
Οι αιτίες για
την εικόνα ανεξαρτησίας
Σύμφωνα με το
Ευρωβαρόμετρο, οι κυριότεροι λόγοι για την αίσθηση έλλειψης
ανεξαρτησίας είναι:
Πιθανές
παρεμβάσεις ή πιέσεις από την κυβέρνηση, πολιτικούς ή
οικονομικά συμφέροντα
Η αίσθηση ότι το θεσμικό πλαίσιο και το
status των
δικαστών δεν διασφαλίζουν επαρκώς την ανεξαρτησία τους
Παράλληλα, σε
έρευνα του Ευρωπαϊκού Δικτύου Δικαστικών Συμβουλίων, μόνο
περίπου οι μισοί Έλληνες δικαστές δηλώνουν ότι η κατανομή
υποθέσεων γίνεται με βάση καθιερωμένους κανόνες, ποσοστό από
τα χαμηλότερα στην ΕΕ.




|
|
|
|
|
|