| Ειδήσεις | Ο Κυνηγός | Λεωφόρος Αθηνών | "Κουλου - Βάχατα" | +/- | "Μας ακούνε" | Fundamentalist | Marx - Soros |

 

"Kουλου-βάχατα"

Σχόλια για τα πάντα ……. Η φράση “Κουλου – βάχατα” προέρχεται από την αντίστοιχη αραβική «κούλου ουάχαντ» που σημαίνει «όλα μαζί ένα».

Επικοινωνήστε μαζί μας

 

 

00:01 - 11/06/26

                                      

 

Ελλάδα: Αύξηση παραγωγικότητας πάνω από την ΕΕ το α’ τρίμηνο 2026, αλλά ακόμη μακριά από τα επίπεδα του 2010

 

Η παραγωγικότητα της εργασίας στην Ελλάδα βελτιώθηκε το α’ τρίμηνο του 2026 με ρυθμό υψηλότερο από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, παραμένοντας ωστόσο σημαντικά χαμηλότερη σε σχέση με τα επίπεδα του 2010.

 

Σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat, η παραγωγικότητα ανά εργαζόμενο αυξήθηκε κατά 1,5% σε ετήσια βάση (σε σύγκριση με το α’ τρίμηνο του 2025), έναντι μόλις 0,1% κατά μέσο όρο στην ΕΕ. Αντίστοιχα, η παραγωγικότητα ανά ώρα εργασίας ενισχύθηκε κατά 0,4%, έναντι επίσης 0,1% στην ΕΕ.

 

Η παραγωγικότητα ανά εργαζόμενο προκύπτει από τη διαίρεση του ΑΕΠ με τον αριθμό των απασχολουμένων, ενώ η παραγωγικότητα ανά ώρα εργασίας υπολογίζεται από τη διαίρεση του ΑΕΠ με τις συνολικές ώρες εργασίας.

 

Η σημασία της παραγωγικότητας είναι καθοριστική, καθώς συνδέεται άμεσα με το επίπεδο των μισθών και, κατ’ επέκταση, με το βιοτικό επίπεδο μιας χώρας.

 

Απώλειες της προηγούμενης δεκαετίας

 

Η μεγάλη πτώση του ελληνικού ΑΕΠ κατά περίπου 25% την περίοδο της κρίσης οδήγησε σε έντονη υποχώρηση της παραγωγικότητας. Ακόμη και σήμερα, η παραγωγικότητα ανά εργαζόμενο υπολείπεται κατά περίπου 14%–16% των επιπέδων του 2010, ενώ στην Ευρωπαϊκή Ένωση είναι αυξημένη κατά περίπου 9,4% στο ίδιο διάστημα.

 

Αντίστοιχα, η παραγωγικότητα ανά ώρα εργασίας στην Ελλάδα έχει μειωθεί κατά περίπου 11% τα τελευταία 15 χρόνια, την ώρα που στην ΕΕ έχει ενισχυθεί κατά 12,7%.

 

Ένα μέρος της απόστασης αυτής άρχισε να καλύπτεται μετά το 2020, περίοδο κατά την οποία το ελληνικό ΑΕΠ ανέκαμψε. Σε σχέση με τα μέσα επίπεδα του 2020, η παραγωγικότητα ανά εργαζόμενο έχει αυξηθεί κατά 8,9%, ρυθμός υψηλότερος από τον αντίστοιχο της ΕΕ (6,8%). Ωστόσο, η παραγωγικότητα ανά ώρα εργασίας εμφανίζει οριακή υποχώρηση της τάξης του 0,1% από το 2020 και μετά.

 

                                    

 

Οι πρωταγωνιστές στην ΕΕ

 

Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, τη μεγαλύτερη αύξηση παραγωγικότητας ανά εργαζόμενο κατέγραψε η Δανία με άνοδο 4,8%, ακολουθούμενη από τη Λιθουανία (+3,5%) και τη Σλοβενία (+2,7%). Αντίθετα, μόνο δύο χώρες εμφάνισαν μείωση: η Ιρλανδία (-16,9%) και η Ιταλία (-0,3%).

 

Σε επίπεδο παραγωγικότητας ανά ώρα εργασίας, επίσης πρωταγωνίστησε η Δανία με άνοδο 5,1%, ενώ ακολούθησαν η Σουηδία (+3,0%) και η Πολωνία (+2,8%). Μειώσεις καταγράφηκαν σε έξι χώρες, με τη μεγαλύτερη στην Ιρλανδία (-17,1%), τη Λετονία (-1,3%) και την Τσεχία (-0,8%).

                                           

                                             

 

 

                               

 

Στεγαστική κρίση: Τα δηλωμένα ενοίκια απέχουν δραματικά από την πραγματικότητα της αγοράς

 

Σε μια περίοδο όπου η στεγαστική κρίση εντείνεται και τα ενοίκια κινούνται σε ιστορικά υψηλά επίπεδα, τα στοιχεία της φορολογικής διοίκησης παρουσιάζουν μια εικόνα που απέχει σημαντικά από όσα βιώνουν καθημερινά οι ενοικιαστές. Παρότι στην Αθήνα ακόμη και ένα μικρό διαμέρισμα δύσκολα ενοικιάζεται κάτω από 500 ευρώ τον μήνα, οι φορολογικές δηλώσεις εμφανίζουν μέσο μηνιαίο ενοίκιο μόλις 241 ευρώ για την κύρια κατοικία.

 

Σύμφωνα με στοιχεία που παρουσιάζει η Καθημερινή, η μεγάλη αυτή απόκλιση επαναφέρει στο προσκήνιο το χρόνιο πρόβλημα της υποδήλωσης εισοδημάτων από μισθώματα, αποκαλύπτοντας ότι η φοροδιαφυγή στην αγορά ακινήτων εξακολουθεί να αποτελεί μία από τις σημαντικότερες εστίες απώλειας φορολογικών εσόδων.

 

Τα δεδομένα των φορολογικών δηλώσεων του 2025, που αφορούν τα εισοδήματα του 2024, δείχνουν ότι η μέση μηνιαία δαπάνη ενοικίου για κύρια κατοικία διαμορφώθηκε στα 241 ευρώ ανά φορολογούμενο, ενώ για τις φοιτητικές κατοικίες στα 244 ευρώ. Τα ποσά αυτά βρίσκονται πολύ χαμηλότερα από τα πραγματικά επίπεδα της αγοράς, ιδιαίτερα στα μεγάλα αστικά κέντρα.

 

Στην Αττική, η εύρεση κατοικίας 50 έως 70 τετραγωνικών μέτρων με μίσθωμα κάτω από 500 ευρώ έχει καταστεί εξαιρετικά δύσκολη. Σε πολλές περιοχές της Αθήνας, ένα διαμέρισμα 70 τ.μ. ενοικιάζεται πλέον έναντι 750 έως 800 ευρώ τον μήνα, ενώ σε ανακαινισμένα ή νεόδμητα ακίνητα το κόστος μπορεί να προσεγγίσει ακόμη και τα 1.000 ευρώ. Η διαφορά αυτή υποδηλώνει ότι σημαντικό μέρος των πραγματικών μισθωμάτων εξακολουθεί να μην αποτυπώνεται στις φορολογικές δηλώσεις.

 

Μικρή βελτίωση, αλλά το χάσμα παραμένει

 

Παρά την έντονη απόκλιση, τα στοιχεία δείχνουν μια σταδιακή αύξηση των δηλωμένων ενοικίων τα τελευταία χρόνια. Η μέση δηλωθείσα δαπάνη για κύρια κατοικία ανήλθε από 188,8 ευρώ το 2020 σε 194 ευρώ το 2021, στα 202 ευρώ το 2022, στα 211 ευρώ το 2023 και στα 244 ευρώ το 2024. Μόνο την τελευταία χρονιά καταγράφηκε αύξηση 15,6%.

 

Ακόμη μεγαλύτερη ήταν η μεταβολή στις φοιτητικές κατοικίες. Το μέσο δηλωμένο μηνιαίο ενοίκιο αυξήθηκε από 150,6 ευρώ το 2022 σε 172,6 ευρώ το 2023 και εκτινάχθηκε στα 244 ευρώ το 2024, σημειώνοντας άνοδο άνω του 41% μέσα σε έναν χρόνο. Ωστόσο, και σε αυτή την περίπτωση τα δηλωμένα ποσά εξακολουθούν να υπολείπονται σημαντικά των πραγματικών τιμών της αγοράς.

 

Αύξηση των δηλωμένων μισθώσεων

 

Τα στοιχεία της ΑΑΔΕ καταγράφουν επίσης σημαντική αύξηση στον αριθμό των ακινήτων που δηλώνονται ως μισθωμένα.

 

                                         

 

Ανά κατηγορία  

 

Για τις κύριες κατοικίες:

 

Οι δηλωμένες μισθώσεις αυξήθηκαν από 970.506 το 2023 σε 1.195.757 το 2024.

 

Η συνολική δηλωθείσα δαπάνη ενοικίων αυξήθηκε από 2,47 δισ. ευρώ σε 3,88 δισ. ευρώ.

 

Για τις φοιτητικές κατοικίες:

 

Οι δηλωμένες μισθώσεις αυξήθηκαν από 83.801 σε 95.697.

 

Η συνολική δηλωθείσα δαπάνη ανέβηκε από 173,7 εκατ. ευρώ σε 271 εκατ. ευρώ.

 

Γιατί αυξήθηκαν οι δηλώσεις

 

Η αύξηση των δηλωμένων ακινήτων αποδίδεται κυρίως σε τρεις παράγοντες:

 

Καταγραφή κατοικιών που μέχρι πρότινος ενοικιάζονταν χωρίς επίσημα συμβόλαια και χωρίς φορολογική δήλωση.

 

Επιστροφή κενών ακινήτων στην αγορά λόγω των φορολογικών κινήτρων, όπως η τριετής απαλλαγή από φόρο και οι εκπτώσεις για εργασίες ανακαίνισης.

 

Μεταφορά μέρους των κατοικιών από τη βραχυχρόνια στη μακροχρόνια μίσθωση.

 

Παράγοντες της αγοράς εκτιμούν επίσης ότι η υποχρεωτική καταβολή ενοικίων μέσω τραπεζικού συστήματος και η εντατικοποίηση των φορολογικών διασταυρώσεων έχουν ωθήσει περισσότερους ιδιοκτήτες να δηλώνουν μεγαλύτερο μέρος των πραγματικών εισοδημάτων τους.

 

Το βασικό συμπέρασμα

 

Παρότι καταγράφεται πρόοδος στη δήλωση μισθωμάτων και στην καταγραφή περισσότερων ενοικιαζόμενων κατοικιών, τα στοιχεία υποδηλώνουν ότι η υποδήλωση ενοικίων παραμένει εκτεταμένη. Η μεγάλη απόσταση μεταξύ των δηλωμένων μέσων ενοικίων και των πραγματικών τιμών της αγοράς αποτελεί ισχυρή ένδειξη ότι σημαντικό μέρος της οικονομικής δραστηριότητας στον τομέα των ακινήτων εξακολουθεί να κινείται εκτός πλήρους φορολογικής καταγραφής.

 

Την ίδια στιγμή, η συνεχιζόμενη άνοδος των ενοικίων επιβαρύνει ολοένα περισσότερο τα νοικοκυριά, καθιστώντας τη στεγαστική προσιτότητα ένα από τα σημαντικότερα κοινωνικά και οικονομικά ζητήματα της χώρας.

 

                                 

 

Στέγαση: Η Ελλάδα στις ακριβότερες χώρες της ΕΕ σε σχέση με τα εισοδήματα

 

Η πρόσβαση σε αξιοπρεπή κατοικία εξακολουθεί να αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες οικονομικές προκλήσεις για τα ελληνικά νοικοκυριά. Σύμφωνα με στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ένα νέο ζευγάρι στην Ελλάδα, το οποίο βρίσκεται στα πρώτα χρόνια της επαγγελματικής του πορείας και επιθυμεί να ενοικιάσει μια κατοικία περίπου 100 τετραγωνικών μέτρων σε καλή περιοχή της Αθήνας, χρειαζόταν το 2025 να διαθέσει σχεδόν το 65% του μηνιαίου εισοδήματός του για την κάλυψη του ενοικίου.

 

Η επίδοση αυτή κατατάσσει την Ελλάδα στην τρίτη θέση μεταξύ των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως προς το κόστος στέγασης σε σχέση με το διαθέσιμο εισόδημα. Υψηλότερα ποσοστά καταγράφονται μόνο στην Ουγγαρία, όπου το αντίστοιχο κόστος μπορεί να φτάσει έως και το 80% του εισοδήματος, και στην Πορτογαλία, όπου προσεγγίζει το 75%.

 

Στον αντίποδα βρίσκονται η Αυστρία και η Κύπρος, όπου το κόστος ενοικίασης αντιστοιχεί περίπου στο 20% του μηνιαίου εισοδήματος των νοικοκυριών.

 

Τα εισοδήματα αυξάνονται, αλλά τα ενοίκια τρέχουν ταχύτερα

 

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής, το μέσο ισοδύναμο διαθέσιμο ατομικό εισόδημα ανήλθε το 2025 στα 13.381 ευρώ, παρουσιάζοντας αύξηση 8% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος.

 

Ωστόσο, η βελτίωση αυτή δεν ήταν αρκετή για να αντισταθμίσει τη συνεχιζόμενη άνοδο των ενοικίων, τα οποία αυξήθηκαν κατά μέσο όρο περισσότερο από 8,5% μέσα στην ίδια περίοδο. Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο δύσκολη στην περίπτωση νεόδμητων ή σχετικά νέων κατοικιών, όπου οι απαιτούμενες δαπάνες στέγασης αυξάνονται αισθητά περισσότερο.

 

Ακόμη και για νοικοκυριά μεγαλύτερης ηλικίας, με πιο σταθερά εισοδήματα και αναζήτηση μεγαλύτερων κατοικιών, η κατάσταση παραμένει πιεστική, καθώς η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις ακριβότερες ευρωπαϊκές χώρες όσον αφορά τη στέγαση στα μεγάλα αστικά κέντρα.

 

Η Ελλάδα δεύτερη ακριβότερη για τα χαμηλά και μεσαία εισοδήματα

 

Στοιχεία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας που συζητήθηκαν και στο πλαίσιο του Eurogroup δείχνουν ότι το κόστος στέγασης απορροφά περίπου το 30% του διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών με μεσαία εισοδήματα.

 

Για τα νοικοκυριά χαμηλού εισοδήματος, τα οποία συνήθως αναζητούν παλαιότερες κατοικίες, το ποσοστό αυτό φτάνει περίπου το 35%.

 

Με βάση τα δεδομένα αυτά, η Ελλάδα κατατάσσεται στη δεύτερη θέση της Ευρώπης, πίσω μόνο από την Ιρλανδία. Ακολουθούν χώρες όπως η Φινλανδία και η Ολλανδία, οι οποίες όμως διαθέτουν σημαντικά υψηλότερα επίπεδα εισοδήματος σε σύγκριση με την ελληνική οικονομία.

 

Η Κομισιόν απορρίπτει επιδόματα και πλαφόν στα ενοίκια

 

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εμφανίζεται επιφυλακτική απέναντι σε πολιτικές όπως τα επιδόματα στέγασης, οι φορολογικές ελαφρύνσεις ή οι επιδοτήσεις επιτοκίων στεγαστικών δανείων.

 

Σύμφωνα με την ανάλυσή της, τα μέτρα αυτά ενισχύουν μόνο προσωρινά την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών χωρίς να αντιμετωπίζουν τη βασική αιτία του προβλήματος, που είναι η ανεπαρκής προσφορά κατοικιών.

 

Ειδικά για τις επιδοτήσεις στεγαστικών δανείων, η Επιτροπή επισημαίνει ότι διευκολύνουν τα νοικοκυριά να δανειστούν περισσότερα χρήματα, αυξάνοντας τελικά τη ζήτηση και συμβάλλοντας σε περαιτέρω άνοδο των τιμών.

 

Παράλληλα, απορρίπτει και την επιβολή ανώτατων ορίων στα ενοίκια, εκτιμώντας ότι παρότι προσφέρουν βραχυπρόθεσμη ανακούφιση στους ενοικιαστές, περιορίζουν τα κίνητρα επένδυσης στην αγορά κατοικίας και αποθαρρύνουν την προσφορά νέων ακινήτων προς μίσθωση.

 

Έμφαση στην αύξηση της προσφοράς κατοικιών

 

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θεωρεί ότι η αντιμετώπιση της στεγαστικής κρίσης πρέπει να βασιστεί κυρίως στην ενίσχυση της προσφοράς.

 

Στο πλαίσιο αυτό προτείνει:

 

Δημόσιες επενδύσεις για την αναβάθμιση υποβαθμισμένων περιοχών των μεγάλων πόλεων.

 

Στοχευμένα προγράμματα κατασκευής και ανακαίνισης κατοικιών.

 

Επέκταση της κοινωνικής και δημόσιας στέγασης για ευάλωτες κοινωνικές ομάδες.

 

Απλοποίηση του θεσμικού πλαισίου για την οικοδομική δραστηριότητα.

 

Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στις αλλαγές που αφορούν τον οικοδομικό κανονισμό, τον πολεοδομικό και χωροταξικό σχεδιασμό, τις χρήσεις γης και τις διαδικασίες έκδοσης οικοδομικών αδειών, με στόχο την ταχύτερη ανάπτυξη νέων κατοικιών.

 

Παράλληλα, προτείνονται μεταρρυθμίσεις που θα μειώσουν περιορισμούς στα επαγγέλματα των μηχανικών και των αρχιτεκτόνων, καθώς και προγράμματα επανεκπαίδευσης εργαζομένων στον κατασκευαστικό κλάδο, ώστε οι νέες κατοικίες να είναι πιο ενεργειακά αποδοτικές και περιβαλλοντικά βιώσιμες.

 

Η βασική θέση της Επιτροπής είναι ότι η αύξηση του διαθέσιμου αποθέματος κατοικιών αποτελεί τη μόνη μακροπρόθεσμα αποτελεσματική λύση για τη σταθεροποίηση των τιμών και τη βελτίωση της πρόσβασης των πολιτών στη στέγαση.

 
 

 

 

     

 

Παλαιότερα Σχόλια

 
 

Αποποίηση Ευθύνης.... 

© 2016-2026 Greek Finance Forum