| Ειδήσεις | Ο Κυνηγός | Λεωφόρος Αθηνών | "Κουλου - Βάχατα" | +/- | "Μας ακούνε" | Fundamentalist | Marx - Soros |

 

"Kουλου-βάχατα"

Σχόλια για τα πάντα ……. Η φράση “Κουλου – βάχατα” προέρχεται από την αντίστοιχη αραβική «κούλου ουάχαντ» που σημαίνει «όλα μαζί ένα».

Επικοινωνήστε μαζί μας

 

 

00:01 - 14/09/26

                               

 

Ελλάδα ή Βουλγαρία: Πού είναι τελικά φθηνότερη η ζωή;

 

Με την υιοθέτηση του ευρώ από τη Βουλγαρία τον Ιανουάριο του 2026, Ελλάδα και Βουλγαρία βρίσκονται πλέον για πρώτη φορά στην ιστορία τους μέσα στο ίδιο νομισματικό πλαίσιο. Οι πολίτες των δύο χωρών πληρώνονται και πραγματοποιούν τις καθημερινές τους συναλλαγές στο ίδιο νόμισμα, γεγονός που κάνει τη σύγκριση του κόστους ζωής ακόμη πιο άμεση.

 

Στη Βουλγαρία, η μετάβαση στο ευρώ έφερε τις τιμές στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης. Στην Ελλάδα, από την άλλη πλευρά, το κόστος ζωής εξακολουθεί να αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα για τα νοικοκυριά, μετά και την πολυετή οικονομική κρίση και τις πρόσφατες διεθνείς αναταράξεις.

 

Η πρώτη και πιο εύκολη απάντηση στο ερώτημα «πού είναι φθηνότερη η ζωή;» είναι προφανώς η Βουλγαρία. Οι τιμές είναι χαμηλότερες και, παρά την ταχεία σύγκλιση των τελευταίων ετών, οι μισθοί παραμένουν επίσης χαμηλότεροι.

 

Η πραγματικότητα, όμως, είναι πιο σύνθετη.

 

Τις τελευταίες τρεις δεκαετίες, η Βουλγαρία έχει μειώσει θεαματικά την απόσταση από την Ελλάδα. Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ, οι μισθοί και η απασχόληση αυξήθηκαν με πολύ ταχύτερους ρυθμούς, ενώ η Ελλάδα βίωσε μία από τις βαθύτερες οικονομικές κρίσεις της σύγχρονης ιστορίας της. Έτσι, η οικονομική διαφορά μεταξύ των δύο χωρών είναι σήμερα πολύ μικρότερη από ό,τι πριν από μία γενιά.

 

Η σύγκριση εισοδημάτων, απασχόλησης, κατοικίας, ενέργειας, καυσίμων και βασικών καταναλωτικών προϊόντων οδηγεί σε ένα ενδιαφέρον συμπέρασμα: η Βουλγαρία εξακολουθεί να είναι φθηνότερη, αλλά το πλεονέκτημά της δεν είναι ίδιο σε όλες τις κατηγορίες δαπανών και δεν μεταφράζεται αυτόματα σε αντίστοιχα μεγαλύτερη αγοραστική δύναμη.

 

Η μεγάλη οικονομική σύγκλιση Ελλάδας και Βουλγαρίας

 

Η εικόνα της τελευταίας 30ετίας είναι εντυπωσιακή.

 

Το 1995, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ ξεπερνούσε τα 8.000 ευρώ στην Ελλάδα, ενώ στη Βουλγαρία ήταν κάτω από 2.000 ευρώ. Η ελληνική οικονομία ήταν τότε πάνω από τέσσερις φορές μεγαλύτερη σε όρους κατά κεφαλήν παραγωγής.

 

Το 2025, η εικόνα είχε αλλάξει σημαντικά. Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ διαμορφώθηκε περίπου στα 23.944 ευρώ στην Ελλάδα και στα 18.023 ευρώ στη Βουλγαρία. Η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται μπροστά, αλλά πλέον η διαφορά είναι περίπου 33%.

 

Η εξέλιξη αυτή οφείλεται σε δύο διαφορετικές πορείες. Η Βουλγαρία συνέχισε να αναπτύσσεται με υψηλούς ρυθμούς, ενώ η Ελλάδα έχασε πολλά χρόνια ανάπτυξης λόγω της οικονομικής κρίσης. Η ελληνική οικονομία συρρικνώθηκε περίπου κατά ένα τέταρτο και χρειάστηκε περισσότερο από μία δεκαετία για να επιστρέψει, σε πραγματικούς όρους, στα επίπεδα του 2008.

 

Αν όμως η σύγκριση γίνει με βάση την αγοραστική δύναμη και όχι απλώς το ποσό σε ευρώ, η απόσταση περιορίζεται ακόμη περισσότερο. Το 1995 το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Βουλγαρίας σε όρους αγοραστικής δύναμης ήταν περίπου το μισό της Ελλάδας. Το 2025 οι δύο χώρες είχαν πλέον προσεγγίσει σημαντικά η μία την άλλη.

 

Το συμπέρασμα είναι σαφές: η Βουλγαρία έχει συγκλίνει πολύ ταχύτερα από ό,τι δείχνει μια απλή σύγκριση των ονομαστικών εισοδημάτων.

 

                                       

 

Ο κατώτατος μισθός: από 16 φορές χαμηλότερος σε 40%

 

Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η πορεία του κατώτατου μισθού.

 

Το 1999 ο κατώτατος μισθός στην Ελλάδα ήταν περίπου 505 ευρώ τον μήνα, έναντι μόλις 31 ευρώ στη Βουλγαρία. Ο ελληνικός

 

κατώτατος μισθός ήταν τότε πάνω από 16 φορές υψηλότερος.

 

Στις αρχές του 2026, η εικόνα είχε αλλάξει δραματικά. Ο κατώτατος μισθός έφθανε τα 1.027 ευρώ στην Ελλάδα και τα 620 ευρώ στη Βουλγαρία. Ο βουλγαρικός κατώτατος μισθός αντιστοιχεί πλέον περίπου στο 60% του ελληνικού.

 

Η σύγκριση σε όρους αγοραστικής δύναμης είναι ακόμη πιο εντυπωσιακή. Το 1999 ο κατώτατος μισθός στη Βουλγαρία αντιστοιχούσε μόλις στο 14% της αγοραστικής δύναμης του ελληνικού. Το 2026 το ποσοστό είχε ανέβει περίπου στο 84%.

 

Με άλλα λόγια, η απόσταση που κάποτε ήταν τεράστια έχει πλέον περιοριστεί δραστικά.

 

Υπάρχει, πάντως, μία ιδιαιτερότητα στην ελληνική περίπτωση: τα 1.027 ευρώ της Eurostat προκύπτουν σε δωδεκάμηνη βάση, καθώς οι ελληνικές αποδοχές καταβάλλονται σε 14 μισθούς. Το ποσό δεν αντιστοιχεί επομένως στο μηνιαίο ποσό που βλέπει ο εργαζόμενος στην πράξη.

 

Ο μέσος μισθός πλησιάζει ακόμη περισσότερο

 

Στον μέσο μισθό η σύγκλιση είναι ακόμη μεγαλύτερη.

 

Το 2001, ο μέσος ετήσιος μισθός ήταν μόλις 1.919 ευρώ στη Βουλγαρία, έναντι 13.441 ευρώ στην Ελλάδα. Η Ελλάδα είχε τότε σχεδόν επταπλάσιο μέσο μισθό.

 

Το 2024, ο μέσος προσαρμοσμένος μισθός πλήρους απασχόλησης είχε φθάσει περίπου στα 15.387 ευρώ στη Βουλγαρία και στα 17.954 ευρώ στην Ελλάδα.

 

Η διαφορά πλέον είναι μόλις περίπου 2.600 ευρώ τον χρόνο ή 17%.

 

Η μεταβολή είναι εντυπωσιακή. Από το 2001 ο μέσος μισθός στη Βουλγαρία αυξήθηκε πάνω από οκτώ φορές. Στην Ελλάδα η αύξηση ήταν πολύ πιο περιορισμένη, καθώς η οικονομική κρίση προκάλεσε μεγάλη συρρίκνωση των μισθών.

 

Το διαθέσιμο εισόδημα ακολούθησε ανάλογη πορεία. Στη Βουλγαρία αυξήθηκε από 9.552 ευρώ το 2014 σε 15.089 ευρώ το 2022, ενώ στην Ελλάδα από 13.934 σε 17.940 ευρώ.

 

Έτσι, η διαφορά μειώθηκε από περίπου 4.400 ευρώ το 2014 σε λιγότερα από 2.900 ευρώ το 2022.

 

Η Βουλγαρία έχει περισσότερους εργαζομένους

 

Η σύγκλιση δεν οφείλεται μόνο στην αύξηση των μισθών.

 

Η Βουλγαρία έχει και υψηλότερη απασχόληση και πολύ χαμηλότερη ανεργία.

 

Στις αρχές του 2009, το ποσοστό απασχόλησης στις ηλικίες 20–64 ετών ήταν 69,9% στη Βουλγαρία και 65,8% στην Ελλάδα.

 

Η οικονομική κρίση διεύρυνε δραματικά τη διαφορά. Στο δεύτερο τρίμηνο του 2013, η απασχόληση είχε υποχωρήσει στο 62,9% στη Βουλγαρία και μόλις στο 52,6% στην Ελλάδα.

 

Η βουλγαρική αγορά εργασίας ανέκαμψε ταχύτερα. Το 2019 η απασχόληση είχε φτάσει το 75,1%,

 έναντι μόλις 60,8% στην Ελλάδα.

 

Μέχρι το πρώτο τρίμηνο του 2026, το ποσοστό είχε ανέβει στο 77% στη Βουλγαρία και περίπου 71,7% στην Ελλάδα.

 

Η Ελλάδα έχει καλύψει σημαντικό μέρος της διαφοράς, αλλά η Βουλγαρία εξακολουθεί να προηγείται.

 

Ακόμη μεγαλύτερη είναι η απόσταση στην ανεργία. Το 2025 διαμορφώθηκε στο 2,9% στη Βουλγαρία έναντι 8,1% στην Ελλάδα.

 

Αυτό σημαίνει ότι η βουλγαρική σύγκλιση δεν προέρχεται μόνο από υψηλότερες αποδοχές. Περισσότεροι άνθρωποι εργάζονται και ένα μεγαλύτερο ποσοστό του πληθυσμού συμμετέχει στην παραγωγική διαδικασία.

 

Στέγαση: το μεγάλο πλεονέκτημα της Βουλγαρίας

 

Στη στέγαση οι διαφορές είναι ιδιαίτερα μεγάλες.

 

Το 2025, το 86,1% των Βούλγαρων ζούσε σε ιδιόκτητη κατοικία, έναντι 69,4% των Ελλήνων.

 

Αντίστοιχα, περίπου ένας στους επτά κατοίκους της Βουλγαρίας νοίκιαζε κατοικία, έναντι περίπου τριών στους δέκα στην Ελλάδα.

 

Ακόμη μεγαλύτερη είναι η διαφορά στα στεγαστικά δάνεια. Μόλις 1,7% του πληθυσμού στη Βουλγαρία κατοικεί σε ιδιόκτητη κατοικία με εκκρεμές στεγαστικό δάνειο, έναντι 8,9% στην Ελλάδα.

 

Συνολικά, περίπου 37,2% του ελληνικού πληθυσμού επιβαρύνεται με ενοίκιο ή στεγαστικό δάνειο, έναντι μόλις 15,7% στη Βουλγαρία.

 

Η εικόνα αλλάζει όταν εξετάσουμε τις τιμές των ενοικίων στις δύο πρωτεύουσες.

 

Το 2025, ένα συγκρίσιμο διαμέρισμα ενός υπνοδωματίου κόστιζε περίπου 1.150 ευρώ τον μήνα στην Αθήνα, έναντι 650 ευρώ στη Σόφια.

 

Για δύο υπνοδωμάτια, οι αντίστοιχες τιμές ήταν 1.500 και 900 ευρώ, ενώ για τρία υπνοδωμάτια 2.300 και 1.300 ευρώ.

 

Με άλλα λόγια, τα συγκρίσιμα ενοίκια στην Αθήνα ήταν περίπου 1,7 έως 1,8 φορές υψηλότερα από εκείνα στη Σόφια.

 

Ωστόσο, η Σόφια δεν παραμένει φθηνή όπως στο παρελθόν.

 

Το 2013, ένα διαμέρισμα ενός υπνοδωματίου κόστιζε περίπου 270 ευρώ τον μήνα. Μέχρι το 2025 είχε φτάσει τα 650 ευρώ, καταγράφοντας αύξηση 141%.

 

Στην Αθήνα, το αντίστοιχο ενοίκιο αυξήθηκε από 560 σε 1.150 ευρώ, δηλαδή κατά 105%.

 

Άρα, η Σόφια εξακολουθεί να είναι σαφώς φθηνότερη από την Αθήνα, αλλά η αύξηση των ενοικίων στη βουλγαρική πρωτεύουσα ήταν ταχύτερη.

 

Το ρεύμα είναι πολύ ακριβότερο στην Ελλάδα

 

Στην ενέργεια, το ελληνικό μειονέκτημα είναι ακόμη πιο έντονο.

 

Το δεύτερο εξάμηνο του 2025, η τελική τιμή ηλεκτρικής ενέργειας για τα νοικοκυριά ήταν 0,238 ευρώ ανά kWh στην Ελλάδα, έναντι μόλις 0,136 ευρώ στη Βουλγαρία.

 

Το ελληνικό ρεύμα ήταν επομένως περίπου 75% ακριβότερο.

 

Ακόμη και χωρίς φόρους και επιβαρύνσεις, η διαφορά παρέμενε σχεδόν ίδια: 0,195 ευρώ/kWh στην Ελλάδα έναντι 0,113 ευρώ στη Βουλγαρία, δηλαδή περίπου 73% υψηλότερη τιμή.

 

Για ένα νοικοκυριό με κατανάλωση 3.500 kWh ετησίως, η διαφορά μεταφράζεται σε περίπου 832 ευρώ ετήσιο κόστος στην Ελλάδα έναντι 474 ευρώ στη Βουλγαρία.

 

Οι φόροι αντιστοιχούν περίπου στο 17%–18% της τελικής τιμής και στις δύο χώρες.

 

                                 

 

Η Ελλάδα είναι περίπου 40% ακριβότερη συνολικά

 

Η γενική εικόνα των τιμών επιβεβαιώνει το πλεονέκτημα της Βουλγαρίας.

 

Με βάση τον δείκτη επιπέδου τιμών της Eurostat, όπου ο μέσος όρος της ΕΕ ισούται με 100, το 2025 η Ελλάδα βρισκόταν περίπου στο 84, ενώ η Βουλγαρία στο 60.

 

Ένα υποθετικό καλάθι αγαθών και υπηρεσιών αξίας 100 ευρώ στον μέσο όρο της ΕΕ θα κόστιζε περίπου 84 ευρώ στην Ελλάδα και μόλις 60 ευρώ στη Βουλγαρία.

 

Με βάση αυτή τη μέτρηση, το συνολικό επίπεδο τιμών στην Ελλάδα είναι περίπου 40% υψηλότερο.

 

Όμως η διαφορά αλλάζει δραματικά ανάλογα με το τι αγοράζει κανείς.

 

Κατηγορία

Ελλάδα

Βουλγαρία

Ελλάδα ακριβότερη

Πραγματική ατομική κατανάλωση

84

60

40%

Τρόφιμα και μη αλκοολούχα

105

93

14%

Ένδυση και υπόδηση

94

78

21%

Στέγαση και ενέργεια

77

41

89%

Οικιακός εξοπλισμός

92

78

18%

Υγεία

84

47

79%

Μεταφορές

89

70

28%

Πληροφόρηση και επικοινωνία

127

101

26%

Αναψυχή, αθλητισμός και πολιτισμός

83

66

26%

Εκπαίδευση

53

63

-15%

Εστιατόρια και διαμονή

86

56

55%

 

Η μεγάλη διαφορά βρίσκεται κυρίως στις υπηρεσίες και στις δαπάνες που εξαρτώνται από την τοπική οικονομία.

 

Στη στέγαση και την ενέργεια, για παράδειγμα, ο δείκτης είναι 77 στην Ελλάδα και 41 στη Βουλγαρία. Στην υγεία είναι 84 έναντι 47 και στα εστιατόρια και τις υπηρεσίες διαμονής 86 έναντι 56.

 

Αντίθετα, στα τρόφιμα η απόσταση είναι μόλις 14%, ενώ στην ένδυση 21%.

 

Ο λόγος είναι απλός: ένα κούρεμα ή ένα ενοίκιο εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τους τοπικούς μισθούς και την αγορά ακινήτων. Ένα ηλεκτρονικό προϊόν, ένα αυτοκίνητο ή ένα εισαγόμενο προϊόν επηρεάζεται πολύ περισσότερο από τις διεθνείς τιμές.

 

Το παράδοξο των τροφίμων

 

Στα τρόφιμα η εικόνα είναι πολύ πιο ισορροπημένη από ό,τι θα περίμενε κανείς.

 

Ο δείκτης τιμών τροφίμων βρίσκεται στο 105 στην Ελλάδα και στο 93 στη Βουλγαρία. Δηλαδή, η Ελλάδα είναι περίπου 14% ακριβότερη.

 

Αυτό σημαίνει επίσης ότι τα τρόφιμα στη Βουλγαρία δεν είναι τόσο φθηνά όσο υποδηλώνει το συνολικό επίπεδο τιμών της χώρας.

 

Η Ελλάδα βρίσκεται στο 84% του μέσου όρου της ΕΕ συνολικά, αλλά στα τρόφιμα φτάνει το 105%. Η Βουλγαρία βρίσκεται στο 60% συνολικά, αλλά στα τρόφιμα ανεβαίνει στο 93%.

 

Με άλλα λόγια, τα τρόφιμα είναι σχετικά ακριβά και στις δύο χώρες σε σχέση με το εισόδημα των νοικοκυριών.

 

Το καλάθι των 16 βασικών προϊόντων

 

Η σύγκριση πραγματικών τιμών από σούπερ μάρκετ τον Ιούνιο του 2026 δίνει ακόμη πιο ενδιαφέρουσα εικόνα.

 

Για ένα καλάθι 16 βασικών προϊόντων, η διάμεση συνολική τιμή διαμορφώθηκε στα 97,20 ευρώ στην Ελλάδα και 87 ευρώ στη Βουλγαρία.

 

Το ελληνικό καλάθι ήταν επομένως περίπου 11% ακριβότερο.

 

Η διαφορά όμως δεν κατανέμεται ομοιόμορφα.

 

Προϊόν

Ελλάδα

Βουλγαρία

Φθηνότερη χώρα

Γάλα 1 λίτρο

1,90€

1,70€

Βουλγαρία

Ψωμί 500 γρ.

1,70€

0,80€

Βουλγαρία

Ρύζι 1 κιλό

4,40€

2,50€

Βουλγαρία

Αυγά 12 τεμ.

6,90€

3,70€

Βουλγαρία

Τυρί 1 κιλό

16,10€

11,70€

Βουλγαρία

Φιλέτο κοτόπουλου 1 κιλό

15,30€

7,70€

Βουλγαρία

Χοιρινό 1 κιλό

6,50€

6,60€

Ελλάδα

Μήλα 1 κιλό

2,30€

2,00€

Βουλγαρία

Μπανάνες 1 κιλό

1,90€

2,00€

Ελλάδα

Καρπούζι 1 κιλό

1,20€

1,30€

Ελλάδα

Ντομάτες 1 κιλό

2,00€

3,10€

Ελλάδα

Πατάτες 1 κιλό

0,90€

1,50€

Ελλάδα

Κρεμμύδια 1 κιλό

1,00€

0,70€

Βουλγαρία

Ελαιόλαδο 1 λίτρο

8,10€

14,70€

Ελλάδα

Αλεσμένος καφές 1 κιλό

26,90€

26,60€

Βουλγαρία

Εμφιαλωμένο νερό 1,5 λίτρο

0,30€

0,60€

Ελλάδα

 

Στις διάμεσες τιμές, εννέα από τα 16 προϊόντα είναι φθηνότερα στη Βουλγαρία και επτά στην Ελλάδα.

 

Οι μεγαλύτερες διαφορές υπέρ της Βουλγαρίας εμφανίζονται στο ψωμί, το κοτόπουλο, τα αυγά και το ρύζι.

 

Το ψωμί 500 γραμμαρίων κοστίζει περίπου 0,81 ευρώ στη Βουλγαρία έναντι 1,68 ευρώ στην Ελλάδα. Το κοτόπουλο 7,66 έναντι 15,29 ευρώ και τα αυγά 3,65 έναντι 6,92 ευρώ.

 

Στον αντίποδα, η μεγαλύτερη διαφορά υπέρ της Ελλάδας καταγράφεται στο ελαιόλαδο: περίπου 8,06 ευρώ το λίτρο στην Ελλάδα έναντι 14,65 ευρώ στη Βουλγαρία.

 

Η Ελλάδα είναι επίσης φθηνότερη στις πατάτες, τις ντομάτες και το εμφιαλωμένο νερό, ενώ χοιρινό και καφές έχουν σχεδόν ίδια τιμή.

 

Όταν όμως μετρήσουμε τις τιμές σε σχέση με τους μισθούς

 

Εδώ βρίσκεται ίσως το σημαντικότερο σημείο της σύγκρισης.

 

Ο μέσος μηνιαίος μισθός πλήρους απασχόλησης ανέρχεται περίπου στα 1.496 ευρώ στην Ελλάδα και 1.282 ευρώ στη Βουλγαρία.

 

Επομένως, ένα προϊόν θα πρέπει να είναι τουλάχιστον 14% φθηνότερο στη Βουλγαρία για να αντισταθμίσει πλήρως τη διαφορά των μέσων μισθών.

 

Στο ψωμί, το κοτόπουλο, τα αυγά, το ρύζι, τα κρεμμύδια και το τυρί, η Βουλγαρία περνά αυτό το όριο.

 

                                 

 

Σε άλλα προϊόντα, όμως, το πλεονέκτημα εξαφανίζεται.

 

Το γάλα, για παράδειγμα, είναι φθηνότερο σε απόλυτη τιμή στη Βουλγαρία, αλλά σε σχέση με τον μέσο μισθό επιβαρύνει περισσότερο τον Βούλγαρο εργαζόμενο. Αντίστοιχα, η σχεδόν ίδια τιμή του καφέ σημαίνει ότι ο καφές είναι περίπου 15% ακριβότερος ως ποσοστό του μέσου βουλγαρικού μισθού.

 

Στα προϊόντα όπου η Ελλάδα είναι φθηνότερη, η διαφορά μεγαλώνει ακόμη περισσότερο όταν ληφθούν υπόψη οι μισθοί. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για το ελαιόλαδο, τις πατάτες, τις ντομάτες και το νερό.

 

Η εικόνα είναι ακόμη πιο δύσκολη για όσους αμείβονται με τον κατώτατο μισθό.

 

Με 1.027 ευρώ στην Ελλάδα έναντι 620 ευρώ στη Βουλγαρία, ένα προϊόν θα πρέπει να είναι πάνω από 40% φθηνότερο στη Βουλγαρία ώστε να αποτελεί μικρότερη επιβάρυνση για τον εργαζόμενο.

 

Έτσι, το γεγονός ότι ένα προϊόν είναι φθηνότερο στη Βουλγαρία δεν σημαίνει απαραίτητα ότι είναι και πιο προσιτό για έναν Βούλγαρο εργαζόμενο.

 

Καύσιμα: μικρότερη διαφορά από ό,τι δείχνει το γενικό επίπεδο τιμών

 

Στα καύσιμα, το πλεονέκτημα της Βουλγαρίας είναι μικρότερο.

 

Τον Ιούνιο του 2026, η βενζίνη κόστιζε περίπου 1,98 ευρώ το λίτρο στην Ελλάδα και 1,52 ευρώ στη Βουλγαρία, δηλαδή περίπου 30% περισσότερο στην Ελλάδα.

 

Στο πετρέλαιο κίνησης η διαφορά ήταν μόλις 7%, με 1,69 ευρώ το λίτρο στην Ελλάδα έναντι 1,58 ευρώ στη Βουλγαρία.

 

Για ένα ρεζερβουάρ 50 λίτρων diesel, το κόστος ανέρχεται περίπου στα 84,5 ευρώ στην Ελλάδα και στα 79 ευρώ στη Βουλγαρία.

 

Ως ποσοστό του μέσου μηνιαίου μισθού, όμως, το ίδιο γέμισμα αντιστοιχεί σε περίπου 5,6% του ελληνικού μισθού και 6,1% του βουλγαρικού.

 

Για ακόμη μία φορά, λοιπόν, η ονομαστική τιμή δεν λέει ολόκληρη την ιστορία.

 

Ελλάδα ή Βουλγαρία; Η απάντηση εξαρτάται από το πώς ζεις

 

Η συνολική εικόνα είναι πλέον αρκετά διαφορετική από εκείνη που υπήρχε πριν από 20 ή 30 χρόνια.

 

Η Ελλάδα παραμένει πλουσιότερη χώρα σε ονομαστικούς όρους, με υψηλότερο κατά κεφαλήν ΑΕΠ και υψηλότερους μέσους μισθούς. Η διαφορά, όμως, έχει περιοριστεί θεαματικά.

 

Η Βουλγαρία έχει πλέον πολύ υψηλότερους μισθούς, πολύ χαμηλότερη ανεργία και αισθητά υψηλότερη απασχόληση από ό,τι στο παρελθόν. Σε όρους αγοραστικής δύναμης, η απόσταση από την Ελλάδα είναι πολύ μικρότερη από ό,τι δείχνουν τα ποσά σε ευρώ.

 

Ταυτόχρονα, η Βουλγαρία εξακολουθεί να έχει σημαντικό πλεονέκτημα στο κόστος ζωής. Η κατοικία, πολλές υπηρεσίες, η ενέργεια και η εστίαση είναι σημαντικά φθηνότερες.

 

Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε προϊόν είναι φθηνότερο. Στα τρόφιμα, για παράδειγμα, η διαφορά είναι σχετικά περιορισμένη και σε αρκετές κατηγορίες η Ελλάδα είναι φθηνότερη.

 

Για έναν ιδιοκτήτη κατοικίας στη Σόφια, με μέσο βουλγαρικό μισθό, το χαμηλότερο κόστος ζωής μπορεί να δημιουργεί ένα σημαντικό πλεονέκτημα.

 

Για έναν νέο εργαζόμενο που νοικιάζει κατοικία και αμείβεται κοντά στον κατώτατο μισθό, η εικόνα είναι πολύ λιγότερο εντυπωσιακή. Η Σόφια μπορεί να παραμένει φθηνότερη από την Αθήνα, αλλά τα ενοίκια απορροφούν σημαντικό μέρος του εισοδήματος, ενώ πολλά προϊόντα που τιμολογούνται με βάση τις διεθνείς αγορές δεν είναι αναλογικά φθηνότερα.

 

Το βασικό συμπέρασμα είναι επομένως ότι η Βουλγαρία είναι φθηνότερη, αλλά δεν είναι πλέον «πάμφθηνη» σε σχέση με την Ελλάδα.

 

Η μεγάλη αλλαγή των τελευταίων δεκαετιών είναι ότι οι δύο οικονομίες έχουν έρθει πολύ πιο κοντά. Η Ελλάδα εξακολουθεί να έχει υψηλότερα εισοδήματα, αλλά η Βουλγαρία έχει μειώσει θεαματικά τη διαφορά. Και όταν συνυπολογιστούν οι τιμές, η απόσταση στην πραγματική αγοραστική δύναμη γίνεται ακόμη μικρότερη.

    

                                 

 

Η Ελλάδα θα επιστρέψει στα προ κρίσης επίπεδα το 2034 – Παρά την ανθεκτική ανάπτυξη

 

Αν και γενικά παρουσιάστηκε αρκετά από τα ΜΜΕ. Δε γίνεται να μη σταθούμε στην τελευταία ανάλυση της Eurobank. Η ελληνική οικονομία λοιπόν εξακολουθεί να αναπτύσσεται με ρυθμούς υψηλότερους από την Ευρωζώνη, όμως η απόσταση που χωρίζει το πραγματικό ΑΕΠ από τα προ κρίσης επίπεδα παραμένει μεγάλη.

 

Σύμφωνα με τη νέα ανάλυση της Eurobank «7 Ημέρες Οικονομία», το πραγματικό ΑΕΠ της Ελλάδας εξακολουθεί να βρίσκεται 13,6% χαμηλότερα από το ιστορικό υψηλό του β΄ τριμήνου του 2007.

 

Με βάση τους σημερινούς ρυθμούς ανάπτυξης, οι οικονομολόγοι της τράπεζας εκτιμούν ότι η ελληνική οικονομία θα χρειαστεί έως το α΄ τρίμηνο του 2034 για να επιστρέψει στα επίπεδα του 2007.

 

Το στοιχείο αυτό αποτυπώνει με χαρακτηριστικό τρόπο το μέγεθος της απώλειας που προκάλεσε η πολυετής ελληνική κρίση, αλλά και το γεγονός ότι ακόμη και μετά από αρκετά χρόνια ανάπτυξης, η πλήρης ανάκτηση του χαμένου εδάφους παραμένει μακρινός στόχος.

 

Η Ελλάδα συνεχίζει να υπεραποδίδει της Ευρωζώνης

 

Τα στοιχεία για το β΄ τρίμηνο του 2026 επιβεβαιώνουν πάντως την ανθεκτικότητα της οικονομίας.

 

Το πραγματικό ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 1,9% σε ετήσια βάση και κατά 0,3% σε τριμηνιαία βάση, έναντι ανάπτυξης μόλις 1,2% στην Ευρωζώνη.

 

Πρόκειται για το 20ό συνεχόμενο τρίμηνο κατά το οποίο η Ελλάδα καταγράφει υψηλότερο ρυθμό ανάπτυξης από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, αν και η διαφορά έχει περιοριστεί σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια και το α΄ τρίμηνο του 2026.

 

Η επίδοση αυτή κατατάσσει την Ελλάδα στην 9η υψηλότερη θέση μεταξύ των οικονομιών της Ευρωζώνης.

 

Βασικοί πυλώνες της ανάπτυξης παραμένουν η ανθεκτική ιδιωτική κατανάλωση και οι επενδύσεις, οι οποίες εξακολουθούν να ενισχύονται σημαντικά από τους πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης.

 

Οι προβλέψεις των μεγάλων διεθνών οργανισμών κινούνται κοντά σε αυτά τα επίπεδα:

 

Οργανισμός

2026

2027

Ευρωπαϊκή Επιτροπή

1,8%

1,6%

ΔΝΤ

1,9%

1,4%

ΟΟΣΑ

1,9%

2,0%

 

Σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα, ωστόσο, η Eurobank εκτιμά ότι ο ρυθμός ανάπτυξης του πραγματικού ΑΕΠ δύσκολα θα υπερβαίνει κατά μέσο όρο το 1,5%.

 

Η μεγάλη πρόκληση μετά το Ταμείο Ανάκαμψης

 

Το γεγονός ότι η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να αναπτύσσεται με ρυθμούς υψηλότερους από την Ευρωζώνη δεν σημαίνει ότι απουσιάζουν οι κίνδυνοι.

 

Οι γεωπολιτικές εντάσεις, η αβεβαιότητα στις διεθνείς αγορές, τα υψηλότερα επιτόκια και κυρίως ο επίμονος πληθωρισμός που συνδέεται με το ενεργειακό κόστος αποτελούν σημαντικούς καθοδικούς κινδύνους για την ανάπτυξη των επόμενων τριμήνων.

 

Σε αυτό το περιβάλλον, η Eurobank θεωρεί κρίσιμη την επιτάχυνση της υλοποίησης των επενδύσεων του Ταμείου Ανάκαμψης, το οποίο λειτουργεί ως σημαντικό αντικυκλικό στήριγμα.

 

Το μεγάλο στοίχημα, όμως, βρίσκεται στην περίοδο μετά την ολοκλήρωση του Ταμείου.

 

Η προσέλκυση περισσότερων και κυρίως ποιοτικότερων ιδιωτικών επενδύσεων, μέσω διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, θα πρέπει να αποτελέσει βασική προτεραιότητα της οικονομικής πολιτικής.

 

Παράλληλα, απαιτούνται πρόσθετες παρεμβάσεις για τη διατηρήσιμη αύξηση της παραγωγικότητας και τη μείωση της επίμονης ελλειμματικότητας του εξωτερικού ισοζυγίου.

 

Αλλάζει σταδιακά η παραγωγική σύνθεση της οικονομίας

 

Τα στοιχεία για την Ακαθάριστη Προστιθέμενη Αξία δείχνουν ότι πίσω από τους συνολικούς ρυθμούς ανάπτυξης συντελούνται σημαντικές αλλαγές στην κλαδική σύνθεση της ελληνικής οικονομίας.

 

Η ΑΠΑ αυξήθηκε κατά 1,5% σε ετήσια βάση το β΄ τρίμηνο του 2026, έναντι 1,7% το α΄ τρίμηνο.

 

Σε τριμηνιαία βάση, όμως, η εικόνα ήταν σαφώς καλύτερη, καθώς η αύξηση έφτασε το 0,5%, έναντι μόλις 0,1% το προηγούμενο τρίμηνο.

 

Η Eurobank επισημαίνει σημαντικές αποκλίσεις μεταξύ των επιμέρους κλάδων.

 

Οι κατασκευές, οι χρηματοπιστωτικές δραστηριότητες, η ενημέρωση και επικοινωνία και άλλες υπηρεσίες εξακολουθούν να εμφανίζουν ισχυρή δυναμική.

 

Αντίθετα, μεγαλύτερη αδυναμία καταγράφεται στον ευρύτερο κλάδο του εμπορίου, των μεταφορών, των καταλυμάτων και της εστίασης.

 

Σε σύγκριση με την προ κρίσης περίοδο, η οικονομία εμφανίζει πλέον διαφορετική κλαδική ισορροπία.

 

Το σχετικό βάρος των κατασκευών έχει μειωθεί σημαντικά, ενώ έχουν ενισχυθεί η διαχείριση ακίνητης περιουσίας, οι χρηματοπιστωτικές δραστηριότητες και ορισμένες υπηρεσίες υψηλότερης έντασης γνώσης.

 

Η βιομηχανία και ο ευρύτερος κλάδος εμπορίου, μεταφορών, τουρισμού και εστίασης διατηρούν, αντίθετα, συνολικά παρόμοιο βάρος με εκείνο της προ κρίσης περιόδου.

 

Η αλλαγή αυτή δείχνει ότι η ελληνική οικονομία έχει μετασχηματιστεί σημαντικά, χωρίς όμως να έχει ανατραπεί πλήρως ο βασικός παραγωγικός της χαρακτήρας.

 

Ιδιαίτερα χαρακτηριστική είναι η περίπτωση των κατασκευών: η σημερινή εντυπωσιακή ανάπτυξη του κλάδου ξεκινά από μια πολύ χαμηλότερη βάση σε σχέση με την περίοδο πριν από την κρίση.

 

Τι σημαίνουν τα μέτρα της ΔΕΘ για την ανάπτυξη

 

Σημαντικό μέρος της νέας ανάλυσης της Eurobank αφορά και το πακέτο οικονομικών μέτρων που ανακοινώθηκε στη ΔΕΘ.

 

Οι παρεμβάσεις επικεντρώνονται κυρίως στην ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος, στη μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης συγκεκριμένων ομάδων, αλλά και στη στήριξη της στέγασης, της επιχειρηματικότητας και των επενδύσεων.

 

Αφορούν μεταξύ άλλων μισθωτούς, συνταξιούχους, οικογένειες με παιδιά, ελεύθερους επαγγελματίες, αγρότες και επιχειρήσεις, ενώ περιλαμβάνονται επίσης μέτρα για την κατοικία και το ενεργειακό κόστος.

 

Το δημοσιονομικό κόστος των νέων μέτρων που δεν έχουν ακόμη θεσμοθετηθεί υπολογίζεται σε 605 εκατ. ευρώ το 2026 και 2,2 δισ. ευρώ το 2027.

 

Παράλληλα, μέτρα που έχουν ήδη θεσμοθετηθεί αλλά δεν έχουν ακόμη αποδώσει πλήρως συνεπάγονται πρόσθετο κόστος 940 εκατ. ευρώ το 2026 και 2,8 δισ. ευρώ το 2027.

 

Έτσι, το συνολικό ετήσιο δημοσιονομικό κόστος των παρεμβάσεων που θα αρχίσουν ή θα συνεχίσουν να επηρεάζουν την οικονομία φτάνει περίπου τα 5 δισ. ευρώ το 2027.

 

Η Eurobank υπογραμμίζει, ωστόσο, ότι το ποσό αυτό δεν θα πρέπει να θεωρηθεί εξ ολοκλήρου ως νέα δημοσιονομική επέκταση, καθώς σημαντικό μέρος των μέτρων έχει ήδη αποφασιστεί και σε ορισμένες περιπτώσεις έχει ενσωματωθεί στον δημοσιονομικό σχεδιασμό.

 

Έως 0,45 μονάδες πιθανή ώθηση στο ΑΕΠ

 

Η επίδραση των μέτρων στην ανάπτυξη θα εξαρτηθεί κυρίως από το είδος των παρεμβάσεων και τον χρόνο κατά τον οποίο θα εφαρμοστούν.

 

Τα μέτρα που αυξάνουν άμεσα το διαθέσιμο εισόδημα αναμένεται να ενισχύσουν κυρίως την ιδιωτική κατανάλωση.

 

Αντίθετα, οι παρεμβάσεις που αφορούν επιχειρήσεις, επενδύσεις και στέγαση μπορούν να λειτουργήσουν περισσότερο μέσω της αύξησης της ρευστότητας, της χρηματοδότησης και των επενδυτικών δαπανών.

 

Ενδεικτικά, εάν στα νέα μέτρα ύψους 2,2 δισ. ευρώ εφαρμοστεί ένας βραχυπρόθεσμος δημοσιονομικός πολλαπλασιαστής μεταξύ 0,35 και 0,65, η δυνητική επίδραση στον ρυθμό αύξησης του πραγματικού ΑΕΠ το 2027 θα μπορούσε να διαμορφωθεί περίπου στις 0,25-0,45 ποσοστιαίες μονάδες, με κεντρική εκτίμηση γύρω στις 0,35 μονάδες.

 

Ωστόσο, η πραγματική πρόσθετη επίδραση μπορεί να είναι μικρότερη, καθώς μέρος των μέτρων έχει ήδη ενσωματωθεί στις υφιστάμενες οικονομικές προβλέψεις.

 

Το πραγματικό στοίχημα είναι η επόμενη δεκαετία

 

Η εικόνα που προκύπτει από την ανάλυση της Eurobank είναι επομένως διττή.

 

Από τη μία πλευρά, η ελληνική οικονομία αποδεικνύεται ανθεκτική, υπεραποδίδει της Ευρωζώνης για 20 συνεχόμενα τρίμηνα, προσελκύει επενδύσεις και μετασχηματίζει σταδιακά την παραγωγική της βάση.

 

Από την άλλη, 13,6% του πραγματικού ΑΕΠ παραμένει ακόμη χαμένο έδαφος σε σχέση με το υψηλό του 2007.

 

Και με τους σημερινούς ρυθμούς ανάπτυξης, η πλήρης επιστροφή στα προ κρίσης επίπεδα μετατίθεται στο 2034.

 

Το μεγάλο στοίχημα, επομένως, δεν είναι μόνο να διατηρηθεί η ανάπτυξη τα επόμενα δύο χρόνια, αλλά να αυξηθεί ο μακροπρόθεσμος ρυθμός της ελληνικής οικονομίας πάνω από το 1,5%.

 

Χωρίς υψηλότερη παραγωγικότητα, περισσότερες ιδιωτικές επενδύσεις και βελτίωση της εξωτερικής ανταγωνιστικότητας, η Ελλάδα κινδυνεύει να συνεχίσει να αναπτύσσεται μεν, αλλά με ρυθμούς που θα χρειάζονται δεκαετίες για να κλείσουν πλήρως την απόσταση από το επίπεδο της προ κρίσης οικονομίας.

 
 

 

 

     

 

Παλαιότερα Σχόλια

 
 

Αποποίηση Ευθύνης.... 

© 2016-2026 Greek Finance Forum