|
00:01 -
15/06/26 |
|
|
|
|
|

Στέγαση και ανισότητες στην Ελλάδα: το αυξανόμενο κόστος που
περιορίζει αποταμίευση και ιδιοκατοίκηση
Η ενοικίαση
κατοικίας εξελίσσεται σε σημαντικό εμπόδιο για τη
μακροχρόνια οικονομική ασφάλεια των περισσότερων ελληνικών
νοικοκυριών, καθώς το υψηλό κόστος στέγασης απορροφά μεγάλο
μέρος του εισοδήματος και περιορίζει τόσο την αποταμίευση
όσο και τη δυνατότητα αγοράς ιδιόκτητης κατοικίας.
Αυτό προκύπτει
από τη νέα μελέτη του ΙΟΒΕ με τίτλο «Οι πολλαπλές πτυχές της
ανισότητας στην Ελλάδα», η οποία αναδεικνύει τον καθοριστικό
ρόλο που παίζουν οι συνθήκες στέγασης στη διαμόρφωση και
αναπαραγωγή των κοινωνικών και οικονομικών ανισοτήτων.
Σύμφωνα με τα ευρήματα, η κατοικία αποτελεί το βασικό μέσο
συσσώρευσης και μεταβίβασης πλούτου για τα περισσότερα
νοικοκυριά, γεγονός που σημαίνει ότι οι ανισότητες στην
πρόσβαση στην ιδιοκατοίκηση οδηγούν σε διαχρονικές
αποκλίσεις στην ευημερία και την κοινωνική κινητικότητα.
Το στεγαστικό
βάρος επηρεάζει άμεσα το διαθέσιμο εισόδημα, ενώ ταυτόχρονα
περιορίζει επιλογές που σχετίζονται με την κατανάλωση, την
υγεία, την εκπαίδευση και τις επενδύσεις σε ανθρώπινο
κεφάλαιο. Ενδεικτικά, τα νοικοκυριά με εισόδημα κάτω του 60%
του διάμεσου διαθέτουν περίπου το 60% των πόρων τους για
στέγαση, ποσοστό που αποτυπώνει την ένταση του προβλήματος
για τα πιο ευάλωτα στρώματα.
Ακόμη και τα
υψηλότερα εισοδηματικά νοικοκυριά δεν μένουν ανεπηρέαστα,
καθώς δαπανούν έως και το 34% του εισοδήματός τους για
στέγαση, όταν ο μέσος όρος στην Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται
κοντά στο 20% για όλες τις κατηγορίες.
|
|
|
|
|
|
|
|

Επιβάρυνση στην καθημερινότητα των νοικοκυριών
Η μελέτη καταγράφει επίσης έντονη επιβάρυνση
στην καθημερινότητα των νοικοκυριών, καθώς τα υψηλά
στεγαστικά κόστη οδηγούν σε καθυστερήσεις πληρωμών για
ενοίκια, δάνεια και λογαριασμούς. Στην Ελλάδα, περίπου 4 στα
5 νοικοκυριά χαμηλού εισοδήματος εμφανίζουν καθυστερήσεις
στις οικονομικές τους υποχρεώσεις, με το ποσοστό να
διαμορφώνεται μεταξύ 77% και 80% την περίοδο 2024-2025.
Η πίεση δεν περιορίζεται μόνο στα χαμηλά
εισοδήματα, καθώς ακόμη και νοικοκυριά με εισόδημα άνω του
60% του διάμεσου παρουσιάζουν καθυστερήσεις της τάξης του
30% έως 45%, ποσοστό πολλαπλάσιο σε σχέση με την Ευρωπαϊκή
Ένωση, όπου οι αντίστοιχες καθυστερήσεις είναι σαφώς
χαμηλότερες.
Σε επίπεδο ιδιοκατοίκησης, η Ελλάδα
εξακολουθεί να εμφανίζει σχετικά υψηλά ποσοστά σε σχέση με
την ΕΕ, ωστόσο η τάση είναι ελαφρώς πτωτική. Στα υψηλότερα
εισοδήματα, η ιδιοκατοίκηση κυμαίνεται σταθερά μεταξύ 74%
και 79% την περίοδο 2010-2025, ενώ στα χαμηλότερα εισοδήματα
κινείται στο 67%-71%, με εμφανή μείωση μετά το 2022.
Σε σύγκριση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, η
εικόνα παραμένει πιο ευνοϊκή για την Ελλάδα, καθώς τα χαμηλά
εισοδήματα στην ΕΕ εμφανίζουν ιδιοκατοίκηση περίπου στο
50%-53%.
Την ίδια στιγμή, καταγράφεται σημαντική
μείωση στο ποσοστό των ιδιοκτητών με ενεργό στεγαστικό
δάνειο. Το 2025 μόλις το 9% των νοικοκυριών με υψηλότερο
εισόδημα έχει στεγαστικό δάνειο, από περίπου 19% το 2010,
ενώ στα χαμηλά εισοδήματα το ποσοστό υποχωρεί από 10% σε 7%.
Η εξέλιξη αυτή συνδέεται τόσο με την
αποπληρωμή παλαιότερων δανείων όσο και με τη δυσκολία
πρόσβασης σε νέα χρηματοδότηση, αλλά και με την αυξημένη
επιφυλακτικότητα των νοικοκυριών απέναντι στην ανάληψη
χρέους σε συνθήκες αβεβαιότητας. Οι αυστηρότερες τραπεζικές
προϋποθέσεις μετά την οικονομική κρίση έχουν περιορίσει
περαιτέρω τη στεγαστική πίστη.
Συνολικά, η εικόνα που αναδεικνύεται είναι
αυτή μιας αγοράς κατοικίας όπου ένα σημαντικό μέρος των
νοικοκυριών δυσκολεύεται να αποκτήσει ή να διατηρήσει
ιδιόκτητη στέγη, είτε μέσω αγοράς είτε μέσω δανεισμού, με
αποτέλεσμα την ενίσχυση των κοινωνικών ανισοτήτων και τη
μείωση της οικονομικής ευελιξίας.
|
|
|
|
|
|
|
|

ΟΟΣΑ: Στην τρίτη υψηλότερη θέση ανεργίας η Ελλάδα – Στο 9,5%
τον Απρίλιο, παρά τη σημαντική αποκλιμάκωση
Παρά τη συνεχιζόμενη αποκλιμάκωση, η Ελλάδα
εξακολουθεί να βρίσκεται στις χώρες του ΟΟΣΑ με τα υψηλότερα
επίπεδα ανεργίας. Τον Απρίλιο του 2026 το ποσοστό ανεργίας
διαμορφώθηκε στο 9,5%, κατατάσσοντας τη χώρα στην τρίτη θέση
μεταξύ των μελών του Οργανισμού, πίσω μόνο από τη Φινλανδία
(10,7%) και την Ισπανία (10,3%).
Στο μέτωπο της ανεργίας των νέων, η εικόνα
παραμένει πιο επιβαρυμένη, με το ποσοστό για τις ηλικίες
15-24 ετών να διαμορφώνεται στο 18,4%. Η Ελλάδα καταλαμβάνει
την 11η θέση μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ στη συγκεκριμένη
κατηγορία.
Σε διεθνές επίπεδο, το συνολικό ποσοστό
ανεργίας στον ΟΟΣΑ παρέμεινε αμετάβλητο στο 5%, επίπεδο στο
οποίο κινείται από τον Φεβρουάριο του 2022. Ο αριθμός των
ανέργων στις χώρες του Οργανισμού παρέμεινε σχεδόν σταθερός,
περίπου στα 35,1 εκατομμύρια άτομα.
Αντίστοιχη σταθερότητα καταγράφηκε στην
Ευρωπαϊκή Ένωση και στην Ευρωζώνη, όπου τα ποσοστά ανεργίας
παρέμειναν στο 6% και 6,3% αντίστοιχα. Το ποσοστό της
Ευρωζώνης συνεχίζει να βρίσκεται πολύ κοντά στο ιστορικό
χαμηλό που καταγράφηκε τον Οκτώβριο του 2024.
|
|
|
|
|
|
|
|

Η μεγαλύτερη μηνιαία βελτίωση στην Ελλάδα
Σε σύγκριση με τον Μάρτιο του 2026, η
ανεργία παρέμεινε ουσιαστικά σταθερή στις περισσότερες χώρες
του ΟΟΣΑ, ενώ μεταβολές σημειώθηκαν σε περιορισμένο αριθμό
οικονομιών.
Μεταξύ των χωρών της ΕΕ που συμμετέχουν στον
ΟΟΣΑ, η ανεργία υποχώρησε στην Ελλάδα, την Ιρλανδία και τη
Σουηδία, ενώ αυξήθηκε στη Δανία, τη Φινλανδία και την
Ουγγαρία.
Η Ελλάδα και η Σουηδία παρουσίασαν τη
μεγαλύτερη μηνιαία πτώση του δείκτη, κατά 0,9 και 0,7
ποσοστιαίες μονάδες αντίστοιχα.
Παρά τη βελτίωση, η ελληνική αγορά εργασίας
εξακολουθεί να απέχει αισθητά από τα επίπεδα των
περισσότερων ανεπτυγμένων οικονομιών. Χαρακτηριστικό είναι
ότι χώρες όπως το Ισραήλ, η Ιαπωνία, η Νότια Κορέα, το
Μεξικό και η Πολωνία διατηρούν ποσοστά ανεργίας έως 3%.
Νέα αποκλιμάκωση, αλλά υψηλή ανεργία στους
νέους
Η ανεργία των νέων παραμένει ένα από τα
σημαντικότερα προβλήματα στις χώρες του ΟΟΣΑ. Τον Απρίλιο το
μέσο ποσοστό για τις ηλικίες 15-24 ετών αυξήθηκε ελαφρά στο
11,4%, παραμένοντας σημαντικά υψηλότερο από την ανεργία των
εργαζομένων άνω των 25 ετών, η οποία διαμορφώνεται περίπου
στο 4,2%.
Περίπου τα δύο τρίτα των χωρών του ΟΟΣΑ
εξακολουθούν να εμφανίζουν διψήφια ποσοστά ανεργίας στους
νέους.
Στην Ελλάδα, παρά τη μείωση, το ποσοστό του
18,4% δείχνει ότι η ένταξη των νεότερων ηλικιών στην αγορά
εργασίας παραμένει δύσκολη, ιδιαίτερα σε σύγκριση με χώρες
όπου η ανεργία έχει επιστρέψει κοντά σε ιστορικά χαμηλά
επίπεδα.
Ευρύτερη εικόνα
Τα στοιχεία του ΟΟΣΑ δείχνουν ότι η
παγκόσμια αγορά εργασίας παραμένει σχετικά ανθεκτική, χωρίς
μεγάλες ανατροπές στους δείκτες ανεργίας. Ωστόσο, οι
αποκλίσεις μεταξύ χωρών παραμένουν σημαντικές, με την Ελλάδα
να καταγράφει μεν βελτίωση, αλλά να συνεχίζει να βρίσκεται
στην ομάδα των οικονομιών με τις μεγαλύτερες προκλήσεις
απασχόλησης.
|
|
|
|
|
|
|
|

Οι τιμές θα παραμείνουν υψηλές για μεγαλύτερο διάστημα λόγω
γεωπολιτικής αβεβαιότητας και ενεργειακών κινδύνων
Οι τιμές στην Ευρώπη είναι πιθανό να
παραμείνουν σε υψηλά επίπεδα για παρατεταμένο χρονικό
διάστημα, ακόμη και αν η σύγκρουση στο Ιράν τερματιζόταν
άμεσα, σύμφωνα με τον πρόεδρο της Bundesbank, Joachim Nagel.
Σε συνέντευξή του στο γερμανικό ραδιόφωνο
Deutschlandfunk, ο Nagel υπογράμμισε ότι η πρόσφατη
γεωπολιτική ένταση έχει ήδη προκαλέσει μόνιμες μεταβολές
στις εφοδιαστικές αλυσίδες, γεγονός που μπορεί να αποτρέψει
την επιστροφή των τιμών στα επίπεδα πριν από τη σύγκρουση.
Όπως σημείωσε, η αύξηση των ασφαλίστρων κινδύνου, ιδιαίτερα
για τη μεταφορά εμπορευμάτων μέσω στρατηγικών σημείων όπως
τα Στενά του Ορμούζ, αποτελεί έναν επιπλέον παράγοντα που
επιβαρύνει το κόστος.
Ο επικεφαλής της γερμανικής κεντρικής
τράπεζας, ο οποίος συμμετέχει και στο Διοικητικό Συμβούλιο
της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, ανέφερε ότι οι αγορές
ενδέχεται να εισέρχονται σε μια περίοδο πιο διαρκούς
αβεβαιότητας, με επιπτώσεις που ξεπερνούν το συγκεκριμένο
γεωπολιτικό επεισόδιο.
Παράλληλα, υπερασπίστηκε την πρόσφατη
απόφαση της ΕΚΤ να προχωρήσει σε αύξηση επιτοκίων για πρώτη
φορά από το 2023, χαρακτηρίζοντάς την αναγκαία απάντηση στην
άνοδο των τιμών. Απέρριψε επίσης τις ανησυχίες ότι η
νομισματική σύσφιξη μπορεί να πλήξει την οικονομική
ανάπτυξη, υποστηρίζοντας ότι η σταθερότητα των τιμών
αποτελεί προϋπόθεση για βιώσιμη ανάπτυξη.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλέστηκε, ο
πληθωρισμός στην Ευρωζώνη διαμορφώθηκε στο 3,2% τον Μάιο,
την ώρα που η επιχειρηματική δραστηριότητα εμφανίζει σημάδια
συρρίκνωσης. Ο Nagel άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο νέας
αύξησης επιτοκίων τον Ιούλιο, εφόσον οι συνθήκες το
απαιτήσουν.
Τόνισε επίσης ότι το κόστος
αναχρηματοδότησης θα παραμείνει αυξημένο βραχυπρόθεσμα,
ωστόσο σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα η αυστηρή νομισματική
πολιτική συμβάλλει στη διασφάλιση της σταθερότητας.
Ολοκληρώνοντας, σημείωσε ότι η παγκόσμια
οικονομία φαίνεται να εισέρχεται σε μια νέα φάση, όπου η
αβεβαιότητα και οι εξωτερικές διαταραχές ενδέχεται να
αποτελούν μόνιμο χαρακτηριστικό, επηρεάζοντας διαρθρωτικά
τις τιμές και τις αγορές.
|
|
|
|
|
|