| Ειδήσεις | Ο Κυνηγός | Λεωφόρος Αθηνών | "Κουλου - Βάχατα" | +/- | "Μας ακούνε" | Fundamentalist | Marx - Soros |

 

"Kουλου-βάχατα"

Σχόλια για τα πάντα ……. Η φράση “Κουλου – βάχατα” προέρχεται από την αντίστοιχη αραβική «κούλου ουάχαντ» που σημαίνει «όλα μαζί ένα».

Επικοινωνήστε μαζί μας

 

 

00:01 - 15/09/26

                      

 

Στέγαση: Οι μισθοί δεν φτάνουν πλέον για ένα σπίτι – Το 72% των Ευρωπαίων αδυνατεί να αγοράσει κατοικία 75 τ.μ. 

 

Η παλαιότερη αντίληψη ότι μια σταθερή δουλειά και ένας μέσος μισθός αρκούν για την απόκτηση ενός αξιοπρεπούς σπιτιού και τη δημιουργία οικογένειας βρίσκεται πλέον υπό σοβαρή αμφισβήτηση.

 

Για περισσότερο από μία δεκαετία, οι τιμές των κατοικιών στην Ευρώπη αυξάνονται με πολύ ταχύτερο ρυθμό από τα εισοδήματα των νοικοκυριών, διευρύνοντας συνεχώς το χάσμα μεταξύ μισθών και κόστους στέγασης.

 

Το αποτέλεσμα είναι ότι πάνω από το 70% του ευρωπαϊκού πληθυσμού ζει σε περιοχές όπου ο μέσος μισθός δεν επαρκεί για την αγορά κατοικίας άνω των 75 τ.μ., ακόμη και με στεγαστικό δάνειο διάρκειας 30 ετών.

 

Το 72% δεν μπορεί να αγοράσει σπίτι 75 τ.μ.

 

Αυτό είναι ένα από τα βασικά συμπεράσματα μελέτης που δημοσιεύθηκε στο Journal of Maps από τους Franziska Sielker και Selim Banabak, ερευνητές στο Τεχνολογικό Πανεπιστήμιο της Βιέννης.

 

Η έρευνα βασίζεται στην ανάλυση περισσότερων από 22 εκατομμυρίων αγγελιών ακινήτων σε 31 ευρωπαϊκές χώρες και αποτυπώνει σε μεγάλη γεωγραφική κλίμακα το μέγεθος της στεγαστικής κρίσης.

 

Η επιλογή των 75 τ.μ. δεν είναι τυχαία. Αντιστοιχεί περίπου σε μια τυπική κατοικία δύο υπνοδωματίων, δηλαδή σε ένα μέγεθος που θεωρείται κατάλληλο για μια μικρή οικογένεια.

 

Το γεγονός ότι το 72% του ευρωπαϊκού πληθυσμού δεν μπορεί να αποκτήσει μια τέτοια κατοικία με βάση το μέσο εισόδημα της περιοχής του καταδεικνύει πόσο έχει περιοριστεί η δυνατότητα της μεσαίας τάξης να αποκτήσει ιδιόκτητη στέγη.

 

Η εικόνα, μάλιστα, δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη την Ευρώπη. Υπάρχουν τεράστιες διαφορές μεταξύ χωρών, αλλά και μεταξύ περιοχών της ίδιας χώρας.

 

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Ισπανία, όπου οι ερευνητές εντοπίζουν ιδιαίτερα έντονες περιφερειακές ανισότητες. Η Μαδρίτη λειτουργεί ως βασικό σημείο αναφοράς για τις τιμές, με τις υψηλές αξίες των ακινήτων να επηρεάζουν και τις γειτονικές περιοχές.

 

Ελλάδα: Στις χώρες με έντονο στεγαστικό πρόβλημα

 

Ιδιαίτερα δύσκολη είναι η κατάσταση στις παράκτιες περιοχές της Ευρώπης, όπου ο τουρισμός, οι δεύτερες κατοικίες και οι βραχυχρόνιες μισθώσεις έχουν δημιουργήσει πρόσθετες πιέσεις.

 

Το φαινόμενο της τουριστικοποίησης είναι έντονο σε χώρες όπως η Ελλάδα, η Πορτογαλία, η Ισπανία, η Γαλλία και η Κροατία, όπου οι τιμές των κατοικιών σε πολλές περιοχές έχουν απομακρυνθεί σημαντικά από τα τοπικά εισοδήματα.

 

Στην Ελλάδα, σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας και τις σχετικές συγκρίσεις, χρειάζονται κατά μέσο όρο περίπου 15 χρόνια πλήρους ακαθάριστου εισοδήματος για την αγορά ενός τυπικού διαμερίσματος 70 τ.μ., γεγονός που κατατάσσει τη χώρα στις πλέον προβληματικές περιπτώσεις της Ευρώπης.

 

Ο μέσος πραγματικός ετήσιος μισθός κινείται περίπου στα 15.000 ευρώ, ενώ ο μέσος μηνιαίος μισθός πλήρους απασχόλησης διαμορφώνεται περίπου στα 1.350-1.476 ευρώ.

 

Η αντίθεση είναι χαρακτηριστική: ενώ οι μισθοί παραμένουν σχετικά χαμηλοί σε ευρωπαϊκή σύγκριση, οι τιμές των κατοικιών έχουν αυξηθεί σημαντικά, με αποτέλεσμα η απόκτηση πρώτης κατοικίας να απαιτεί πλέον πολλά χρόνια εισοδήματος.

 

                                         V

 

Στις μεγάλες πόλεις η κατάσταση είναι ακόμη χειρότερη

 

Η στεγαστική κρίση γίνεται ακόμη πιο έντονη στα μεγάλα αστικά κέντρα.

 

Περίπου 60% του αστικού πληθυσμού της Ευρώπης ζει σε περιοχές όπου ο μέσος μισθός δεν επαρκεί ούτε για την αγορά κατοικίας 50 τ.μ. με ένα τυπικό στεγαστικό δάνειο.

 

Πρόκειται για ένα μέγεθος αντίστοιχο με ένα μικρό διαμέρισμα ενός υπνοδωματίου ή ένα μεγάλο στούντιο.

 

Συνολικά, το 44% του ευρωπαϊκού πληθυσμού κατοικεί σε περιοχές όπου παρατηρείται αυτή η ακραία δυσκολία πρόσβασης στην ιδιοκτησία.

 

Το πρόβλημα δεν περιορίζεται μόνο στην τιμή αγοράς. Για ένα νοικοκυριό θεωρείται γενικά ότι η δαπάνη για στέγαση δεν θα πρέπει να ξεπερνά περίπου το ένα τρίτο του εισοδήματός του. Σε πολλές ευρωπαϊκές πόλεις, όμως, ακόμη και ένα στεγαστικό δάνειο για μια μικρή κατοικία μπορεί να απαιτεί πολύ μεγαλύτερο ποσοστό του διαθέσιμου εισοδήματος.

 

Ο μέσος μισθός κρύβει την πραγματική εικόνα

 

Ένα σημαντικό στοιχείο της μελέτης είναι ότι η εικόνα ενδέχεται να είναι ακόμη πιο δύσκολη από αυτή που αποτυπώνουν οι αριθμοί.

 

Οι ερευνητές χρησιμοποίησαν τον μέσο περιφερειακό μισθό ως μέτρο της αγοραστικής δύναμης. Όμως οι μισθοί δεν κατανέμονται ομοιόμορφα.

 

Ένας περιορισμένος αριθμός εργαζομένων με πολύ υψηλές αποδοχές μπορεί να ανεβάσει σημαντικά τον μέσο όρο, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η πλειονότητα των νοικοκυριών διαθέτει αντίστοιχη αγοραστική δύναμη.

 

Ως εκ τούτου, περισσότερο από το ήμισυ του πληθυσμού ενδέχεται να βρίσκεται κάτω από το εισοδηματικό επίπεδο που χρησιμοποιείται ως σημείο αναφοράς στη μελέτη.

 

Αυτό οδηγεί σε ένα κρίσιμο συμπέρασμα: η αντιμετώπιση της στεγαστικής κρίσης δεν μπορεί να βασιστεί αποκλειστικά στη συγκράτηση των τιμών των ακινήτων. Η ενίσχυση των εισοδημάτων αποτελεί εξίσου σημαντικό παράγοντα.

 

Παράλληλα, η μελέτη δεν εξετάζει το κόστος που πληρώνουν σήμερα όσοι έχουν ήδη αγοράσει κατοικία ή όσοι νοικιάζουν. Αναλύει τις τιμές στις οποίες προσφέρονται τα ακίνητα στην αγορά σήμερα.

 

Επομένως, τα στοιχεία αποτυπώνουν κυρίως την πραγματικότητα που θα αντιμετώπιζε ένα νοικοκυριό που προσπαθεί σήμερα να αγοράσει κατοικία.

 

Και τα ενοίκια γίνονται απρόσιτα

 

Το πρόβλημα δεν αφορά μόνο την ιδιοκτησία. Αντίστοιχη πίεση παρατηρείται και στην αγορά ενοικίων.

 

Περίπου 4 στους 10 Ευρωπαίους ζουν σε περιοχές όπου η ενοικίαση ενός διαμερίσματος 50 τ.μ., ενός υπνοδωματίου ή ενός στούντιο απαιτεί περισσότερο από το ένα τρίτο του εισοδήματος του νοικοκυριού.

 

Δημιουργείται έτσι ένας φαύλος κύκλος.

 

Οι υψηλές τιμές καθιστούν δύσκολη την αγορά κατοικίας, ενώ τα υψηλά ενοίκια απορροφούν το εισόδημα που θα μπορούσε να αποταμιευθεί για τη συγκέντρωση της απαραίτητης προκαταβολής.

 

Για πολλούς νέους ανθρώπους, αλλά και για μετανάστες και νοικοκυριά με χαμηλότερα εισοδήματα, η ενοικίαση δεν αποτελεί πλέον ένα προσωρινό στάδιο πριν από την αγορά. Τείνει να γίνεται μόνιμη κατάσταση.

 

Η εικόνα παρουσιάζει σημαντικές διαφορές ανάμεσα στη βόρεια και τη νότια Ευρώπη.

 

Σε χώρες όπως η Γερμανία, η Γαλλία και η Αυστρία, ο μέσος μισθός μπορεί να επιτρέψει την ενοικίαση μεγαλύτερης κατοικίας από αυτή που θα μπορούσε να αγοραστεί με το ίδιο εισόδημα.

 

Στις χώρες του ευρωπαϊκού Νότου, αντίθετα, η σχέση αυτή συχνά αντιστρέφεται.

 

Στην Πορτογαλία και την Ιταλία, η ταχεία άνοδος των ενοικίων έχει οδηγήσει σε μια κατάσταση όπου ένα νοικοκυριό με δεδομένο εισόδημα μπορεί να είναι σε θέση να αγοράσει μεγαλύτερη κατοικία από αυτή που μπορεί να νοικιάσει.

 

Ανάλογη εικόνα εμφανίζεται στην Ισπανία, ιδιαίτερα στη Μαδρίτη, στις μεσογειακές ακτές και στα νησιά.

 

Εκεί η κατοικία βρίσκεται αντιμέτωπη με τον ανταγωνισμό από τις βραχυχρόνιες μισθώσεις και τις δεύτερες κατοικίες, περιορίζοντας περαιτέρω την προσφορά για τους μόνιμους κατοίκους.

 

                          

 

Η στεγαστική κρίση μεταφέρεται και στην επαρχία

 

Η εκτόξευση των τιμών στα μεγάλα αστικά κέντρα δεν παραμένει απαραίτητα περιορισμένη στις ίδιες τις πόλεις.

 

Η μελέτη εντοπίζει σημαντικές επιπτώσεις και στις γειτονικές περιοχές, καθώς η αύξηση των τιμών της γης και των κατοικιών μεταφέρεται σταδιακά προς τους γύρω δήμους.

 

Περιοχές που στο παρελθόν αποτελούσαν πιο προσιτή εναλλακτική για οικογένειες με χαμηλότερα εισοδήματα αντιμετωπίζουν πλέον και αυτές σημαντικές πιέσεις.

 

Στην ύπαιθρο, ωστόσο, εμφανίζεται ένα διαφορετικό πρόβλημα: η έλλειψη διαθέσιμων κατοικιών προς ενοικίαση.

 

Σύμφωνα με τη μελέτη, περίπου 28% του αγροτικού πληθυσμού της Ευρώπης ζει σε δήμους όπου ουσιαστικά δεν υπάρχει επίσημη αγορά ενοικίασης κατοικιών.

 

Σε αυτές τις περιοχές το πρόβλημα δεν είναι απαραίτητα ότι τα ενοίκια είναι υπερβολικά υψηλά, αλλά ότι οι διαθέσιμες κατοικίες είναι ελάχιστες ή ανύπαρκτες. Η αγορά λειτουργεί συχνά μέσω άτυπων δικτύων και όχι μέσω οργανωμένης αγοράς ενοικίασης.

 

Έτσι, η ευρωπαϊκή στεγαστική κρίση αποκτά πλέον δύο διαφορετικές διαστάσεις: στις μεγάλες πόλεις το πρόβλημα είναι κυρίως το κόστος, ενώ σε πολλές αγροτικές περιοχές το πρόβλημα είναι η έλλειψη προσφοράς.

 

Το κοινό αποτέλεσμα, όμως, είναι το ίδιο: η κατοικία, είτε μέσω αγοράς είτε μέσω ενοικίου, απομακρύνεται σταδιακά από τις δυνατότητες ενός ολοένα μεγαλύτερου τμήματος του πληθυσμού.

 

                                 

 

Ελλάδα: Οι πολίτες πληρώνουν από την τσέπη τους πολύ περισσότερα για την υγεία 

 

Η συνολική τρέχουσα δαπάνη υγείας στην Ελλάδα ανήλθε το 2024 στα 19,9 δισ. ευρώ, έναντι 18,9 δισ. ευρώ το 2023, σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία. Η δαπάνη αντιστοιχούσε σε περίπου 1.915 ευρώ ανά κάτοικο.

 

Ωστόσο, το πλέον ανησυχητικό στοιχείο δεν αφορά τόσο το συνολικό ύψος των δαπανών όσο το μεγάλο μέρος που εξακολουθούν να καλύπτουν απευθείας τα ελληνικά νοικοκυριά.

 

Σε όρους αγοραστικής δύναμης, οι άμεσες πληρωμές των νοικοκυριών στην Ελλάδα ανήλθαν το 2023 σε 750 PPS ανά κάτοικο, όταν ο αντίστοιχος μέσος όρος στην Ευρωπαϊκή Ένωση ήταν μόλις 551 PPS.

 

Η εικόνα αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία αν ληφθεί υπόψη ότι η συνολική κατά κεφαλήν δαπάνη υγείας στην Ελλάδα ήταν περίπου 41% χαμηλότερη από τον μέσο όρο της ΕΕ. Παρ’ όλα αυτά, οι πολίτες στην Ελλάδα κατέβαλαν από την τσέπη τους περίπου 36% περισσότερα, σε όρους αγοραστικής δύναμης.

 

Με άλλα λόγια, το ελληνικό σύστημα υγείας δαπανά λιγότερα ανά κάτοικο σε σχέση με την Ευρώπη, αλλά ένα πολύ μεγαλύτερο μέρος του κόστους μεταφέρεται απευθείας στους πολίτες.

    

                        

 

Ελλάδα: Το 34,3% της δαπάνης υγείας από τα νοικοκυριά

 

Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η σύγκριση ως ποσοστό της συνολικής δαπάνης υγείας.

 

Το 2023, οι άμεσες πληρωμές των ελληνικών νοικοκυριών αντιστοιχούσαν στο 34,3% της συνολικής δαπάνης υγείας, έναντι μόλις 14,9% στην ΕΕ.

 

Η απόσταση είναι ιδιαίτερα μεγάλη: στην Ελλάδα περίπου μία στις τρεις μονάδες δαπάνης υγείας προέρχεται απευθείας από την τσέπη των νοικοκυριών, ενώ στην ΕΕ το αντίστοιχο ποσοστό είναι περίπου μία στις επτά.

 

Με βάση το συγκεκριμένο ποσοστό, η Ελλάδα κατατάχθηκε το 2023 στην τρίτη υψηλότερη θέση μεταξύ των χωρών της ΕΕ όσον αφορά τις άμεσες πληρωμές των πολιτών.

 

Υψηλότερα ποσοστά καταγράφηκαν μόνο στη Βουλγαρία και τη Λετονία. Στον αντίποδα, σε χώρες όπως το Λουξεμβούργο, η Γαλλία και η Κροατία, οι άμεσες πληρωμές των νοικοκυριών αντιστοιχούσαν σε λιγότερο από το 10% της συνολικής δαπάνης υγείας.

 

Δαπάνη υγείας

Ελλάδα

ΕΕ

Άμεσες πληρωμές ανά κάτοικο, 2023 (PPS)

750

551

Άμεσες πληρωμές ως % συνολικής δαπάνης, 2023

34,3%

14,9%

Κατά κεφαλήν συνολική δαπάνη υγείας

-41% έναντι ΕΕ

100%

 

Η εικόνα δείχνει επομένως ένα σημαντικό παράδοξο: η Ελλάδα βρίσκεται χαμηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο ως προς τη συνολική κατά κεφαλήν δαπάνη υγείας, αλλά πολύ ψηλότερα ως προς το ποσό που καλούνται να πληρώσουν απευθείας οι ίδιοι οι πολίτες.

 

Αυτό σημαίνει ότι το πραγματικό κόστος της υγείας για τα ελληνικά νοικοκυριά είναι σημαντικά μεγαλύτερο από αυτό που υποδηλώνει η συνολική δημόσια και ιδιωτική δαπάνη.

 
 

 

 

     

 

Παλαιότερα Σχόλια

 
 

Αποποίηση Ευθύνης.... 

© 2016-2026 Greek Finance Forum