| Ειδήσεις | Ο Κυνηγός | Λεωφόρος Αθηνών | "Κουλου - Βάχατα" | +/- | "Μας ακούνε" | Fundamentalist | Marx - Soros | Start Trading |

 
 

"Kουλου-βάχατα"

Σχόλια για τα πάντα ……. Η φράση “Κουλου – βάχατα” προέρχεται από την αντίστοιχη αραβική «κούλου ουάχαντ» που σημαίνει «όλα μαζί ένα».

Επικοινωνήστε μαζί μας

 

 

00:01 - 17/03/26

 

                        

Στεγαστική πίεση για τα ελληνικά νοικοκυριά: Έως και το ένα τρίτο του εισοδήματος κατευθύνεται στη στέγη

 

Το αυξημένο κόστος στέγασης συνεχίζει να επιβαρύνει σημαντικά τα ελληνικά νοικοκυριά σε σχέση με τα εισοδήματά τους, είτε πρόκειται για ενοικιαστές είτε για ιδιοκτήτες που αποπληρώνουν στεγαστικό δάνειο. Ωστόσο, σύμφωνα με νέα έρευνα που εκπόνησε η BluPeak Estate Analytics σε συνεργασία με την Ierax Analytics, η οικονομική πίεση είναι εντονότερη για όσους νοικιάζουν κατοικία και για τους κατοίκους της Attica, γεγονός που υποδηλώνει την ανάγκη πιο στοχευμένων πολιτικών στήριξης για τις συγκεκριμένες ομάδες.

 

Τα ευρήματα της ανάλυσης δείχνουν ότι περίπου το 34% του εισοδήματος των πολιτών ηλικίας 36 έως 55 ετών κατευθύνεται στην κάλυψη στεγαστικών δαπανών, ενώ για τις ηλικίες 25 έως 35 ετών το αντίστοιχο ποσοστό ανέρχεται στο 32%. Στις δαπάνες αυτές περιλαμβάνονται το ενοίκιο ή η δόση στεγαστικού δανείου, οι λογαριασμοί κοινής ωφέλειας και τα κοινόχρηστα. Για την ηλικιακή ομάδα 36-55 ετών, όπου το μέσο καθαρό μηνιαίο εισόδημα διαμορφώνεται στα 1.316 ευρώ, η μηνιαία επιβάρυνση για τη στέγη φθάνει περίπου τα 440 ευρώ.

 

Ιδιαίτερα πιεστική εμφανίζεται η κατάσταση για τους νεότερους. Το 20% των νέων δηλώνει ότι οι στεγαστικές δαπάνες ξεπερνούν το 41% του εισοδήματός τους, ενώ το ποσοστό αυτό ανεβαίνει στο 28% μεταξύ φοιτητών που σπουδάζουν σε διαφορετική πόλη από τον τόπο κατοικίας τους.

 

Όσον αφορά τις συνθήκες διαμονής, σχεδόν οι μισοί νέοι (47%) ζουν σε ενοικιαζόμενη κατοικία, το 27% κατοικεί σε ιδιόκτητο ακίνητο, ενώ το 19% παραμένει στο σπίτι της οικογένειάς του. Στην περίπτωση των φοιτητών, το ποσοστό όσων διαμένουν με την οικογένεια ανεβαίνει στο 36%. Παράλληλα, παρατηρούνται σημαντικές γεωγραφικές διαφοροποιήσεις: στις επαρχιακές περιοχές το ποσοστό των νέων 25-35 ετών που ζουν με τους γονείς τους φθάνει το 35%, ενώ η ενοικίαση κατοικίας είναι πιο διαδεδομένη στα αστικά κέντρα (52%) και στα νησιά (60%). Στην επαρχία το αντίστοιχο ποσοστό περιορίζεται στο 29%.

 

Συνολικά, το 62% των νέων εκτιμά ότι το κόστος στέγασης σε σχέση με το εισόδημά τους κυμαίνεται από οριακά διαχειρίσιμο έως μη βιώσιμο. Πιο συγκεκριμένα, το 24% το χαρακτηρίζει οριακό και το 16% μη βιώσιμο. Ως αποτέλεσμα, το 81% δηλώνει ότι η στεγαστική κατάσταση επηρεάζει σημαντικά τη ζωή του, είτε σε πολύ μεγάλο βαθμό (32%) είτε σε αρκετό (49%).

 

Αυξημένη πρόθεση μετακίνησης

 

Ένα ακόμη βασικό εύρημα της έρευνας αφορά την πρόθεση αλλαγής κατοικίας, ιδιαίτερα για την ηλικιακή ομάδα 36-55 ετών. Περίπου το 37% δηλώνει ότι σκοπεύει να μετακομίσει μέσα στα επόμενα τρία έως πέντε χρόνια, εφόσον το επιτρέψουν οι συνθήκες.

 

Το ποσοστό αυτό αυξάνεται σημαντικά μεταξύ των ενοικιαστών, φτάνοντας το 62%, ενώ για όσους κατοικούν στην Athens διαμορφώνεται στο 48%. Ο βασικός λόγος είναι η δυσκολία κάλυψης του ενοικίου ή της δόσης στεγαστικού δανείου, που αναφέρεται από το 38% των ερωτηθέντων. Το ποσοστό ανεβαίνει στο 54% για ενοικιαστές με δηλωμένο μισθωτήριο και στο 63% για όσους μισθώνουν κατοικία χωρίς επίσημη σύμβαση.

 

Παράλληλα, το 27% δηλώνει ότι αναζητά μεγαλύτερη κατοικία, ενώ ένα ακόμη 22% σκέφτεται τη μετακόμιση για επαγγελματικούς ή οικογενειακούς λόγους.

 
 

                       

Διαγενεακό πρόβλημα στέγασης

 

Όπως επισημαίνει ο επικεφαλής της BluPeak Estate Analytics, Vasilis Iliopoulos, το στεγαστικό πρόβλημα έχει πλέον διαγενεακό χαρακτήρα. «Οι νεότερες ηλικίες αντιμετωπίζουν εντονότερη οικονομική πίεση και περιορισμό επιλογών ζωής, ενώ οι μεγαλύτερες, παρότι διαθέτουν συχνότερα ιδιόκτητη κατοικία, καλούνται να προσαρμοστούν σε νέες ανάγκες μετακίνησης, αναβάθμισης κατοικίας και στις σύγχρονες οικονομικές συνθήκες», σημειώνει.

 

Από την πλευρά της Ierax Analytics τονίζεται ότι, παρότι η ελληνική αγορά χαρακτηρίζεται από υψηλά ποσοστά ιδιοκατοίκησης, αυτό δεν σημαίνει ότι απουσιάζει η στεγαστική ανασφάλεια. Μεγάλο μέρος του πληθυσμού διαθέτει κύρια κατοικία –συχνά χωρίς δανειακές υποχρεώσεις– ωστόσο αρκετοί πολίτες εκτιμούν ότι η στεγαστική τους κατάσταση επηρεάζει τα μελλοντικά τους σχέδια και ενδέχεται να χρειαστεί να μετακινηθούν τα επόμενα χρόνια για οικονομικούς λόγους ή λόγω ανάγκης μεγαλύτερου χώρου.

 

Έλλειψη διαφάνειας στην αγορά ακινήτων

 

Η έρευνα αναδεικνύει επίσης χαμηλό επίπεδο εμπιστοσύνης στην αγορά ακινήτων. Οκτώ στους δέκα ερωτηθέντες εκτιμούν ότι υπάρχουν εκτεταμένες πρακτικές αδήλωτων μισθώσεων ή ακινήτων, γεγονός που θεωρούν ότι επηρεάζει αρνητικά τις τιμές και τη λειτουργία της αγοράς.

 

Οι πολίτες ζητούν μεγαλύτερη διαφάνεια, προτείνοντας τη δημιουργία ενός ενιαίου ψηφιακού μητρώου ακινήτων στο οποίο θα καταγράφεται το σύνολο της ακίνητης περιουσίας. Σύμφωνα με την Ierax Analytics, η ανάγκη κρατικής παρέμβασης αξιολογείται ως ιδιαίτερα επείγουσα, με το 85% των ερωτηθέντων να τάσσεται υπέρ τέτοιων πολιτικών και το 72% να θεωρεί ότι η αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας θα μπορούσε να συμβάλει ουσιαστικά στην αντιμετώπιση της στεγαστικής κρίσης.

 

Ωστόσο, όπως επισημαίνει ο κ. Ηλιόπουλος, σημαντικό μέρος της δημόσιας ακίνητης περιουσίας παραμένει αχαρτογράφητο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο Municipality of Amarousi, όπου καταγράφονται 1.850 ακίνητα στο Hellenic Cadastre, αλλά μόλις 183 εμφανίζονται δηλωμένα στο E9 tax form. Αντίστοιχες περιπτώσεις, όπως τονίζεται, εντοπίζονται και σε πολλούς άλλους δήμους της χώρας.

 

Για τον λόγο αυτό, καταλήγει, ένα ολοκληρωμένο Μητρώο Ακινήτων θα πρέπει να περιλαμβάνει όχι μόνο την ιδιωτική αλλά και τη δημόσια περιουσία, η οποία παραμένει σε μεγάλο βαθμό αδήλωτη και αδιαφανής.

 

                                          

 

Η κατανάλωση στην Ελλάδα: Η μεσαία τάξη, τα υψηλά εισοδήματα και οι ανισότητες

 

Ο πυρήνας της μεσαίας τάξης στην Ελλάδα αριθμεί περίπου 3,9 εκατομμύρια ανθρώπους και ευθύνεται για το 38% της συνολικής καταναλωτικής δαπάνης στη χώρα. Ωστόσο, ακόμη μικρότερο τμήμα του πληθυσμού φαίνεται να κινεί την αγορά: περίπου 2 εκατομμύρια Έλληνες –που ανήκουν στα ανώτερα στρώματα της μεσαίας τάξης και στα υψηλά εισοδήματα– πραγματοποιούν το 44% της συνολικής κατανάλωσης αγαθών και υπηρεσιών.

 

Τα στοιχεία προκύπτουν από δεδομένα του World Data Lab, διεθνούς οργανισμού οικονομικών προβλέψεων. Ο οργανισμός χρησιμοποιεί τεχνικές επιστήμης δεδομένων και οικονομικής μοντελοποίησης, συνδυάζοντας πηγές όπως η Παγκόσμια Τράπεζα, ο ΟΗΕ και το ΔΝΤ.

 

Το γεγονός ότι περίπου το 19% του πληθυσμού αντιπροσωπεύει σχεδόν το μισό της συνολικής κατανάλωσης αναδεικνύει τον καθοριστικό ρόλο των υψηλότερων εισοδημάτων στην οικονομική δραστηριότητα της χώρας, αλλά και τα περιορισμένα περιθώρια που διαθέτουν τα μεσαία και χαμηλότερα εισοδήματα για να ενισχύσουν περαιτέρω την κατανάλωση.

                       

 

Η πορεία της κατανάλωσης

 

Για το 2026, η μέση ημερήσια κατά κεφαλήν δαπάνη στην Ελλάδα εκτιμάται ότι θα φθάσει τα 54 δολάρια. Η συνολική εγχώρια καταναλωτική δαπάνη αναμένεται να διαμορφωθεί στα 203 δισ. δολάρια, αυξημένη κατά περίπου 8% σε σχέση με το 2025.

 

Ωστόσο, η αύξηση της κατανάλωσης αναμένεται να επιβραδυνθεί τα επόμενα χρόνια. Για το 2027 προβλέπεται ρυθμός αύξησης 3,8%, ενώ μακροπρόθεσμα εκτιμάται ότι η κατανάλωση θα αυξάνεται με ρυθμό κοντά στο 4% ετησίως την επόμενη δεκαετία.

 

Ηλικιακό προφίλ της κατανάλωσης

 

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η ηλικιακή διάρθρωση της κατανάλωσης στην Ελλάδα, η οποία αντανακλά τις δημογραφικές εξελίξεις της χώρας.

 

Οι ηλικιακές ομάδες 45-65 ετών και άνω των 65 ετών συγκεντρώνουν περισσότερους από τους μισούς κατοίκους της χώρας –περίπου 5,4 εκατομμύρια ανθρώπους– και πραγματοποιούν το 61% της συνολικής καταναλωτικής δαπάνης.

 

Οι λεγόμενοι Baby Boomers (62-80 ετών) και η Γενιά Χ (46-60 ετών) αντιπροσωπεύουν από μόνες τους περίπου το 50% της ζήτησης στην ελληνική οικονομία.

 

Οι μεγαλύτερες ηλικιακές ομάδες δαπανούν μάλιστα περισσότερα σε καθημερινή βάση. Τα άτομα άνω των 65 ετών ξοδεύουν κατά μέσο όρο 62 δολάρια ημερησίως, ενώ η λεγόμενη Σιωπηλή Γενιά (81-98 ετών) δαπανά περίπου 40% περισσότερα σε σχέση με τη Γενιά Ζ (14-29 ετών).

 

Η αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών

 

Σύμφωνα με τους υπολογισμούς του World Data Lab, η αγοραστική δύναμη του μέσου νοικοκυριού στην Ελλάδα βελτιώθηκε την τελευταία δεκαετία. Από περίπου 18.700 δολάρια ανά άτομο το 2015, στο αποκορύφωμα της οικονομικής κρίσης, αυξήθηκε σε 22.500 δολάρια το 2025.

 

Παρά τη βελτίωση αυτή, η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να μην έχει επιστρέψει πλήρως στα προ κρίσης επίπεδα. Όπως είχε επισημάνει πρόσφατα ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, το ονομαστικό διαθέσιμο εισόδημα το 2024 παρέμενε 9,3% χαμηλότερο σε σχέση με το 2009, ενώ το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα ήταν 20,5% χαμηλότερο.

 

 
                                                        

Φόροι

 

Η φορολογική διοίκηση καλείται να συγκεντρώσει περισσότερα από 75 δισ. ευρώ από φόρους, πρόστιμα και λοιπά έσοδα το 2026, σύμφωνα με τους ποσοτικούς στόχους που καθορίζονται με απόφαση του υφυπουργού Οικονομικών Γιώργος Κώτσηρας.

 

Οι στόχοι αυτοί προβλέπεται να επιτευχθούν στο 100%, ωστόσο η απόφαση αναγνωρίζει ότι η υλοποίησή τους μπορεί να επηρεαστεί από μεταβολές στη φορολογική πολιτική ή από εξωγενείς παράγοντες.

 

Η αβεβαιότητα είναι ιδιαίτερα αυξημένη στη σημερινή συγκυρία, καθώς η συνέχιση του πολέμου στη Μέση Ανατολή δημιουργεί πιέσεις στις ενεργειακές αγορές και ενισχύει τους κινδύνους για την πορεία της οικονομίας και την εκτέλεση του κρατικού προϋπολογισμού.

 

Το ύψος των εσόδων

 

Με βάση τον σχεδιασμό για το 2026:

 

Συνολικά έσοδα Κρατικού Προϋπολογισμού: 88,29 δισ. ευρώ

 

Έσοδα που θα εισπράξει η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων: 73,32 δισ. ευρώ

 

Έσοδα από άλλες υπηρεσίες του ΥΠΕΘΟΟ: 14,97 δισ. ευρώ

 

Μετά τις επιστροφές φόρων και άλλων εσόδων, τα καθαρά έσοδα του προϋπολογισμού υπολογίζεται ότι θα φθάσουν τα 80,25 δισ. ευρώ, εκ των οποίων:

 

65,28 δισ. ευρώ θα προέλθουν από την ΑΑΔΕ

 

14,97 δισ. ευρώ από άλλους φορείς του υπουργείου

 

Οι βασικές πηγές φορολογικών εσόδων

 

Η μεγάλη πλειονότητα των κρατικών εσόδων προέρχεται από φόρους, οι οποίοι εκτιμάται ότι θα φτάσουν το 2026 τα 73,48 δισ. ευρώ, με την ΑΑΔΕ να εισπράττει τα 71,15 δισ. ευρώ.

 

Οι σημαντικότερες κατηγορίες είναι:

 

Φόροι σε αγαθά και υπηρεσίες

 

Σύνολο: 40,94 δισ. ευρώ

 

ΦΠΑ: 29,31 δισ. ευρώ

 

ΦΠΑ λοιπών προϊόντων και υπηρεσιών: 26,58 δισ. ευρώ

 

ΦΠΑ πετρελαιοειδών: 2,12 δισ. ευρώ

 

Φόρος εισοδήματος

 

Σύνολο: 26,60 δισ. ευρώ

 

Φυσικά πρόσωπα: 15,71 δισ. ευρώ

 

Νομικά πρόσωπα (εταιρείες): 8,53 δισ. ευρώ

 

Ειδικοί φόροι κατανάλωσης (ΕΦΚ)

 

Σύνολο: 7,46 δισ. ευρώ

 

Ενεργειακά προϊόντα: 4,34 δισ. ευρώ

 

Καπνικά προϊόντα: 2,38 δισ. ευρώ

 

Λοιπές σημαντικές πηγές

 

Φόροι συγκεκριμένων υπηρεσιών: 2,35 δισ. ευρώ

 

Φόροι ακίνητης περιουσίας: 2,33 δισ. ευρώ

 

εκ των οποίων ΕΝΦΙΑ: 2,32 δισ. ευρώ

 

Λοιποί φόροι εισοδήματος: 2,35 δισ. ευρώ

 

Τέλη κυκλοφορίας οχημάτων: 1,25 δισ. ευρώ

 

Φόροι χαρτοσήμου και χρηματοοικονομικών συναλλαγών: 1,15 δισ. ευρώ

 

Παράλληλα, η ΑΑΔΕ θα εισπράξει:

 

2,17 δισ. ευρώ από μη φορολογικά έσοδα

 

2,13 δισ. ευρώ από φορολογικά έσοδα του «υπολόγου»

 

Με τον τρόπο αυτό το συνολικό ποσό που καλείται να συγκεντρώσει η ΑΑΔΕ διαμορφώνεται στα 75,45 δισ. ευρώ.

 

Παράγοντες που μπορεί να αλλάξουν τους στόχους

 

Η απόφαση προβλέπει ότι τα έσοδα μπορεί να διαφοροποιηθούν εάν:

 

ληφθούν νέα δημοσιονομικά ή φορολογικά μέτρα μετά την κατάρτιση του προϋπολογισμού

 

προκύψουν εξωγενείς παράγοντες που επηρεάζουν την οικονομία

 

Σε τέτοιες περιπτώσεις, οι αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών θα προχωρούν σε ποσοτικοποίηση των επιπτώσεων ώστε να αναπροσαρμόζεται η αξιολόγηση της απόδοσης των φορολογικών στόχων.

 

Ειδικότερα:

 

Αν υπάρξουν μέτρα αύξησης εσόδων, θα αφαιρείται από την επίδοση το χαμηλότερο ποσό μεταξύ αρχικής και τελικής εκτίμησης της απόδοσής τους.

 

Αν υπάρξουν μέτρα που μειώνουν τα έσοδα, θα προστίθεται το υψηλότερο ποσό μεταξύ αρχικής και τελικής εκτίμησης.

 

Με τον τρόπο αυτό επιχειρείται να διασφαλιστεί ότι η αξιολόγηση της φορολογικής διοίκησης θα αντανακλά κυρίως την αποτελεσματικότητα των ελεγκτικών και εισπρακτικών δράσεων και όχι τις μεταβολές της οικονομικής πολιτικής.

 

 

 

 

 

 

Παλαιότερα Σχόλια

   

Αποποίηση Ευθύνης.... 

© 2016-2026 Greek Finance Forum