| Ειδήσεις | Ο Κυνηγός | Λεωφόρος Αθηνών | "Κουλου - Βάχατα" | +/- | "Μας ακούνε" | Fundamentalist | Marx - Soros | Start Trading |

 
 

"Kουλου-βάχατα"

Σχόλια για τα πάντα ……. Η φράση “Κουλου – βάχατα” προέρχεται από την αντίστοιχη αραβική «κούλου ουάχαντ» που σημαίνει «όλα μαζί ένα».

Επικοινωνήστε μαζί μας

 

 

00:01 - 23/04/26

                         

 

Ενοίκια Ευρώπης με μισθούς Ελλάδας: η νέα πραγματικότητα της στέγασης

 

Στην Αθήνα, οι εργαζόμενοι που συντηρούν οικογένεια βρίσκονται αντιμέτωποι με ένα οξύ στεγαστικό πρόβλημα, καθώς καλούνται να καλύψουν κόστος κατοικίας που προσεγγίζει τα επίπεδα ευρωπαϊκών πρωτευουσών, χωρίς αντίστοιχη αύξηση στα εισοδήματα. Η αναντιστοιχία αυτή έχει οδηγήσει σε μια νέα οικονομική πραγματικότητα, όπου το ενοίκιο απορροφά το μεγαλύτερο μέρος του μηνιαίου μισθού, περιορίζοντας δραστικά την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών.

 

Σύμφωνα με μελέτη του ΚΕΦΙΜ, που βασίζεται σε στοιχεία της Eurostat, το 2024 το μέσο ενοίκιο στην Αθήνα διαμορφώθηκε στα 1.050 ευρώ για διαμέρισμα ενός υπνοδωματίου και στα 1.400 ευρώ για δύο υπνοδωμάτια, επίπεδα που βρίσκονται πολύ κοντά στον μέσο όρο των ευρωπαϊκών πρωτευουσών. Για μεγαλύτερα ακίνητα, οι τιμές αυξάνονται ακόμη περισσότερο, φτάνοντας έως και τα 3.050 ευρώ για μονοκατοικίες.

 

Η πραγματική πίεση, ωστόσο, γίνεται εμφανής όταν τα ενοίκια συγκριθούν με τα εισοδήματα. Με έναν μέσο μισθό περίπου στα 1.496 ευρώ, ένα μικρό διαμέρισμα απορροφά πάνω από το 70% του εισοδήματος, ενώ για μια κατοικία δύο υπνοδωματίων το ποσοστό προσεγγίζει το 94%. Αντίθετα, στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες τα αντίστοιχα ποσοστά κινούνται αισθητά χαμηλότερα, περίπου στο 34% και 46%, γεγονός που αναδεικνύει το βάθος του προβλήματος στην ελληνική αγορά.

 

Την ίδια στιγμή, οι αυξήσεις στα ενοίκια δεν ακολουθούν απλώς τον πληθωρισμό, αλλά κινούνται με ταχύτερους ρυθμούς. Οι ετήσιες αυξήσεις κυμαίνονται μεταξύ 5% και 10%, όταν ο γενικός πληθωρισμός βρίσκεται κοντά στο 3%. Η Ελλάδα καταγράφει πλέον από τις υψηλότερες αυξήσεις ενοικίων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με άνοδο 10,1% το 2025, καταλαμβάνοντας τη δεύτερη θέση μετά την Κροατία.

 

                                   

 

Τα νοικοκυριά προσαρμόζονται

 

Παρά την πίεση, τα νοικοκυριά προσαρμόζονται. Σε πολλές περιπτώσεις απαιτούνται δύο εισοδήματα για την κάλυψη των βασικών στεγαστικών αναγκών, ενώ δεν είναι σπάνιο το φαινόμενο της πρόσθετης εργασίας. Η καθημερινότητα αποκαλύπτει ότι η επιβίωση στηρίζεται περισσότερο σε πρακτικές προσαρμογής παρά σε πραγματική βελτίωση των οικονομικών συνθηκών.

 

Σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, όπως η Μαδρίτη, η Ρώμη ή η Βιέννη, η Αθήνα δεν εμφανίζει πλέον μεγάλη απόσταση ως προς τα επίπεδα ενοικίων. Ωστόσο, το χάσμα στα εισοδήματα παραμένει σημαντικό, καθιστώντας την επιβάρυνση για τους Έλληνες ενοικιαστές δυσανάλογα υψηλή. Σε ακριβότερες πόλεις όπως το Παρίσι ή το Δουβλίνο, τα ενοίκια είναι υψηλότερα, αλλά συνοδεύονται και από πολύ μεγαλύτερους μισθούς.

 

Η πορεία της αγοράς κατοικίας στην Ελλάδα τα τελευταία 25 χρόνια αποτυπώνει έναν πλήρη κύκλο έντονης ανόδου, κατάρρευσης και εκ νέου εκρηκτικής ανάκαμψης. Σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος, οι τιμές σχεδόν διπλασιάστηκαν την περίοδο 2000–2007, κατέρρευσαν κατά περίπου 44% έως το 2017 και στη συνέχεια ανέκαμψαν δυναμικά. Από το 2018 έως το 2025, οι τιμές στην Αθήνα αυξήθηκαν κατά περίπου 95%, ξεπερνώντας πλέον τα προ κρίσης επίπεδα.

 

Συνολικά, η εικόνα που διαμορφώνεται είναι αυτή μιας αγοράς κατοικίας που λειτουργεί με όρους διεθνοποιημένης ζήτησης και επενδυτικής λογικής, ενώ τα εισοδήματα παραμένουν εγκλωβισμένα σε χαμηλότερα επίπεδα. Το αποτέλεσμα είναι μια διαρκής πίεση στα νοικοκυριά, που μετατρέπει τη στέγαση από βασικό αγαθό σε οικονομικό βάρος πρώτης γραμμής.

 

                                                              

 

Κατά τα άλλα αλλάζουνε ως χώρα

 

Η αύξηση των μετακλητών υπαλλήλων κατά 102% από το 2013 έως σήμερα δεν αποτελεί απλώς μια στατιστική μεταβολή, αλλά ένδειξη της σταδιακής διόγκωσης ενός μόνιμου μηχανισμού πολιτικής επιρροής μέσα στο κράτος. Σε μια περίοδο όπου το συνολικό μέγεθος της δημόσιας διοίκησης παραμένει σχετικά σταθερό, το τμήμα που υπάγεται άμεσα στον έλεγχο της εκάστοτε πολιτικής ηγεσίας διευρύνεται συστηματικά. Σύμφωνα με μελέτη του ΠΑΝΣΥΠΟ, το αποτέλεσμα είναι μια διοίκηση που δεν λειτουργεί με θεσμική συνέχεια, αλλά μέσα από διαδοχικούς κύκλους πολιτικών αλλαγών και ανασυγκρότησης.

 

Η συζήτηση για το λεγόμενο «επιτελικό κράτος» και τα όρια της πολιτικής στελέχωσης επανέρχεται διαρκώς, αναδεικνύοντας ζητήματα διαφάνειας, κριτηρίων επιλογής και θεσμικού ελέγχου του ρόλου των μετακλητών. Τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν μια σταθερά ανοδική τάση, ανεξαρτήτως πολιτικής περιόδου.

 

Με βάση την ανάλυση του ΠΑΝΣΥΠΟ, οι μετακλητοί από 1.753 το 2013 ανέρχονται σε 3.646 τον Οκτώβριο του 2025, καταγράφοντας αύξηση 102%. Η εξέλιξη αυτή δεν συνοδεύεται από αντίστοιχη διεύρυνση του συνολικού δημόσιου τομέα, αλλά εντοπίζεται σε συνθήκες σχετικής σταθερότητας της απασχόλησης. Έτσι, ενισχύεται αναλογικά το πολιτικά ελεγχόμενο τμήμα της διοίκησης.

 

 

Η μελέτη, που βασίζεται σε στοιχεία της Απογραφής Ανθρώπινου Δυναμικού, καταγράφει επίσης ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο: κάθε κυβερνητική αλλαγή συνοδεύεται από μείωση του αριθμού των μετακλητών και στη συνέχεια από σταδιακή επαναφορά και αύξηση. Ενδεικτικά, το 2015 ο αριθμός υποχώρησε στους 845, για να ακολουθήσει εκ νέου ανοδική πορεία, ενώ αντίστοιχα μοτίβα καταγράφονται και στις μεταβολές του 2019 και του 2024.

 

Από τη συνολική εικόνα προκύπτει ότι η διοίκηση λειτουργεί περισσότερο ως σύστημα περιοδικής ανανέωσης παρά ως σταθερός μηχανισμός συνέχειας. Την περίοδο 2012–2014 οι μετακλητοί κυμαίνονταν κατά μέσο όρο στους 1.800, την περίοδο 2015–2019 στους 2.122, ενώ μετά το 2019 ξεπερνούν κατά μέσο όρο τους 3.200, φτάνοντας έως και τους 3.646. Η τάση αυτή εμφανίζεται ανεξάρτητα από κυβερνητικές εναλλαγές, γεγονός που υποδηλώνει πλέον διαρθρωτικό χαρακτήρα.

 

Οι επιπτώσεις αυτού του μοντέλου είναι θεσμικές. Η συχνή ανανέωση του προσωπικού μειώνει τη διοικητική συνέχεια, αποδυναμώνει τη θεσμική μνήμη και περιορίζει τη συσσώρευση εμπειρίας στο δημόσιο σύστημα. Αντί για έναν σταθερό διοικητικό πυρήνα, διαμορφώνεται ένας μηχανισμός που επανεκκινεί ανά πολιτικό κύκλο.

 

Σε επίπεδο κατανομής, το 56,7% των μετακλητών απασχολείται στην τοπική αυτοδιοίκηση, το 23,3% στη Βουλή και το 15,9% στα υπουργεία. Η εικόνα αυτή δείχνει ότι το φαινόμενο δεν περιορίζεται στο κεντρικό κράτος, αλλά διαχέεται σε όλο το διοικητικό σύστημα, με ισχυρή παρουσία κοντά στον πολίτη.

 

Το εκτιμώμενο ετήσιο κόστος ανέρχεται σε περίπου 86,9 εκατ. ευρώ, χωρίς όμως να δημιουργεί μόνιμη διοικητική υπεραξία, καθώς πρόκειται για δαπάνη που αναπαράγεται με κάθε πολιτική αλλαγή.

 

Σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, η απόκλιση είναι εμφανής: στη Δανία οι πολιτικοί σύμβουλοι είναι 39 σε σύνολο περίπου 200.000 δημοσίων υπαλλήλων, στη Γερμανία δεν προβλέπεται εξωτερικό σύστημα μετακλητών, ενώ στην Κύπρο έχουν θεσπιστεί αυστηρότεροι κανόνες προσόντων και διαφάνειας.

 

Συνολικά, σύμφωνα με τη μελέτη, το φαινόμενο δεν αποτελεί συγκυριακή εξέλιξη αλλά δομική μετατόπιση του διοικητικού μοντέλου, με ενίσχυση της πολιτικής εξάρτησης της διοίκησης. Αυτό οδηγεί σε προτάσεις για θεσμικές παρεμβάσεις, όπως ανώτατο όριο μετακλητών, σαφέστερο πλαίσιο καθηκόντων, ελάχιστα προσόντα, κανόνες ασυμβίβαστου και πλήρες δημόσιο μητρώο για λόγους διαφάνειας.

                             

 

Γιατί οι Έλληνες αισθάνονται φτωχοί

 

Το Ταμείο Ανάκαμψης, αν και γεννήθηκε μέσα από την πανδημική κρίση, βρήκε την Ελλάδα σε μια ιδιαίτερα ευνοϊκή στιγμή: η χώρα είχε ήδη εξαντλήσει μια δεκαετία λιτότητας και ήταν έτοιμη να απογειωθεί. Παρ' όλα αυτά, η συνεισφορά του μηχανισμού, αν και αδιαμφισβήτητη, δεν αρκεί για να κλείσει γρήγορα το χάσμα που χωρίζει την Ελλάδα από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης. Το βιοτικό επίπεδο παραμένει χαμηλότερο από εκείνο του 2008, ακόμα και αν η πορεία είναι σαφώς ανοδική.

 

Τα νούμερα πίσω από την αίσθηση της φτώχειας

 

Ο αναπληρωτής γενικός διευθυντής Οικονομικών Υποθέσεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ντέκλαν Κοστέλο, είχε αναφέρει πριν από μερικές ημέρες πως το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ελλάδας άγγιξε περίπου το 68% του ευρωπαϊκού μέσου όρου το 2025 – αξιοσημείωτη πρόοδος σε σχέση με το κατώτατο σημείο της κρίσης, αλλά ακόμα κάτω από τα επίπεδα του 2008. Ταυτόχρονα, προειδοποιεί ότι τα τότε νούμερα ήταν τεχνητά διογκωμένα λόγω ανεξέλεγκτου δανεισμού.

 

Πιο αποκαλυπτικό, ωστόσο, είναι το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα – δηλαδή αυτό που μένει στα χέρια των νοικοκυριών μετά από φόρους και κοινωνικές μεταβιβάσεις. Και εδώ η εικόνα παραμένει δυσοίωνη: τα ελληνικά νοικοκυριά δεν έχουν ακόμα επιστρέψει στα επίπεδα πριν από την κρίση.

 

Σε απόλυτα νούμερα, η αγοραστική δύναμη ανά άτομο ανέβηκε από 18.700 δολάρια το 2015 στα 22.500 δολάρια το 2025 – αλλά εξακολουθεί να υστερεί έναντι των 24.000 δολαρίων του 2008. Σύμφωνα με προβολές του World Data Lab, η επιστροφή στα προ κρίσης επίπεδα αναμένεται μέσα στην επόμενη τριετία, με αισθητή υπέρβαση τους από το 2030 – υπό την προϋπόθεση, φυσικά, ότι το ταραγμένο διεθνές περιβάλλον δεν θα ανατρέψει τις εκτιμήσεις. Η Τράπεζα της Ελλάδος, από την πλευρά της, υπολογίζει ότι το ονομαστικό διαθέσιμο εισόδημα το 2024 παρέμενε 9,3% χαμηλότερο από το 2009, ενώ το πραγματικό υστερεί κατά σχεδόν 20%.

 

Η αισιοδοξία των Βρυξελλών

 

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιλέγει να εστιάζει στο θετικό πρόσημο: την τελευταία πενταετία το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα αυξανόταν κατά μέσον όρο 2,8% ετησίως, ρυθμός σαφώς ταχύτερος από τον μέσο όρο της ΕΕ. Για το 2026 και το 2027, οι προβλέψεις μιλούν για αύξηση άνω του 3,5% ετησίως – ένδειξη ότι η σύγκλιση συνεχίζεται, ενισχυμένη από τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, τους υψηλότερους πραγματικούς μισθούς και τις ελαφρύνσεις στη φορολογία εργασίας.

 

Ο Κοστέλο, όμως, φροντίζει να υπενθυμίσει ότι οι μέσοι όροι συχνά κρύβουν ανισότητες: τα χαμηλόμισθα νοικοκυριά πλήττονται δυσανάλογα από τον πληθωρισμό, αφού δαπανούν μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός τους σε βασικά αγαθά. Το ποσοστό φτώχειας, αν και μειώθηκε, παραμένει από τα υψηλότερα στην ΕΕ. Μέτρα όπως το εγγυημένο ελάχιστο εισόδημα (2017) και η αύξηση του κατώτατου μισθού κατά περίπου 35% από το 2021 έχουν ανακουφίσει τους πιο ευάλωτους, φέρνοντας τον ελληνικό κατώτατο μισθό –σε πραγματικούς όρους αγοραστικής δύναμης– κοντά στον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

 

Ποια εμπόδια ανακόπτουν την ανάπτυξη

 

Ο ίδιος αξιωματούχος περιγράφει τρεις βασικές τροχοπέδες:

 

Πρώτον, το επιχειρηματικό περιβάλλον: παρά τις μεταρρυθμίσεις, το γραφειοκρατικό και ρυθμιστικό πλαίσιο εξακολουθεί να αποτρέπει επενδύσεις και να δυσχεραίνει την ανάπτυξη των επιχειρήσεων. Δεύτερον, η δημογραφία: η γήρανση του πληθυσμού συρρικνώνει το εργατικό δυναμικό, καθιστώντας επιτακτική την ενεργοποίηση αδρανών ομάδων – κυρίως γυναικών – και την επέκταση υπηρεσιών φροντίδας. Τρίτον, το εκπαιδευτικό και επαγγελματικό κενό: η ευθυγράμμιση των δεξιοτήτων με τις ανάγκες της σύγχρονης, ψηφιακής και πράσινης οικονομίας παραμένει ανεπαρκής.

 

                                                      

 

«Αμυντική» κατανάλωση: Περικοπές δαπανών και έντονη ανησυχία για νέο κύμα ακρίβειας

 

Σε φάση αυξημένης επιφυλακής και συγκράτησης δαπανών έχουν περάσει τα ελληνικά νοικοκυριά, δίνοντας προτεραιότητα στην κάλυψη βασικών αναγκών, σύμφωνα με μελέτη του ΙΕΛΚΑ. Η έρευνα καταγράφει έντονη ψυχολογική πίεση στους καταναλωτές λόγω των γεωπολιτικών εξελίξεων, με παράλληλη προσαρμογή της καταναλωτικής συμπεριφοράς και αυξημένες προσδοκίες για κρατική στήριξη, κυρίως στον τομέα της ενέργειας.

 

Η μελέτη, που πραγματοποιήθηκε τον Μάρτιο του 2026 σε δείγμα 800 καταναλωτών, δείχνει ότι τα διεθνή γεγονότα – και κυρίως ο πόλεμος στον Περσικό Κόλπο – εντείνουν αρνητικά συναισθήματα όπως ο φόβος, ο θυμός και η ανησυχία. Η περιβαλλοντική κρίση εμφανίζεται επίσης ως σημαντικός παράγοντας ψυχολογικής επιβάρυνσης, ενώ συνολικά αποτυπώνεται συσσωρευμένη κόπωση από τις διαδοχικές κρίσεις των τελευταίων ετών.

 

Σε επίπεδο κόστους ζωής, τα τρόφιμα εξακολουθούν να αποτελούν τη βασικότερη πηγή πίεσης για το 40% των καταναλωτών, ακολουθούμενα από την ενέργεια (34%) και τα καύσιμα (21%). Για το επόμενο εξάμηνο, οι πολίτες εκτιμούν ότι τα τρόφιμα θα παραμείνουν η κύρια επιβάρυνση (39%), ενώ αυξάνεται σημαντικά η ανησυχία για τα καύσιμα (35%), λόγω της εποχικής αύξησης των μετακινήσεων.

 

Παρά τη σχετική σταθεροποίηση των τιμών στα τρόφιμα, η επιβάρυνση παραμένει έντονη, εξαιτίας της μεγάλης συμμετοχής τους στον οικογενειακό προϋπολογισμό και της πίεσης που έχει συσσωρευτεί τα προηγούμενα χρόνια.

 

Η αντίδραση των νοικοκυριών είναι άμεση, με στροφή σε πιο «αμυντική» καταναλωτική συμπεριφορά. Το 60% δηλώνει ότι έχει αναβάλει αγορές ένδυσης και προσωπικών ειδών, ενώ το 54% περιορίζει δαπάνες για διασκέδαση και ταξίδια. Παράλληλα, το 42% αναζητά περισσότερες προσφορές, το 40% επιλέγει φθηνότερα προϊόντα και το 36% μειώνει ακόμη και βασικές αγορές τροφίμων. Επιπλέον, καταγράφεται περιορισμός στην κατανάλωση καυσίμων (30%) και ηλεκτρικής ενέργειας (29%).

 

Την ίδια στιγμή, ενισχύεται η προσδοκία για κρατική παρέμβαση. Το 81% των καταναλωτών θεωρεί ότι θα χρειαστεί στήριξη για το κόστος ηλεκτρικής ενέργειας, το 77% για τα καύσιμα και το 67% για τρόφιμα και βασικά είδη. Ακολουθούν οι φορολογικές υποχρεώσεις (51%) και τα έξοδα στέγασης (38%).

 

Συνολικά, η εικόνα που προκύπτει είναι αυτή μιας κοινωνίας που προσαρμόζεται σε ένα περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας, περιορίζοντας τις δαπάνες και ενισχύοντας την ανάγκη για προστασία απέναντι σε ένα νέο κύμα ανατιμήσεων.

                                          

                                             

                                             

                                           

 

 

 

 

 

 

 

Παλαιότερα Σχόλια

   

Αποποίηση Ευθύνης.... 

© 2016-2026 Greek Finance Forum