|
00:01 -
23/10/26 |
|
|
|
|
|

Οι εργαζόμενοι δεν είναι το πρόβλημα της ευρωπαϊκής
ανταγωνιστικότητας – Το κόστος της υποεπένδυσης στη
βιομηχανία
Στις αρχές
Οκτωβρίου, χιλιάδες εργαζόμενοι διαδήλωσαν στις Βρυξέλλες,
αντιδρώντας στα σχέδια της βελγικής κυβέρνησης για
παρεμβάσεις στην αυτόματη τιμαριθμική αναπροσαρμογή των
μισθών, αυξήσεις στον ΦΠΑ και αλλαγές στον χρόνο εργασίας.
Τα συνδικάτα έστειλαν ένα σαφές μήνυμα: δεν αποδέχονται να
επωμιστούν οι εργαζόμενοι το βάρος της οικονομικής
προσαρμογής μέσω χαμηλότερων πραγματικών αποδοχών και
περισσότερων ωρών εργασίας.
Η αντιπαράθεση,
ωστόσο, ξεπερνά τα σύνορα του Βελγίου. Αγγίζει τον πυρήνα
της ευρωπαϊκής συζήτησης για την ανταγωνιστικότητα, καθώς
κυβερνήσεις και επιχειρήσεις υποστηρίζουν συχνά ότι η μείωση
του εργασιακού κόστους είναι αναγκαία προϋπόθεση για την
ανάκαμψη της βιομηχανίας.
Σε ανάλυσή της
στο Social Europe, η Τζούντιθ Κίρτον-Ντάρλινγκ, γενική
γραμματέας της ευρωπαϊκής ομοσπονδίας συνδικάτων
industriAll, αμφισβητεί αυτή την προσέγγιση. Όπως
υποστηρίζει, τα οικονομικά στοιχεία δείχνουν ότι το πρόβλημα
δεν βρίσκεται τόσο στις αμοιβές των εργαζομένων όσο στη
διανομή του παραγόμενου πλούτου και στη χρόνια έλλειψη
παραγωγικών επενδύσεων.
Τα κέρδη
αυξάνονται ταχύτερα από τους μισθούς
Η εξέλιξη των
εισοδημάτων στην Ευρώπη αναδεικνύει μια σημαντική
ανισορροπία. Από το 2000, τα συνολικά μικτά κέρδη στον μη
χρηματοπιστωτικό τομέα έχουν αυξηθεί με ρυθμό σχεδόν
διπλάσιο από εκείνον των μέσων μισθών.
Αντίστοιχη
απόκλιση καταγράφεται στη μεταποίηση, όπου η προστιθέμενη
αξία ανά εργαζόμενο έχει αυξηθεί κατά 16 ποσοστιαίες μονάδες
περισσότερο από τις αντίστοιχες αμοιβές. Η εικόνα αυτή,
σύμφωνα με την ανάλυση, υποδηλώνει ότι η αύξηση της
παραγωγικότητας δεν μεταφράζεται αναλογικά σε υψηλότερες
αποδοχές για όσους παράγουν τον πλούτο.
Παράλληλα, το
εργασιακό κόστος ως ποσοστό των εσόδων παραμένει σε αρκετούς
κλάδους περίπου σταθερό εδώ και 25 χρόνια. Στην ευρωπαϊκή
αυτοκινητοβιομηχανία, μάλιστα, το ποσοστό αυτό υποχώρησε από
13,9% το 2020 σε 10,7% το 2025.
Τα δεδομένα αυτά
θέτουν υπό αμφισβήτηση την άποψη ότι η συμπίεση των μισθών
αποτελεί από μόνη της αποτελεσματική λύση για την ενίσχυση
της ανταγωνιστικότητας.
Περισσότερες
ώρες εργασίας δεν σημαίνουν κατ’ ανάγκη μεγαλύτερη παραγωγή
Ανάλογη κριτική
ασκείται στην προσπάθεια αύξησης των ωρών εργασίας ως μέσου
ενίσχυσης της παραγωγής. Όπως επισημαίνει η
Κίρτον-Ντάρλινγκ, αρκετές βιομηχανικές εγκαταστάσεις
λειτουργούν κάτω από τις πραγματικές παραγωγικές τους
δυνατότητες. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η επιμήκυνση του
ωραρίου δεν εξασφαλίζει αυτομάτως περισσότερες πωλήσεις ή
υψηλότερη αξιοποίηση των επενδύσεων.
Η Ελλάδα
αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα στην επιχειρηματολογία
της. Παρά το γεγονός ότι οι Έλληνες εργαζόμενοι καταγράφουν
από τις περισσότερες ώρες εργασίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η
δυνατότητα εξαήμερης απασχόλησης και εργασίας έως 13 ώρες
υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις δεν συνιστά από μόνη της
εγγύηση για την ενίσχυση της βιομηχανικής
ανταγωνιστικότητας.
Το κρίσιμο
ζήτημα, σύμφωνα με την ανάλυση, είναι κατά πόσο οι
επιχειρήσεις διαθέτουν επαρκή κεφάλαια, σύγχρονο εξοπλισμό,
τεχνολογία και ζήτηση για να αξιοποιήσουν αποτελεσματικά την
εργασία.
Η εμπειρία μετά
τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 προσφέρει ένα ακόμη
σημείο αναφοράς. Η συγκράτηση των μισθών και η αποδυνάμωση
των συλλογικών διαπραγματεύσεων περιόρισαν την αγοραστική
δύναμη σε αρκετές ευρωπαϊκές οικονομίες. Η ασθενέστερη
κατανάλωση, με τη σειρά της, επιβάρυνε τη ζήτηση για
προϊόντα και υπηρεσίες, ενισχύοντας τις υφεσιακές πιέσεις.
Η υποχώρηση των
επενδύσεων και η έμφαση στις αποδόσεις των μετόχων
Η ανάλυση
στρέφει την προσοχή και στον τρόπο με τον οποίο διοικούνται
και χρηματοδοτούνται οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις. Η
αυξανόμενη παρουσία διεθνών επενδυτικών κεφαλαίων και funds
έχει ενισχύσει, σε ορισμένες περιπτώσεις, την έμφαση στις
βραχυπρόθεσμες οικονομικές αποδόσεις, με αποτέλεσμα οι
περικοπές κόστους να αποκτούν μεγαλύτερη βαρύτητα σε σχέση
με τις μακροπρόθεσμες επενδύσεις.
Κατά την
Κίρτον-Ντάρλινγκ, η τάση αυτή συνδέεται με τη μεταφορά
μεγαλύτερου μέρους της παραγόμενης αξίας προς τους μετόχους,
αντί της επανεπένδυσής της σε παραγωγικές εγκαταστάσεις,
τεχνολογικό εξοπλισμό και ανάπτυξη νέων προϊόντων.
Τα στοιχεία για
τις επιχειρηματικές επενδύσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση
ενισχύουν τον προβληματισμό. Το ποσοστό τους υποχώρησε από
το 13,9% του ΑΕΠ το 2019 στο 12,5% το 2024.
Δείκτης
|
Αρχικό επίπεδο
|
Τελικό επίπεδο
|
Επιχειρηματικές επενδύσεις στην ΕΕ ως ποσοστό του
ΑΕΠ
|
13,9% το 2019
|
12,5% το 2024
|
Εργασιακό κόστος στην αυτοκινητοβιομηχανία ως
ποσοστό των εσόδων
|
13,9% το 2020
|
10,7% το 2025
|
Η μείωση των
επενδύσεων δημιουργεί ερωτήματα για τη μελλοντική παραγωγική
δυναμικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας, ιδίως σε μια περίοδο
κατά την οποία η βιομηχανία καλείται να χρηματοδοτήσει τον
ψηφιακό μετασχηματισμό, την ενεργειακή μετάβαση και την
αναβάθμιση των υποδομών της.
|
|
|
|
|
|
|
|

Φορολόγηση κεφαλαίου και όροι για τις κρατικές ενισχύσεις
Στο πλαίσιο αυτό, τα βελγικά συνδικάτα
προτείνουν τη φορολόγηση των επαναγορών ιδίων μετοχών και
των εισοδημάτων από κεφάλαιο, με στόχο μια δικαιότερη
κατανομή των οικονομικών βαρών. Η πρόταση εντάσσεται στη
θέση ότι όσοι επωφελούνται περισσότερο από την αύξηση των
επιχειρηματικών αποδόσεων θα πρέπει να συνεισφέρουν
αναλογικά περισσότερο στα δημόσια έσοδα.
Παράλληλα, η Κίρτον-Ντάρλινγκ υποστηρίζει
ότι η κρατική στήριξη προς τη βιομηχανία θα πρέπει να
συνοδεύεται από συγκεκριμένες δεσμεύσεις. Μεταξύ αυτών
περιλαμβάνονται η διατήρηση ποιοτικών θέσεων εργασίας, η
προστασία των συλλογικών συμβάσεων, η απαγόρευση χρήσης
δημόσιων πόρων για τη χρηματοδότηση μερισμάτων ή επαναγορών
μετοχών και η θέσπιση εγγυήσεων απέναντι στη μεταφορά
παραγωγικών δραστηριοτήτων σε άλλες χώρες.
Η βασική θέση είναι ότι οι δημόσιες
ενισχύσεις δεν θα πρέπει να αξιολογούνται μόνο με βάση το
άμεσο οικονομικό όφελος για τις επιχειρήσεις, αλλά και με
βάση τη συμβολή τους στην απασχόληση, στην παραγωγική βάση
και στη μακροπρόθεσμη ανάπτυξη.
Το στοίχημα της ευρωπαϊκής βιομηχανικής
ανασυγκρότησης
Η Ευρώπη εξακολουθεί να διαθέτει σημαντικά
συγκριτικά πλεονεκτήματα: εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό,
ισχυρά ερευνητικά ιδρύματα και μια μεγάλη ενιαία αγορά.
Ωστόσο, η αξιοποίησή τους προϋποθέτει επαρκείς επενδύσεις,
τεχνολογική αναβάθμιση και ένα περιβάλλον που ενθαρρύνει τη
δημιουργία νέας παραγωγικής δυναμικότητας.
Η συζήτηση για την ανταγωνιστικότητα,
επομένως, δεν περιορίζεται στο ύψος των μισθών ή στη
διάρκεια του ωραρίου. Αφορά επίσης το πού κατευθύνονται τα
επιχειρηματικά κέρδη, πώς χρηματοδοτούνται οι επενδύσεις και
ποιος επωφελείται από την αύξηση της παραγωγικότητας.
Το κεντρικό επιχείρημα της ανάλυσης είναι
ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία δεν μπορεί να ενισχύσει
διατηρήσιμα τη θέση της στη διεθνή αγορά βασιζόμενη
αποκλειστικά στη μείωση του εργασιακού κόστους. Χρειάζεται
ένα επενδυτικό μοντέλο που να ενισχύει την παραγωγικότητα,
να δημιουργεί νέες δυνατότητες ανάπτυξης και να επιτρέπει
στους εργαζομένους να συμμετέχουν ουσιαστικά στα οφέλη της
οικονομικής προόδου.
|
|
|
|
|
|
|
|

Eurostat:
Η Δυτική Μακεδονία μεταξύ των περιοχών της Ε.Ε. που δεν
έχουν ανακάμψει από την πανδημία
Η ευρωπαϊκή οικονομία έχει αφήσει πίσω της
την ύφεση της πανδημίας, με το συνολικό ΑΕΠ της Ευρωπαϊκής
Ένωσης να βρίσκεται στα τέλη του 2024 κατά 5,6% υψηλότερα
από το 2019. Η ανάκαμψη, ωστόσο, δεν ήταν ισόρροπη, καθώς 46
περιφέρειες εξακολουθούν να εμφανίζουν χαμηλότερη οικονομική
παραγωγή σε σχέση με τα προ πανδημίας επίπεδα. Ανάμεσά τους
βρίσκεται η Δυτική Μακεδονία, η οποία καταγράφει μία από τις
μεγαλύτερες υποχωρήσεις σε ολόκληρη την Ε.Ε.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, 197
περιφέρειες της Ευρωπαϊκής Ένωσης είχαν έως το τέλος του
2024 ξεπεράσει τα επίπεδα ΑΕΠ του 2019. Οι επιδόσεις,
ωστόσο, παρουσιάζουν σημαντικές αποκλίσεις, με ορισμένες
περιοχές να καταγράφουν εντυπωσιακή ανάπτυξη και άλλες να
εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν τις συνέπειες της πανδημίας.
Πρωταθλήτρια ανάπτυξης η Ιρλανδία
Τη μεγαλύτερη αύξηση ΑΕΠ μεταξύ των
περιφερειών της Ε.Ε. εμφάνισε η Ανατολική και Κεντρική
Ιρλανδία, με την οικονομική παραγωγή της να ενισχύεται κατά
38% την περίοδο 2019-2024. Η ίδια περιφέρεια κατέγραψε
επίσης το υψηλότερο ΑΕΠ ανά κάτοικο το 2024.
Εξαιρετικά ισχυρές ήταν οι επιδόσεις και
στις άλλες δύο ιρλανδικές περιφέρειες. Το ΑΕΠ στη Βόρεια και
Δυτική Ιρλανδία αυξήθηκε κατά 36,4%, καταγράφοντας τη
δεύτερη μεγαλύτερη άνοδο στην Ε.Ε., ενώ στη Νότια Ιρλανδία η
αύξηση έφτασε το 26%, μία από τις έξι υψηλότερες επιδόσεις
μεταξύ των ευρωπαϊκών περιφερειών.
Οι συγκεκριμένοι αριθμοί χρειάζονται,
πάντως, προσεκτική ερμηνεία. Η οικονομική δραστηριότητα της
Ιρλανδίας επηρεάζεται σημαντικά από την παρουσία πολυεθνικών
εταιρειών που έχουν εγκαταστήσει στη χώρα τις ευρωπαϊκές
τους έδρες, αξιοποιώντας μεταξύ άλλων το ευνοϊκό φορολογικό
περιβάλλον. Ως αποτέλεσμα, οι μεταβολές του ΑΕΠ δεν
αποτυπώνουν πάντοτε με τον ίδιο τρόπο την εξέλιξη της
οικονομικής δραστηριότητας και των εισοδημάτων που
παραμένουν στην εγχώρια οικονομία.
Οι περιοχές με τις μεγαλύτερες αυξήσεις και
πτώσεις
Πέρα από την Ιρλανδία, σημαντική άνοδο του
ΑΕΠ την περίοδο 2019-2024 κατέγραψαν η περιφέρεια
Βουκουρεστίου-Ίλφοβ στη Ρουμανία, με αύξηση 33%, η Μάλτα με
32,9% και η γαλλική περιφέρεια της Μαγιότ με 32,1%.
Στον αντίποδα, η ισπανική πόλη της Θέουτα
ήταν η μοναδική περιφέρεια όπου το ΑΕΠ παρέμεινε ουσιαστικά
αμετάβλητο σε σχέση με το 2019.
Η μεγαλύτερη υποχώρηση καταγράφηκε στη
βουλγαρική περιφέρεια Yugoiztochen, όπου το ΑΕΠ μειώθηκε
κατά 20,5%. Ακολουθεί η Δυτική Μακεδονία με πτώση 18%, ενώ
σημαντικές απώλειες εμφάνισαν και το Groningen της
Ολλανδίας, με μείωση 14%, καθώς και οι ρουμανικές
περιφέρειες Sud-Muntenia και Sud-Vest Oltenia, με υποχώρηση
13,5% και 11,3% αντίστοιχα.
Συνολικά, οι πέντε αυτές περιφέρειες
συγκαταλέγονται στις περιοχές της Ε.Ε. με διψήφια συρρίκνωση
του ΑΕΠ έναντι των επιπέδων του 2019, αναδεικνύοντας τις
μεγάλες γεωγραφικές ανισότητες που εξακολουθούν να
χαρακτηρίζουν την ευρωπαϊκή οικονομία.
Η εικόνα στην Ελλάδα: Ανάπτυξη στις οκτώ από
τις εννέα περιφέρειες
Στην Ελλάδα, η οικονομική ανάκαμψη έχει
καλύψει το χαμένο έδαφος της πανδημίας στις οκτώ από τις
εννέα περιφέρειες της χώρας. Η Δυτική Μακεδονία αποτελεί τη
μοναδική εξαίρεση, με το ΑΕΠ της να παραμένει σημαντικά
χαμηλότερα από το επίπεδο του 2019.
Η Αττική εμφανίζει αύξηση ΑΕΠ κατά 11,3% την
περίοδο 2019-2024, ενώ ακολουθεί η Κεντρική Μακεδονία με
άνοδο 10,1%. Θετική είναι η εικόνα και στις υπόλοιπες
περιφέρειες, αν και οι ρυθμοί ανάπτυξης διαφέρουν αισθητά.
Ελληνική περιφέρεια
|
Μεταβολή ΑΕΠ 2019-2024
|
Αττική
|
+11,3%
|
Κεντρική Μακεδονία
|
+10,1%
|
Θεσσαλία
|
+8,9%
|
Ανατολική Μακεδονία – Θράκη
|
+8,2%
|
Κρήτη
|
+7,9%
|
Στερεά Ελλάδα
|
+7,1%
|
Ήπειρος
|
+7,1%
|
Δυτική Ελλάδα
|
+6,4%
|
Πελοπόννησος
|
+1,6%
|
Δυτική Μακεδονία
|
-18,0%
|
Τα στοιχεία καταδεικνύουν ότι η ανάκαμψη δεν
έχει εξελιχθεί με τον ίδιο ρυθμό σε ολόκληρη τη χώρα. Η
Αττική και η Κεντρική Μακεδονία έχουν καταγράψει τις
μεγαλύτερες αυξήσεις, ενώ η Πελοπόννησος εμφανίζει την
ασθενέστερη θετική μεταβολή, με το ΑΕΠ της να βρίσκεται
μόλις 1,6% πάνω από το επίπεδο του 2019.
Η περίπτωση της Δυτικής Μακεδονίας ξεχωρίζει
αρνητικά, καθώς η πτώση κατά 18% την κατατάσσει μεταξύ των
περιφερειών με τις χειρότερες επιδόσεις στην Ευρωπαϊκή
Ένωση. Η απόκλιση αυτή αναδεικνύει τις ιδιαίτερες
αναπτυξιακές προκλήσεις που αντιμετωπίζει η περιοχή και τη
μεγάλη απόσταση που εξακολουθεί να τη χωρίζει από την προ
πανδημίας οικονομική της δραστηριότητα.
Οι πρωτεύουσες ενισχύουν τη θέση τους
Η γεωγραφική κατανομή της ανάπτυξης
αποτυπώνεται και στις επιδόσεις των περιφερειών που
περιλαμβάνουν τις πρωτεύουσες των κρατών-μελών. Σχεδόν όλες
εμφανίζουν υψηλότερο ΑΕΠ σε σχέση με το 2019, με μοναδική
εξαίρεση την περιφέρεια Ελσίνκι-Ουουσίμα στη Φινλανδία, όπου
καταγράφηκε μείωση 1,9% σε πραγματικούς όρους.
Η γενική εικόνα υπογραμμίζει ότι, παρά την
ανάκαμψη της ευρωπαϊκής οικονομίας σε συνολικό επίπεδο, οι
διαφορές μεταξύ περιφερειών παραμένουν έντονες. Για την
Ελλάδα, η σημαντική απόκλιση της Δυτικής Μακεδονίας από την
υπόλοιπη χώρα αποτελεί το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα
αυτής της άνισης πορείας.
|
|
|
|
|
|
|
|

ΙΟΒΕ: Χωρίς αποταμιευτικό μαξιλάρι τα ελληνικά νοικοκυριά –
Η κατανάλωση αυξάνεται, αλλά τα περιθώρια στενεύουν
Χωρίς ουσιαστικό αποταμιευτικό απόθεμα
εξακολουθούν να βρίσκονται, σε συνολικό επίπεδο, τα ελληνικά
νοικοκυριά, παρά την αύξηση των εισοδημάτων και την ισχυρή
ανάκαμψη της κατανάλωσης μετά την πανδημία. Η δαπάνη
εξακολουθεί να υπερβαίνει το διαθέσιμο εισόδημα, ενώ ένα
μέρος της ανόδου συνδέεται με αγορές που είχαν αναβληθεί
κατά τη διάρκεια της πολυετούς οικονομικής κρίσης και πλέον
αναπληρώνονται.
Αυτό είναι ένα από τα βασικά συμπεράσματα
της ειδικής ανάλυσης του ΙΟΒΕ για την ανθεκτικότητα της
ιδιωτικής κατανάλωσης, η οποία περιλαμβάνεται στην
τριμηνιαία έκθεση για την ελληνική οικονομία. Το Ίδρυμα
καταγράφει σαφώς ισχυρότερη ανάκαμψη της κατανάλωσης στην
Ελλάδα σε σύγκριση με την Ευρωζώνη, επισημαίνοντας παράλληλα
ότι η συνέχιση αυτής της πορείας προϋποθέτει τη διατήρηση
της αύξησης της απασχόλησης και των μισθών.
Το πρόβλημα είναι ότι η άνοδος των
εισοδημάτων δεν έχει συνοδευτεί από αντίστοιχη ενίσχυση της
αποταμίευσης. Έτσι, τα νοικοκυριά παραμένουν περισσότερο
εκτεθειμένα σε νέες ανατιμήσεις βασικών αγαθών ή σε
ενδεχόμενη επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας και
των εισοδημάτων τους.
Η Ελλάδα αποκλίνει από την Ευρωζώνη στην
αποταμίευση
Την περίοδο 2019-2024, το πραγματικό
ακαθάριστο διαθέσιμο εισόδημα ανά κάτοικο στην Ελλάδα
αυξήθηκε κατά 14,3%, ενώ η πραγματική ατομική κατανάλωση ανά
κάτοικο ενισχύθηκε κατά 14,4%. Με άλλα λόγια, η αύξηση της
κατανάλωσης ήταν σχεδόν ισόποση με εκείνη του εισοδήματος.
Στην Ευρωζώνη, η εικόνα ήταν διαφορετική. Το
πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα αυξήθηκε κατά 6,2%, ενώ η
πραγματική ατομική κατανάλωση περιορίστηκε σε αύξηση 3,8%,
επιτρέποντας μεγαλύτερη ενίσχυση της αποταμίευσης.
Η απόκλιση αποτυπώνεται ξεκάθαρα στα
στοιχεία για το ποσοστό αποταμίευσης. Στην Ελλάδα παρέμεινε
αρνητικό και διαμορφώθηκε στο -2,5% το 2024, έναντι -2,4% το
2019. Ενδιάμεσα, το 2022 είχε υποχωρήσει έως το -5%.
Αντίθετα, στην Ευρωζώνη το ποσοστό
αποταμίευσης αυξήθηκε στο 15,1% το 2024, από 12,9% το 2019.
Η αρνητική αποταμίευση υποδηλώνει ότι,
συνολικά, η καταναλωτική δαπάνη των ελληνικών νοικοκυριών
υπερβαίνει το διαθέσιμο εισόδημά τους. Αυτό, ωστόσο, δεν
σημαίνει ότι όλα τα νοικοκυριά βρίσκονται στην ίδια θέση,
καθώς οι συνολικοί δείκτες δεν αποτυπώνουν τις σημαντικές
διαφορές μεταξύ των εισοδηματικών κατηγοριών.
Η απασχόληση και οι μισθοί στηρίζουν την
κατανάλωση
Ένα από τα στοιχεία που το ΙΟΒΕ αξιολογεί
θετικά είναι ότι η ανάκαμψη της κατανάλωσης μετά το 2019
συνδέεται κυρίως με την αύξηση των εισοδημάτων από εργασία,
συμπεριλαμβανομένων των μισθών και των εισοδημάτων από
αυτοαπασχόληση.
Στην Ευρωζώνη, αντίθετα, οι κοινωνικές
παροχές διαδραμάτισαν σημαντικότερο ρόλο στη στήριξη των
εισοδημάτων.
Η εξέλιξη αυτή δείχνει ότι η ελληνική
κατανάλωση έχει στηριχθεί σε μεγαλύτερο βαθμό στη βελτίωση
της αγοράς εργασίας. Η συνέχιση της ανόδου της απασχόλησης
και των αμοιβών θα μπορούσε να διατηρήσει τη δυναμική της
δαπάνης, χωρίς όμως να εξαλείφει την αδυναμία που δημιουργεί
η απουσία αποταμιευτικού αποθέματος.
Σημειώνεται ότι τα συγκρινόμενα μεγέθη
πραγματικού εισοδήματος και ατομικής κατανάλωσης
περιλαμβάνουν και την αξία υπηρεσιών, όπως η υγεία και η
εκπαίδευση, οι οποίες παρέχονται δωρεάν ή με επιδότηση από
το κράτος.
Άλμα 14,1% στην κατανάλωση από το 2019
Η ισχυρή ανάκαμψη της ελληνικής κατανάλωσης
αποτυπώνεται και στα στοιχεία για τον όγκο της δαπάνης εντός
της χώρας. Το 2025 ήταν κατά 14,1% υψηλότερος σε σύγκριση με
το 2019, όταν στην Ευρωζώνη η αντίστοιχη αύξηση διαμορφώθηκε
στο 5,3%.
Στην ομάδα Ισπανίας, Ιταλίας, Πορτογαλίας
και Κύπρου, η άνοδος έφτασε το 5,8%.
Ιδιαίτερα έντονη ήταν η αύξηση στα διαρκή
αγαθά, κατηγορία στην οποία περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων,
τα αυτοκίνητα. Ο όγκος της σχετικής κατανάλωσης στην Ελλάδα
ενισχύθηκε κατά 57,5% την περίοδο 2019-2025, έναντι μόλις
8,6% στην Ευρωζώνη.
Η μεγάλη διαφορά, ωστόσο, πρέπει να
εξεταστεί υπό το πρίσμα της χαμηλής αφετηρίας. Το 2019, τα
διαρκή αγαθά αντιστοιχούσαν μόλις στο 4,7% της ονομαστικής
καταναλωτικής δαπάνης στην Ελλάδα, έναντι 8,5% στην
Ευρωζώνη. Η πολυετής οικονομική κρίση είχε οδηγήσει πολλά
νοικοκυριά στην αναβολή αγορών, δημιουργώντας σημαντικές
ανάγκες αναπλήρωσης.
Σύμφωνα με το ΙΟΒΕ, η διαδικασία αυτή εξηγεί
μέρος της ισχυρής ανόδου, αλλά αναμένεται σταδιακά να
εξασθενήσει, καθώς οι αναβληθείσες αγορές δεν μπορούν να
επαναλαμβάνονται επ' αόριστον με την ίδια ένταση. Παρ' όλα
αυτά, τα περιθώρια αναπλήρωσης δεν φαίνεται να έχουν
εξαντληθεί πλήρως, καθώς το μερίδιο των διαρκών αγαθών στην
ελληνική κατανάλωση παρέμενε και το 2025 χαμηλότερο από το
αντίστοιχο ευρωπαϊκό.
|
|
|
|
|
|
|
|

Ερωτήματα για την πραγματική αύξηση της κατανάλωσης
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στα μη διαρκή
αγαθά, όπως τα τρόφιμα και η ενέργεια. Ο όγκος της
κατανάλωσής τους στην Ελλάδα εμφανίζεται αυξημένος κατά
16,7% την περίοδο 2019-2025, όταν στην Ευρωζώνη η αντίστοιχη
μεταβολή ήταν μόλις 0,3%.
Το ΙΟΒΕ επισημαίνει, ωστόσο, ότι η εξέλιξη
αυτή συνοδεύεται από ασυνήθιστα χαμηλό αποπληθωριστή, δηλαδή
από μικρότερη αύξηση των τιμών που χρησιμοποιούνται για τον
υπολογισμό του πραγματικού όγκου της κατανάλωσης.
Ειδικότερα, ο αποπληθωριστής των μη διαρκών
αγαθών αυξήθηκε κατά 15,5%, ενώ ο εναρμονισμένος δείκτης
τιμών για τρόφιμα, ενέργεια και λοιπά μη διαρκή αγαθά
ενισχύθηκε κατά 26,8%.
Η σημαντική απόκλιση δημιουργεί ερωτήματα
για το κατά πόσο η καταγεγραμμένη άνοδος του όγκου αντανακλά
εξ ολοκλήρου πραγματική αύξηση της κατανάλωσης. Το Ίδρυμα
αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο μέρος της διαφοράς να οφείλεται
σε υποεκτίμηση της αύξησης των τιμών, η οποία επηρεάζει τον
υπολογισμό των πραγματικών μεγεθών.
Ο τουρισμός δεν εξηγεί από μόνος του την
άνοδο
Η ανάλυση εξετάζει επίσης τον ρόλο του
τουρισμού στην ενίσχυση της κατανάλωσης. Σύμφωνα με το ΙΟΒΕ,
η επίδρασή του είναι περισσότερο εμφανής στις μεγάλες
διακυμάνσεις που καταγράφηκαν κατά την πανδημία, παρά στη
μεταγενέστερη ανοδική πορεία.
Αυτό δεν σημαίνει ότι ο τουρισμός δεν
συμβάλλει στην οικονομική δραστηριότητα. Η επίδρασή του
μπορεί να είναι και έμμεση, μέσω της απασχόλησης και των
εισοδημάτων που δημιουργεί. Ωστόσο, η εξέλιξη της εγχώριας
κατανάλωσης δεν μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά στις δαπάνες
των επισκεπτών.
Παράλληλα, η συνολική αύξηση της κατανάλωσης
δεν συνεπάγεται ότι όλα τα νοικοκυριά έχουν ωφεληθεί στον
ίδιο βαθμό. Η ακρίβεια στα τρόφιμα και την ενέργεια
επιβαρύνει αναλογικά περισσότερο τα χαμηλότερα εισοδήματα,
ενώ η αναπλήρωση διαρκών αγαθών αφορά σε μεγαλύτερο βαθμό τα
υψηλότερα εισοδηματικά στρώματα.
Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι η ελληνική
κατανάλωση έχει ανακάμψει σημαντικά τα τελευταία χρόνια,
χωρίς όμως η βελτίωση αυτή να συνοδεύεται από τη δημιουργία
ενός αντίστοιχου αποθέματος αποταμιεύσεων. Η συνέχιση της
ανόδου θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από την πορεία των
μισθών και της απασχόλησης, αλλά και από το κατά πόσο τα
νοικοκυριά θα μπορέσουν να καλύπτουν τις ανάγκες τους χωρίς
να περιορίζουν περαιτέρω τα ήδη στενά οικονομικά τους
περιθώρια.
|
|
|
|
|
|