| Ειδήσεις | Ο Κυνηγός | Λεωφόρος Αθηνών | "Κουλου - Βάχατα" | +/- | "Μας ακούνε" | Fundamentalist | Marx - Soros |

 

"Kουλου-βάχατα"

Σχόλια για τα πάντα ……. Η φράση “Κουλου – βάχατα” προέρχεται από την αντίστοιχη αραβική «κούλου ουάχαντ» που σημαίνει «όλα μαζί ένα».

Επικοινωνήστε μαζί μας

 

 

00:01 - 26/06/26

                        

 

Η αγορά κατοικίας περνά σε φάση επιβράδυνσης – Υποχωρούν οι ρυθμοί αύξησης των τιμών

 

Η ελληνική αγορά κατοικίας εμφανίζει πλέον σαφή σημάδια επιβράδυνσης, καθώς οι τιμές συνεχίζουν να αυξάνονται, αλλά με αισθητά χαμηλότερους ρυθμούς σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια. Η εξέλιξη αυτή θεωρείται αναμενόμενη από τους περισσότερους φορείς της αγοράς και αποδίδεται κυρίως στην εξομάλυνση των ξένων επενδυτικών ροών μετά την έντονη περίοδο 2023-2024, αλλά και στην ολοκλήρωση του προγράμματος «Σπίτι μου 2», το οποίο ενίσχυσε σημαντικά τη ζήτηση και τις τιμές, ιδιαίτερα στα παλαιότερα και οικονομικότερα ακίνητα.

 

Η επιβράδυνση αποτυπώνεται στα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος

 

Σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος, κατά το πρώτο τρίμηνο του 2026 οι τιμές των κατοικιών αυξήθηκαν κατά 5,7% σε ετήσια βάση, έναντι αύξησης 8,3% το τελευταίο τρίμηνο του 2025. Για το σύνολο του 2025, η μέση ετήσια άνοδος είχε διαμορφωθεί στο 8,1%, ενώ το 2024 είχε αγγίξει το 9,1%.

Στην Αττική οι τιμές αυξήθηκαν κατά 5,2%, έναντι 6,5% στο τέλος του 2025, ενώ στη Θεσσαλονίκη η ετήσια αύξηση περιορίστηκε στο 6,4% από 9,7% το προηγούμενο έτος. Στις υπόλοιπες μεγάλες πόλεις της χώρας, ο ρυθμός αύξησης διαμορφώθηκε στο 5,4%, έναντι 10,2% το 2025.

 

Σημαντική επιβράδυνση στην Αττική και τη Θεσσαλονίκη

 

Αντίστοιχη εικόνα καταγράφει και η ανάλυση της Spitogatos.gr μέσω του Spitogatos Insights.

 

Στο κέντρο της Αθήνα οι ζητούμενες τιμές πώλησης αυξήθηκαν κατά 7,9% το πρώτο τρίμηνο του 2026, έναντι 11,7% ένα χρόνο νωρίτερα.

 

Στα Νότια Προάστια η αύξηση περιορίστηκε στο 4,1% από 9,1%, ενώ στον Πειραιάς μόλις στο 2,3%, από 7,1% πέρυσι.

 

Η μεγαλύτερη επιβράδυνση παρατηρείται στη Θεσσαλονίκη, όπου η αύξηση των ζητούμενων τιμών περιορίστηκε στο 4,2%, έναντι εντυπωσιακού 12,5% το αντίστοιχο περσινό διάστημα.

 

Μόνη εξαίρεση αποτελούν τα Βόρεια Προάστια της Αθήνας, όπου οι τιμές συνεχίζουν να αυξάνονται με σχετικά σταθερό ρυθμό, 7,1% φέτος έναντι 7,4% πέρυσι.

 

Ο ρόλος του «Σπίτι μου 2»

 

Σύμφωνα με τον διευθύνοντα σύμβουλο της Spitogatos.gr, κ. Δημήτρη Μελαχροινό, το πρόγραμμα «Σπίτι μου» υπήρξε ένας από τους βασικούς παράγοντες που τροφοδότησαν την έντονη άνοδο των τιμών κατά το 2025.

 

Όπως επισήμανε, χωρίς τη συγκεκριμένη παρέμβαση οι τιμές σε αρκετές κατηγορίες κατοικιών θα ήταν χαμηλότερες τόσο το 2025 όσο και το 2026, ιδιαίτερα στα ακίνητα που πληρούσαν τα κριτήρια επιλεξιμότητας του προγράμματος.

 

Οι νεόδμητες κατοικίες πλησιάζουν τα όρια της αγοράς

 

Η φετινή μελέτη της Savills Hellas δείχνει ότι οι τιμές των νεόδμητων κατοικιών βρίσκονται πλέον πολύ κοντά στα ανώτατα επίπεδα που μπορεί να απορροφήσει η αγορά.

 

Στο σύνολο της Αττικής, οι τιμές των νεόδμητων αυξήθηκαν κατά 18,4% την περίοδο 2023-2025, έναντι 28,5% την περίοδο 2021-2023.

 

Η επιβράδυνση είναι ακόμη πιο εμφανής:

 

Στα Βόρεια Προάστια: αύξηση 8% έναντι 27% την προηγούμενη διετία.

 

Στα Νότια Προάστια: αύξηση 10% έναντι 26%.

 

Οι μέσες τιμές έχουν φτάσει πλέον περίπου:

 

5.000 ευρώ/τ.μ. στα Βόρεια Προάστια.

 

6.800 ευρώ/τ.μ. στα Νότια Προάστια.

 

Τα επίπεδα αυτά περιορίζουν σημαντικά τη δυνητική αγοραστική βάση, καθώς απευθύνονται κυρίως σε υψηλά εισοδήματα και ξένους επενδυτές.

 

Οι προσιτές περιοχές συνεχίζουν να υπεραποδίδουν

 

Αντίθετα, οι περιοχές όπου οι τιμές παραμένουν συγκριτικά χαμηλότερες εξακολουθούν να παρουσιάζουν ισχυρή δυναμική.

 

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Savills:

 

Στο κέντρο της Αθήνας οι τιμές αυξήθηκαν κατά 20% τη διετία 2023-2025.

 

Στα Δυτικά Προάστια η αύξηση έφτασε το 27%.

 

Στο υπόλοιπο της Αττικής η μέση άνοδος άγγιξε το 30%.

 

Οι περιοχές αυτές εξακολουθούν να προσελκύουν αγοραστές που αναζητούν καλύτερη σχέση τιμής και αξίας, καθώς και επενδυτές που θεωρούν ότι υπάρχουν ακόμη περιθώρια ανόδου.

 

Η προσιτότητα αποτελεί πλέον τον βασικό περιορισμό

 

Ένας από τους σημαντικότερους λόγους για τη σταδιακή επιβράδυνση είναι ότι οι κατοικίες έχουν καταστεί ιδιαίτερα ακριβές για το μέσο ελληνικό νοικοκυριό.

 

Η μέση ζητούμενη τιμή στην Αττική ξεπερνά πλέον τα 2.500 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, ενώ σε πολλές περιοχές προσεγγίζει ή υπερβαίνει τα 3.000 ευρώ/τ.μ.

 

Από το 2021 μέχρι σήμερα, οι τιμές κατοικιών στο Λεκανοπέδιο έχουν αυξηθεί συνολικά κατά περίπου 54%, γεγονός που έχει επιβαρύνει σημαντικά την προσιτότητα της κατοικίας.

                       

 

Οι μισθοί δεν ακολουθούν τον ρυθμό των τιμών

 

Σύμφωνα με μελέτη των ΙΟΒΕ και Cepal, οι μέσοι μισθοί στον ιδιωτικό τομέα αυξήθηκαν ονομαστικά κατά περίπου 4,5% ετησίως την περίοδο 2019-2025, προσεγγίζοντας τα 1.500 ευρώ.

 

Ωστόσο, σε πραγματικούς όρους η αγοραστική δύναμη παρέμεινε ουσιαστικά στάσιμη, καθώς ο πληθωρισμός και οι αυξήσεις στο κόστος ζωής απορρόφησαν σχεδόν ολόκληρο το όφελος από τις μισθολογικές αυξήσεις.

 

Συμπέρασμα

 

Η αγορά κατοικίας εξακολουθεί να κινείται ανοδικά, αλλά εισέρχεται πλέον σε μια πιο ώριμη φάση. Η εκρηκτική άνοδος των τελευταίων ετών φαίνεται να υποχωρεί, καθώς:

 

οι τιμές έχουν φτάσει σε υψηλά επίπεδα,

 

η αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών παραμένει περιορισμένη,

 

οι ξένες εισροές κεφαλαίων έχουν εξομαλυνθεί,

 

και τα έκτακτα προγράμματα στήριξης της ζήτησης ολοκληρώνονται.

 

Η μελλοντική πορεία της αγοράς θα εξαρτηθεί κυρίως από την εξέλιξη των εισοδημάτων, την πρόσβαση σε στεγαστική πίστη, την προσφορά νέων κατοικιών και τη διατήρηση του επενδυτικού ενδιαφέροντος από το εξωτερικό.

 

                            

 

Ευρωβαρόμετρο: Οι Έλληνες βλέπουν πιο δύσκολο μέλλον για τα παιδιά τους – Η ακρίβεια και το στεγαστικό τροφοδοτούν την απαισιοδοξία

 

Έντονος προβληματισμός επικρατεί στην ελληνική κοινωνία σχετικά με τις προοπτικές των νεότερων γενεών, σύμφωνα με τα ευρήματα του τελευταίου Ευρωβαρόμετρου για την οικονομία. Περισσότεροι από τους μισούς Έλληνες πολίτες (54%) εκτιμούν ότι τα παιδιά που μεγαλώνουν σήμερα θα έχουν χαμηλότερο βιοτικό επίπεδο σε σύγκριση με αυτό που είχαν οι γονείς τους, ενώ μόλις δύο στους δέκα θεωρούν ότι οι επόμενες γενιές θα ζήσουν καλύτερα.

 

Η συγκεκριμένη αντίληψη δεν αποτελεί νέο φαινόμενο. Εδώ και αρκετά χρόνια επανέρχεται συστηματικά τόσο στις δημοσκοπήσεις όσο και στον δημόσιο διάλογο, αντανακλώντας τις συνέπειες της πολυετούς οικονομικής κρίσης και των σημερινών πιέσεων στο κόστος ζωής.

 

Μια γενιά που ξεκίνησε με μειωμένες προσδοκίες

 

Ιδιαίτερα χαρακτηριστική είναι η περίπτωση των σημερινών τριαντάρηδων, οι οποίοι εισήλθαν στην αγορά εργασίας κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης. Πρόκειται για τη γενιά που βρέθηκε αντιμέτωπη με τον υποκατώτατο μισθό των 510 ευρώ μεικτά και η οποία, ακόμη και σήμερα, δυσκολεύεται να αποκτήσει οικονομική ανεξαρτησία.

 

Η πρόσβαση στην κατοικία αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα εμπόδια. Για πολλούς νέους εργαζομένους, η ενοικίαση ενός διαμερίσματος στην Αθήνα απορροφά σχεδόν ολόκληρο τον μηνιαίο μισθό, ενώ η αγορά κατοικίας μοιάζει ακόμη πιο μακρινός στόχος.

 

                         

 

Οι νέοι θεωρούν ότι έχουν λιγότερες ευκαιρίες

 

Η εικόνα αυτή επιβεβαιώνεται και από την πανελλαδική έρευνα «Παρέμβαση Νέων 2026», όπου σχεδόν οι μισοί νέοι ηλικίας 17 έως 30 ετών δηλώνουν ότι διαθέτουν λιγότερες ευκαιρίες από όσες είχαν οι γονείς τους στην ίδια ηλικία. Αντίθετα, μόνο το 16% θεωρεί ότι οι δυνατότητές του είναι περισσότερες.

 

Παρόμοια συμπεράσματα προκύπτουν και από έρευνα της Prorata για το Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς και την The Left in the European Parliament, η οποία περιγράφει μια νέα γενιά που δυσκολεύεται να ολοκληρώσει τη μετάβασή της στην οικονομική και κοινωνική αυτονομία.

 

Σύμφωνα με τα στοιχεία, το 65% των νέων έως 34 ετών λαμβάνει οικονομική στήριξη από την οικογένειά του, ενώ έξι στους δέκα αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην κάλυψη βασικών οικονομικών υποχρεώσεων.

 

Χαρακτηριστική είναι η μαρτυρία συμμετέχουσας στην έρευνα, η οποία σημειώνει ότι οι γονείς της μπορούσαν με τον πρώτο τους μισθό να καλύψουν για μήνες το ενοίκιο, ενώ η ίδια εξακολουθεί να ζει στο πατρικό της σπίτι, αδυνατώντας να σχεδιάσει ανεξάρτητη διαβίωση ή τη δημιουργία οικογένειας.

 

Οι Έλληνες πιο απαισιόδοξοι από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο

 

Το πρόσφατο Flash Ευρωβαρόμετρο για την οικονομία πραγματοποιήθηκε την περίοδο Μαρτίου – Απριλίου 2026 για λογαριασμό του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, με τη συμμετοχή περίπου 26.000 πολιτών από όλα τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εκ των οποίων 1.021 από την Ελλάδα.

 

Τα αποτελέσματα καταγράφουν γενικευμένη ανησυχία για το οικονομικό μέλλον σε ολόκληρη την Ευρώπη, ωστόσο η Ελλάδα εμφανίζεται σταθερά πιο απαισιόδοξη από τον μέσο όρο της ΕΕ.

 

Σχεδόν έξι στους δέκα Έλληνες δηλώνουν ότι ανησυχούν για το κατά πόσο θα μπορούν να ανταποκριθούν στους λογαριασμούς και τις βασικές οικονομικές τους υποχρεώσεις, ποσοστό σχεδόν διπλάσιο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

 

Παράλληλα, το 52% των ερωτηθέντων στην Ελλάδα θεωρεί τη φτώχεια ως ένα από τα σημαντικότερα οικονομικά προβλήματα της χώρας, έναντι 32% στην υπόλοιπη Ευρωπαϊκή Ένωση.

 

Όσον αφορά τις προοπτικές των επόμενων γενεών, η Ελλάδα καταγράφει το υψηλότερο ποσοστό απαισιοδοξίας, με το 54% να πιστεύει ότι τα σημερινά παιδιά θα ζήσουν χειρότερα από τους γονείς τους, έναντι 45% που είναι ο μέσος όρος στην ΕΕ.

 

Οι βασικές ανάγκες στο επίκεντρο της ανησυχίας

 

Η οικονομική πίεση στα ελληνικά νοικοκυριά αποτυπώνεται ακόμη πιο έντονα στις απαντήσεις σχετικά με τις δαπάνες που δυσκολεύονται να καλύψουν.

 

Σε αντίθεση με πολλούς Ευρωπαίους πολίτες, οι οποίοι ανησυχούν κυρίως για δαπάνες αναψυχής, ταξιδιών ή εστίασης, οι Έλληνες επικεντρώνονται σε βασικές ανάγκες της καθημερινότητας.

 

Συγκεκριμένα:

 

Το 58% φοβάται ότι μέσα στους επόμενους δώδεκα μήνες ενδέχεται να δυσκολευτεί να πληρώσει λογαριασμούς και πάγιες υποχρεώσεις, έναντι 29% στην ΕΕ.

 

Το 52% ανησυχεί ότι δεν θα μπορεί να καλύψει έξοδα υγειονομικής περίθαλψης, φαρμάκων ή νοσηλευτικής φροντίδας, όταν ο αντίστοιχος ευρωπαϊκός μέσος όρος διαμορφώνεται στο 27%.

 

Το 42% δηλώνει ότι δυσκολεύεται να ανταποκριθεί στις δαπάνες για τρόφιμα και βασικά είδη διαβίωσης, έναντι 27% στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

 

Το 20% εκφράζει ανησυχία για το κόστος εκπαίδευσης και φροντίδας των παιδιών του, ποσοστό σημαντικά υψηλότερο από το 8% που καταγράφεται σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

 

Τα στοιχεία σκιαγραφούν μια κοινωνία που εξακολουθεί να αντιμετωπίζει έντονες πιέσεις στο διαθέσιμο εισόδημα, με τη στέγαση, την υγεία και το κόστος διαβίωσης να αποτελούν τους βασικούς παράγοντες που τροφοδοτούν την απαισιοδοξία για το μέλλον των νεότερων γενεών.

 

                                  

 

Gen Z: Υψηλότεροι μισθοί από τους Millennials, αλλά όχι απαραίτητα καλύτερη οικονομική ζωή

 

Νέα μελέτη βρετανικού οικονομικού ινστιτούτου καταγράφει ότι οι εργαζόμενοι της Generation Z απολαμβάνουν υψηλότερες αποδοχές σε σύγκριση με τους Millennials όταν βρίσκονται στην ίδια ηλικιακή φάση της ζωής τους. Παρόλα αυτά, οικονομολόγοι επισημαίνουν ότι οι αυξημένοι ονομαστικοί μισθοί δεν συνεπάγονται απαραίτητα μεγαλύτερη οικονομική άνεση, καθώς το αυξημένο κόστος ζωής συνεχίζει να επιβαρύνει σημαντικά τους νέους.

 

Οι αποδοχές της Gen Z ξεπερνούν εκείνες των Millennials

 

Σύμφωνα με έρευνα του βρετανικού think tank Resolution Foundation, οι πραγματικές εβδομαδιαίες αποδοχές των ατόμων που γεννήθηκαν στα τέλη της δεκαετίας του 1990 ήταν κατά 12% υψηλότερες στην ηλικία των 24 ετών σε σχέση με όσους είχαν γεννηθεί στα τέλη της δεκαετίας του 1980.

 

Ακόμη πιο εντυπωσιακό είναι το γεγονός ότι οι νέοι που γεννήθηκαν στις αρχές της δεκαετίας του 2000 εμφανίζουν τα υψηλότερα επίπεδα αποδοχών στην ηλικία των 24 ετών από οποιαδήποτε άλλη γενιά μετά τη δεκαετία του 1950.

 

Όπως σημειώνει ο ανώτερος οικονομολόγος του Resolution Foundation, Τσάρλι ΜακΚέρντι, οι Millennials βίωσαν μια μακρά περίοδο στασιμότητας εισοδημάτων, γεγονός που δημιούργησε την εντύπωση ότι η ίδια πορεία θα ακολουθούσε και η Gen Z. Ωστόσο, τα μέχρι στιγμής στοιχεία δείχνουν ότι οι νεότεροι εργαζόμενοι έχουν επωφεληθεί από μια περιορισμένη αλλά ουσιαστική βελτίωση των αποδοχών τους.

 

Η διαφορετική αφετηρία των δύο γενεών

 

Οι Millennials εισήλθαν στην αγορά εργασίας την περίοδο της χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008 ή αμέσως μετά, αντιμετωπίζοντας χαμηλή ανάπτυξη, στασιμότητα μισθών και περιορισμένες επαγγελματικές ευκαιρίες. Αποτέλεσαν μάλιστα την πρώτη σύγχρονη γενιά που δεν κατάφερε να επιτύχει υψηλότερα διαθέσιμα εισοδήματα από εκείνα των προηγούμενων γενεών.

 

Αντίθετα, η Gen Z ωφελήθηκε από τις συνθήκες στενότητας στην αγορά εργασίας μετά την πανδημία, καθώς και από τις συνεχείς αυξήσεις του κατώτατου μισθού στο Ηνωμένο Βασίλειο.

 

Σύμφωνα με την έκθεση, οι χαμηλόμισθοι εργαζόμενοι κατέγραψαν πραγματική αύξηση αποδοχών κατά 36% την περίοδο 2012-2025, κυρίως λόγω της ενίσχυσης του κατώτατου μισθού από το 2016 και μετά.

 

Ισχυρότερη αύξηση αμοιβών στους νέους εργαζομένους

 

Η θετική εικόνα δεν περιορίζεται μόνο στους χαμηλόμισθους. Οι εργαζόμενοι ηλικίας 22 έως 29 ετών με μεσαία εισοδήματα είδαν την ωριαία αμοιβή τους να αυξάνεται κατά 15% την τελευταία δεκαετία, έναντι μόλις 4% για όσους βρίσκονται στη δεκαετία των 30 ετών και περίπου 11% για το σύνολο του εργατικού δυναμικού.

 

Η εξέλιξη αυτή αντανακλά μια σταδιακή μεταβολή στον τρόπο με τον οποίο οι επιχειρήσεις αποτιμούν την εργασία των νεότερων ηλικιών, με αποτέλεσμα οι εργαζόμενοι που ξεκινούν σήμερα την καριέρα τους να εμφανίζουν συγκριτικά καλύτερες μισθολογικές προοπτικές.

 

Ο πληθωρισμός αλλάζει την πραγματική εικόνα

 

Παρά τη βελτίωση των αποδοχών, οι οικονομικές συνθήκες που αντιμετωπίζει η Gen Z είναι πολύ διαφορετικές από εκείνες των Millennials.

 

Οι τελευταίοι εισήλθαν στην αγορά εργασίας σε μια περίοδο χαμηλού πληθωρισμού, αλλά με ασθενείς μισθολογικές αυξήσεις και διαρκή άνοδο των τιμών ακινήτων.

 

Αντίθετα, η Gen Z βρέθηκε αντιμέτωπη με τη μεγαλύτερη πληθωριστική έξαρση των τελευταίων δεκαετιών μετά την πανδημία. Οι αυξήσεις στις τιμές τροφίμων, ενέργειας, μεταφορών και ενοικίων επιβάρυναν ιδιαίτερα τους νέους εργαζόμενους και όσους νοικιάζουν κατοικία.

 

Μελέτες δείχνουν μάλιστα ότι η εμπειρία του υψηλού πληθωρισμού έχει επηρεάσει σημαντικά τη στάση των νέων απέναντι στην οικονομία, αυξάνοντας τις ανησυχίες τους για τη μελλοντική πορεία του κόστους ζωής.

 

Υψηλότεροι μισθοί, αλλά δυσκολότερη πρόσβαση στη στέγαση

 

Το βασικό ερώτημα παραμένει κατά πόσο οι υψηλότερες αποδοχές μεταφράζονται σε καλύτερο βιοτικό επίπεδο.

 

Η απάντηση φαίνεται να είναι σύνθετη. Η αγορά κατοικίας αποτελεί τον σημαντικότερο παράγοντα που περιορίζει τα οφέλη των αυξημένων μισθών.

 

Στο Ηνωμένο Βασίλειο, σχεδόν δύο στους τρεις νέους υποψήφιους αγοραστές δηλώνουν ότι οι υψηλές τιμές των ακινήτων αποτελούν το μεγαλύτερο εμπόδιο για την απόκτηση κατοικίας. Παράλληλα, σε αρκετές περιοχές οι ενοικιαστές δαπανούν έως και το 40% του εισοδήματός τους μόνο για τη στέγαση.

 

Ανάλογη είναι η εικόνα και στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου, παρά τη βελτίωση των αρχικών μισθών, το κόστος κατοικίας αυξάνεται με ταχύτερο ρυθμό. Ως αποτέλεσμα, το ποσοστό των αγοραστών πρώτης κατοικίας έχει υποχωρήσει σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα, ενώ η μέση ηλικία απόκτησης πρώτης κατοικίας έχει ανέλθει στα 40 έτη.

 

Η «χαμένη» ομάδα της Gen Z

 

Η αισιόδοξη εικόνα για τους μισθούς αφορά κυρίως όσους κατάφεραν να ενταχθούν στην αγορά εργασίας. Ωστόσο, ένα αυξανόμενο τμήμα της Gen Z παραμένει εκτός απασχόλησης, εκπαίδευσης ή κατάρτισης.

 

Στο Ηνωμένο Βασίλειο, οι λεγόμενοι NEETs (νέοι που δεν εργάζονται, δεν σπουδάζουν και δεν συμμετέχουν σε προγράμματα κατάρτισης) πλησιάζουν πλέον το ένα εκατομμύριο άτομα.

 

Ταυτόχρονα, ο ανταγωνισμός για τις θέσεις εργασίας παραμένει εξαιρετικά έντονος. Ενδεικτικά, για περίπου 17.000 διαθέσιμες θέσεις αποφοίτων υποβλήθηκαν περισσότερες από 1,2 εκατομμύρια αιτήσεις, γεγονός που αναδεικνύει το χάσμα μεταξύ προσόντων και διαθέσιμων ευκαιριών απασχόλησης.

 

Η επόμενη πρόκληση για τη Gen Z

 

Παρότι οι νεότεροι εργαζόμενοι εμφανίζουν καλύτερες μισθολογικές επιδόσεις από τους Millennials στην ίδια ηλικία, οι προοπτικές δεν θεωρούνται δεδομένες.

 

Το Resolution Foundation προειδοποιεί ότι οι νέες πληθωριστικές πιέσεις, η επιβράδυνση της οικονομικής ανάπτυξης και οι γεωπολιτικές αβεβαιότητες ενδέχεται να περιορίσουν εκ νέου την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών.

 

Παράλληλα, έρευνες δείχνουν ότι η Gen Z παραμένει η πιο αισιόδοξη αλλά και η πιο ψυχολογικά επιβαρυμένη γενιά στο εργατικό δυναμικό, με σχεδόν τους μισούς νέους εργαζόμενους να δηλώνουν ότι αισθάνονται συχνά υπερβολική πίεση και σημαντικό άγχος για το μέλλον.

 

Έτσι, παρά τη βελτίωση των μισθών, η οικονομική πραγματικότητα της Gen Z εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από αβεβαιότητα, υψηλό κόστος ζωής και δυσκολία πρόσβασης σε βασικά περιουσιακά στοιχεία όπως η κατοικία.

 
 

 

 

     

 

Παλαιότερα Σχόλια

 
 

Αποποίηση Ευθύνης.... 

© 2016-2026 Greek Finance Forum