|
00:01 -
26/10/26 |
|
|
|
|
|

Αγορά εργασίας: Ένας στους 8 εργαζομένους στην Ελλάδα
εγκλωβισμένος σε προσωρινή ή μερική απασχόληση
Η εργασιακή
ανασφάλεια εξακολουθεί να αποτελεί σημαντική πρόκληση για
την Ευρώπη, καθώς εκατομμύρια εργαζόμενοι απασχολούνται με
προσωρινές συμβάσεις ή μειωμένο ωράριο, όχι επειδή το
επιθυμούν, αλλά επειδή δεν καταφέρνουν να εξασφαλίσουν μια
σταθερή θέση πλήρους απασχόλησης.
Στην Ελλάδα το
πρόβλημα είναι εντονότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Το
12,5% των εργαζομένων βρίσκεται σε καθεστώς ακούσιας μη
τυπικής απασχόλησης, ποσοστό που αντιστοιχεί περίπου σε έναν
στους οκτώ εργαζομένους και κατατάσσει τη χώρα μεταξύ
εκείνων με τις δυσμενέστερες επιδόσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Σύμφωνα με τα
στοιχεία του Eurofound, το αντίστοιχο ποσοστό στο σύνολο της
ΕΕ διαμορφώθηκε στο 8,8% το 2024, δηλαδή περίπου ένας στους
έντεκα εργαζομένους. Οι γυναίκες και οι νεότερες ηλικιακές
ομάδες συγκεντρώνουν το μεγαλύτερο μέρος του προβλήματος,
ενώ ιδιαίτερα εκτεθειμένοι είναι όσοι εργάζονται σε κλάδους
με εποχικό χαρακτήρα και περιορισμένες δυνατότητες
εξασφάλισης σταθερής απασχόλησης.
Στην ελληνική
περίπτωση, η μεγάλη εξάρτηση από τον τουρισμό και την
εστίαση ενισχύει τη διάδοση συμβάσεων ορισμένου χρόνου. Για
αρκετούς εργαζομένους, η μερική απασχόληση δεν αποτελεί
συνειδητή επιλογή που επιτρέπει καλύτερη ισορροπία μεταξύ
εργασίας και προσωπικής ζωής, αλλά αναγκαστική λύση για την
εξασφάλιση εισοδήματος.
Η εικόνα της
απασχόλησης στην Ευρώπη τα τελευταία 18 χρόνια
Η μελέτη του
Eurofound βασίζεται σε μικροδεδομένα της Ευρωπαϊκής Έρευνας
Εργατικού Δυναμικού για την περίοδο 2006-2024. Στο επίκεντρο
βρίσκονται οι εργαζόμενοι που αναγκάζονται να αποδεχθούν
προσωρινή σύμβαση επειδή δεν βρίσκουν μόνιμη θέση, όσοι
εργάζονται με μειωμένο ωράριο επειδή δεν μπορούν να
εξασφαλίσουν πλήρη απασχόληση, καθώς και εκείνοι που
συνδυάζουν προσωρινή σύμβαση με μερική εργασία χωρίς να
έχουν τη δυνατότητα να βρουν κάτι σταθερότερο.
Τα δεδομένα
δείχνουν ότι το ποσοστό αυτής της κατηγορίας εργαζομένων
στην ΕΕ υποχώρησε από 11,2% το 2006 σε 8,8% το 2024. Η
κατάσταση είχε επιδεινωθεί σημαντικά κατά τη διάρκεια της
οικονομικής κρίσης, με το ποσοστό να κορυφώνεται στο 12,7%
το 2015.
Έκτοτε
ακολούθησε σταδιακή αποκλιμάκωση, με μια προσωρινή διαταραχή
την περίοδο της πανδημίας. Η υποχώρηση δεν περιορίστηκε μόνο
σε εργαζομένους υψηλότερης ειδίκευσης ή σε ομάδες με
καλύτερο μορφωτικό επίπεδο, αλλά καταγράφηκε και σε
επαγγέλματα χαμηλότερης ειδίκευσης, γεγονός που υποδηλώνει
πραγματική βελτίωση των συνθηκών στην αγορά εργασίας.
Παρά την πρόοδο,
όμως, η ανασφάλεια παραμένει έντονη σε συγκεκριμένες
περιοχές και επαγγελματικούς κλάδους. Η μείωση του συνολικού
ποσοστού δεν σημαίνει ότι οι εργαζόμενοι έχουν αποκτήσει
παντού περισσότερες επιλογές ή ότι η προσωρινή απασχόληση
έχει πάψει να αποτελεί αναγκαστική λύση.
Οι συμβάσεις
ορισμένου χρόνου αποτελούν τη μεγαλύτερη πηγή ανασφάλειας
Οι προσωρινές
συμβάσεις εξακολουθούν να διαδραματίζουν τον σημαντικότερο
ρόλο στο φαινόμενο. Περίπου οι μισοί εργαζόμενοι με σύμβαση
ορισμένου χρόνου στην ΕΕ δηλώνουν ότι αποδέχθηκαν αυτή τη
μορφή απασχόλησης επειδή δεν κατάφεραν να βρουν μόνιμη
εργασία.
Το ποσοστό έχει
μειωθεί από 63% το 2015, παραμένει ωστόσο ιδιαίτερα υψηλό.
Για μεγάλο αριθμό εργαζομένων, επομένως, η προσωρινή σύμβαση
δεν αποτελεί το επιθυμητό επαγγελματικό καθεστώς, αλλά τη
μοναδική διαθέσιμη εναλλακτική.
Συνολικά, οι
ακούσιες προσωρινές συμβάσεις αντιστοιχούν σχεδόν στα δύο
τρίτα των θέσεων ακούσιας μη τυπικής απασχόλησης. Το
υπόλοιπο αφορά κυρίως εργαζομένους που έχουν μόνιμη σύμβαση,
αλλά δεν μπορούν να εξασφαλίσουν το πλήρες ωράριο που
επιθυμούν.
|
|
|
|
|
|
|
|

Στις χειρότερες θέσεις της Ευρώπης η Ελλάδα
Οι αποκλίσεις μεταξύ των κρατών-μελών είναι
μεγάλες. Στη Λιθουανία και τη Ρουμανία το ποσοστό της
ακούσιας μη τυπικής απασχόλησης βρίσκεται κάτω από το 2%,
ενώ στην Ιταλία φθάνει το 18,4% και στην Ισπανία το 17%.
Οι δύο τελευταίες χώρες συγκεντρώνουν από
κοινού πάνω από το 40% των εργαζομένων στην ΕΕ που
βρίσκονται σε αυτή την κατάσταση, λόγω του μεγέθους των
αγορών εργασίας τους και της έκτασης του φαινομένου.
Η Ελλάδα καταγράφει ποσοστό 12,5%,
καταλαμβάνοντας την έκτη θέση μεταξύ των 27 κρατών-μελών.
Υψηλότερα βρίσκονται η Ιταλία με 18,4%, η Ισπανία με 17%, η
Κύπρος με 15%, η Πορτογαλία με 13,3% και η Φινλανδία με
13,2%.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το γεγονός ότι
από το 2006 έως το 2024 το ποσοστό αυξήθηκε σε οκτώ
κράτη-μέλη, ενώ μειώθηκε σε 19. Οι μεγαλύτερες επιδεινώσεις
καταγράφηκαν στην Ιταλία, με άνοδο άνω των έξι ποσοστιαίων
μονάδων, και στην Ελλάδα, με αύξηση κατά 3,5 μονάδες.
Στην Ιταλία και την Ισπανία, σημαντικό μέρος
του προβλήματος αφορά εργαζομένους που διαθέτουν μόνιμη
σύμβαση, αλλά εργάζονται λιγότερες ώρες από όσες θα ήθελαν,
καθώς δεν μπορούν να βρουν θέση πλήρους απασχόλησης.
Παράλληλα, η ακούσια μη τυπική εργασία
συγκεντρώνεται όλο και περισσότερο σε συγκεκριμένους τομείς.
Η φιλοξενία, οι υπηρεσίες διοικητικής υποστήριξης και η
απασχόληση σε ιδιωτικά νοικοκυριά εμφανίζουν διαχρονικά
υψηλά ποσοστά. Την τελευταία δεκαετία, αυξημένη έκθεση
καταγράφεται επίσης στην υγεία, την εκπαίδευση και άλλες
υπηρεσίες που δεν συνδέονται άμεσα με το εμπόριο. Το 2024,
οι εργαζόμενοι σε αυτούς τους κλάδους είχαν διπλάσια
πιθανότητα να βρίσκονται σε ακούσια μη τυπική απασχόληση σε
σχέση με το 2014.
Οι γυναίκες και οι νέοι σηκώνουν το
μεγαλύτερο βάρος
Το κοινωνικό προφίλ των εργαζομένων που
επηρεάζονται εμφανίζει αξιοσημείωτη σταθερότητα μεταξύ των
χωρών. Οι γυναίκες αντιστοιχούν στο 59% της συγκεκριμένης
ομάδας, περισσότεροι από τους μισούς εργαζομένους είναι κάτω
των 40 ετών, ενώ περίπου τα δύο τρίτα έχουν ολοκληρώσει έως
και την ανώτερη δευτεροβάθμια εκπαίδευση.
Η διαφορά μεταξύ ανδρών και γυναικών
οφείλεται κυρίως στη μερική απασχόληση. Στις προσωρινές
συμβάσεις τα δύο φύλα επηρεάζονται σε παρόμοιο βαθμό, όμως
οι γυναίκες εμφανίζουν σαφώς μεγαλύτερη πιθανότητα να
εργάζονται λιγότερες ώρες από όσες επιθυμούν.
Το χάσμα μειώθηκε την περίοδο 2014-2024,
χωρίς να εξαλειφθεί. Μάλιστα, το πραγματικό μέγεθος του
προβλήματος για τις γυναίκες ενδέχεται να είναι μεγαλύτερο
από αυτό που καταγράφουν οι επίσημοι δείκτες.
Αυτό συμβαίνει επειδή η έρευνα δεν
χαρακτηρίζει αναγκαστικά ως ακούσια τη μερική απασχόληση
όταν ο εργαζόμενος επικαλείται οικογενειακές υποχρεώσεις ή
ευθύνες φροντίδας. Ωστόσο, η έλλειψη προσιτών υπηρεσιών
φύλαξης παιδιών, οι περιορισμένες δυνατότητες γονικής άδειας
και η άνιση κατανομή των οικογενειακών ευθυνών μπορεί να
περιορίζουν ουσιαστικά την ελευθερία επιλογής.
Κατά συνέπεια, τα καταγεγραμμένα ποσοστά
ενδέχεται να υποεκτιμούν την έκταση της ακούσιας μερικής
απασχόλησης, ιδίως μεταξύ των γυναικών που έχουν αυξημένες
υποχρεώσεις φροντίδας.
Πώς οι μεταρρυθμίσεις μπορούν να
περιορίσουν την εργασιακή ανασφάλεια
Η εμπειρία ορισμένων ευρωπαϊκών χωρών
δείχνει ότι οι παρεμβάσεις στη νομοθεσία μπορούν να
επηρεάσουν ουσιαστικά την έκταση του φαινομένου.
Στην Πολωνία, το ποσοστό της ακούσιας μη
τυπικής απασχόλησης μειώθηκε από σχεδόν 22% το 2006 σε
περίπου 7% το 2024, καταγράφοντας τη μεγαλύτερη υποχώρηση
στην ΕΕ. Στην εξέλιξη αυτή συνέβαλαν αλλαγές στον εργατικό
κώδικα το 2016, οι οποίες περιόρισαν τη χρήση προσωρινών
συμβάσεων, καθώς και η αύξηση των εισφορών κοινωνικής
ασφάλισης για συμβάσεις αστικού δικαίου, που
χρησιμοποιούνταν ως φθηνότερη εναλλακτική στην τυπική
απασχόληση.
Αντίστοιχη μεταβολή καταγράφηκε στην
Ισπανία, όπου το ποσοστό παρέμενε κοντά στο 28% για μεγάλο
μέρος της δεκαετίας του 2010, πριν υποχωρήσει στο 17%. Η
εντονότερη μείωση ακολούθησε την εργασιακή μεταρρύθμιση του
2021, η οποία περιόρισε τις περιπτώσεις στις οποίες
επιτρέπονται συμβάσεις ορισμένου χρόνου και διεύρυνε τη
χρήση μόνιμων συμβάσεων για εποχική εργασία, γνωστών ως
«fijo discontinuo».
Η συνολική εικόνα στην Ευρώπη είναι σαφώς
βελτιωμένη σε σύγκριση με το παρελθόν, χωρίς όμως να έχει
εξαλειφθεί η ανασφάλεια για σημαντικές ομάδες εργαζομένων.
Το πρόβλημα παραμένει εντονότερο στη νότια Ευρώπη,
συγκεντρώνεται σε συγκεκριμένους κλάδους υπηρεσιών και
επιβαρύνει δυσανάλογα τις γυναίκες και τους νέους.
Για την Ελλάδα, τα στοιχεία αναδεικνύουν την
ανάγκη παρεμβάσεων που θα ενισχύσουν τις σταθερές θέσεις
εργασίας, θα περιορίσουν την κατάχρηση των προσωρινών
συμβάσεων και θα διευκολύνουν την πρόσβαση σε πλήρη
απασχόληση. Η μείωση της ανεργίας δεν αρκεί από μόνη της,
εάν ένα σημαντικό τμήμα των εργαζομένων εξακολουθεί να μην
μπορεί να εξασφαλίσει το είδος της εργασίας και το εισόδημα
που χρειάζεται.
|
|
|
|
|
|
|
|

Η Ελλάδα εισάγει το 77,7% της ενέργειας που καταναλώνει –
Διευρύνεται η απόσταση από την ΕΕ
Στο 77,7% διαμορφώθηκε το 2024 η ενεργειακή
εξάρτηση της Ελλάδας από το εξωτερικό, καθώς οι καθαρές
εισαγωγές κάλυψαν περισσότερο από τα τρία τέταρτα της
ακαθάριστης διαθέσιμης ενέργειας της χώρας. Το ποσοστό ήταν
σημαντικά υψηλότερο από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης,
ο οποίος ανήλθε στο 57,3%, με τη διαφορά να φτάνει τις 20,4
ποσοστιαίες μονάδες.
Η Ελλάδα καταγράφει υψηλότερη εξάρτηση από
ενεργειακές εισαγωγές σε σύγκριση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο
σε κάθε έτος από το 1990. Ωστόσο, η απόσταση έχει διευρυνθεί
αισθητά τις τελευταίες δεκαετίες. Το 1990, το αντίστοιχο
ποσοστό για την Ελλάδα ανερχόταν στο 61,9%, έναντι 50% στην
ΕΕ, με τη διαφορά να περιορίζεται τότε στις 11,8 ποσοστιαίες
μονάδες.
Άνοδος της ενεργειακής εξάρτησης μετά το
2018
Η εξάρτηση της Ελλάδας από τις εισαγωγές
ενέργειας παρουσίασε σημαντική αύξηση μετά το 2018,
ακολουθώντας μια πορεία με έντονες διακυμάνσεις.
Συγκεκριμένα, από 70,7% το 2018, το ποσοστό
αυξήθηκε στο 74,1% το 2019 και εκτινάχθηκε στο 81,4% το
2020, καταγράφοντας το υψηλότερο επίπεδο από το 1990.
Το 2021 ακολούθησε υποχώρηση στο 73,8%,
ωστόσο η τάση αντιστράφηκε την επόμενη χρονιά, όταν η
ενεργειακή εξάρτηση ανέβηκε στο 79,5%. Το 2024 διαμορφώθηκε
στο 77,7%, παραμένοντας σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα.
Συνολικά, από το 2018 έως το 2024, η
ενεργειακή εξάρτηση της Ελλάδας αυξήθηκε κατά 7 ποσοστιαίες
μονάδες. Αντίθετα, στην Ευρωπαϊκή Ένωση καταγράφηκε μικρή
μείωση, από 58,1% σε 57,3% κατά την ίδια περίοδο.
Η αντίθετη πορεία των δύο μεγεθών
αναδεικνύει τη δυσκολία της Ελλάδας να περιορίσει την
εξάρτησή της από τις εισαγωγές, την ώρα που σε ευρωπαϊκό
επίπεδο καταγράφεται οριακή βελτίωση.
Η οικονομική κρίση και το χαμηλό του 2013
Το χαμηλότερο επίπεδο ενεργειακής εξάρτησης
της Ελλάδας κατά την τελευταία δεκαπενταετία καταγράφηκε το
2013, όταν ο δείκτης υποχώρησε στο 61,8%.
Η εξέλιξη αυτή συνέπεσε με την περίοδο της
οικονομικής κρίσης, κατά την οποία η ενεργειακή κατανάλωση
περιορίστηκε σημαντικά. Η μείωση της οικονομικής
δραστηριότητας συνέβαλε στη διαμόρφωση χαμηλότερων
ενεργειακών αναγκών, χωρίς αυτό να σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι
ενισχύθηκε αντίστοιχα η εγχώρια παραγωγική δυνατότητα.
Από το 2015 και μετά, η ενεργειακή εξάρτηση
της χώρας δεν έχει υποχωρήσει κάτω από το 70%, γεγονός που
καταδεικνύει ότι η υψηλή συμμετοχή των εισαγωγών αποτελεί
διαχρονικό χαρακτηριστικό του ελληνικού ενεργειακού
ισοζυγίου.
Η διατήρηση του δείκτη σε αυτά τα επίπεδα
καθιστά την ελληνική οικονομία περισσότερο εκτεθειμένη στις
διεθνείς εξελίξεις στις αγορές ενέργειας, στις διακυμάνσεις
των τιμών και στις γεωπολιτικές αναταράξεις που μπορούν να
επηρεάσουν την προσφορά και το κόστος των ενεργειακών πόρων.
|
|
|
|
|
|
|
|

Eurostat:
Στο 31,6 η εισοδηματική ανισότητα στην Ελλάδα το 2025 – Πάνω
από τον μέσο όρο της ΕΕ
Στις 31,6 μονάδες διαμορφώθηκε ο δείκτης
εισοδηματικής ανισότητας στην Ελλάδα το 2025, παραμένοντας
αισθητά υψηλότερος από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο
οποίος ανήλθε στις 29,2 μονάδες, σύμφωνα με τα στοιχεία της
Eurostat. Παρά την οριακή βελτίωση σε σχέση με το 2024, η
χώρα εξακολουθεί να βρίσκεται μεταξύ των κρατών-μελών με τις
μεγαλύτερες αποκλίσεις στην κατανομή του εισοδήματος.
Ειδικότερα, ο δείκτης Gini στην Ελλάδα
μειώθηκε στις 31,6 μονάδες από 31,8 μονάδες το 2024.
Αντίστοιχη, αν και μικρή, υποχώρηση καταγράφηκε και στο
σύνολο της ΕΕ, όπου ο δείκτης διαμορφώθηκε στις 29,2
μονάδες, έναντι 29,4 μονάδων ένα χρόνο νωρίτερα.
Η διαφορά των 2,4 μονάδων μεταξύ Ελλάδας και
ευρωπαϊκού μέσου όρου αποτυπώνει τη συνεχιζόμενη πρόκληση
της άνισης κατανομής των εισοδημάτων. Παρότι η μακροχρόνια
τάση είναι πτωτική, η Ελλάδα δεν έχει καταφέρει να
προσεγγίσει τα επίπεδα των χωρών που εμφανίζουν τη
μεγαλύτερη εισοδηματική ισότητα.
Μεγάλες αποκλίσεις μεταξύ των κρατών-μελών
Η εικόνα στην Ευρωπαϊκή Ένωση παρουσιάζει
σημαντικές διαφοροποιήσεις, καθώς ο δείκτης Gini κυμαίνεται
από τις 23,0 μονάδες στη Σλοβακία έως τις 37,7 μονάδες στη
Βουλγαρία.
Τις χαμηλότερες τιμές, που υποδηλώνουν πιο
ισότιμη κατανομή εισοδήματος, καταγράφουν:
Σλοβακία: 23,0 μονάδες
Βέλγιο: 23,4 μονάδες
Τσεχία: 24,0 μονάδες
Σλοβενία: 24,6 μονάδες
Πολωνία: 24,9 μονάδες
Στον αντίποδα, η Βουλγαρία βρίσκεται στην
πρώτη θέση ως προς την εισοδηματική ανισότητα, με δείκτη
37,7 μονάδων. Ακολουθούν η Λετονία με 35,6 μονάδες και η
Λιθουανία με 35,5 μονάδες.
Η απόσταση ανάμεσα στις χώρες με τις
χαμηλότερες και τις υψηλότερες τιμές αναδεικνύει τις
σημαντικές διαφορές που εξακολουθούν να υπάρχουν στο
εσωτερικό της ευρωπαϊκής οικονομίας, παρά τις κοινές
πολιτικές και το ενιαίο οικονομικό πλαίσιο.
|
|
|
|
|
|
|
|

Η πορεία της Ελλάδας την τελευταία δεκαετία
Τα στοιχεία της Eurostat καταγράφουν
σταδιακή αποκλιμάκωση της εισοδηματικής ανισότητας στην
Ελλάδα σε σύγκριση με τα προηγούμενα χρόνια. Το 2015 ο
δείκτης Gini είχε φτάσει στις 34,2 μονάδες, ενώ το 2019 είχε
υποχωρήσει στις 31,0 μονάδες.
Έκτοτε, η βελτίωση δεν υπήρξε συνεχής, καθώς
ο δείκτης κινήθηκε εκ νέου υψηλότερα, φτάνοντας στις 31,8
μονάδες το 2024, προτού περιοριστεί οριακά στις 31,6 μονάδες
το 2025.
Η μικρή ετήσια υποχώρηση αποτελεί θετική
εξέλιξη, ωστόσο η απόσταση από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο
παραμένει σημαντική. Η διατήρηση της Ελλάδας μεταξύ των
χωρών με σχετικά υψηλή εισοδηματική ανισότητα αναδεικνύει τη
σημασία της ενίσχυσης των εισοδημάτων των χαμηλότερων
κοινωνικών στρωμάτων και της αποτελεσματικότητας των
πολιτικών αναδιανομής.
Τι μετρά ο δείκτης Gini
Ο δείκτης Gini αποτελεί ένα από τα βασικά
εργαλεία που χρησιμοποιούνται διεθνώς για την αποτύπωση της
ανισότητας στην κατανομή του εισοδήματος. Οι τιμές του
κυμαίνονται από το μηδέν έως το 100.
Η μηδενική τιμή αντιστοιχεί σε απόλυτη
ισότητα, καθώς όλοι διαθέτουν το ίδιο εισόδημα. Αντίθετα, η
τιμή 100 αντιπροσωπεύει την ακραία περίπτωση κατά την οποία
το σύνολο του εισοδήματος συγκεντρώνεται σε ένα μόνο άτομο.
Επομένως, όσο υψηλότερος είναι ο δείκτης,
τόσο μεγαλύτερη είναι η ανισότητα στην κατανομή του
εισοδήματος. Η τιμή των 31,6 μονάδων για την Ελλάδα το 2025
υποδηλώνει ότι, παρά τη βελτίωση σε σχέση με το παρελθόν, η
χώρα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει εντονότερες εισοδηματικές
ανισότητες από εκείνες που καταγράφονται κατά μέσο όρο στην
Ευρωπαϊκή Ένωση.
|
|
|
|
|
|