| Ειδήσεις | Ο Κυνηγός | Λεωφόρος Αθηνών | "Κουλου - Βάχατα" | +/- | "Μας ακούνε" | Fundamentalist | Marx - Soros |

 

"Kουλου-βάχατα"

Σχόλια για τα πάντα ……. Η φράση “Κουλου – βάχατα” προέρχεται από την αντίστοιχη αραβική «κούλου ουάχαντ» που σημαίνει «όλα μαζί ένα».

Επικοινωνήστε μαζί μας

 

 

00:01 - 27/07/26

 

                                    

Επτά στους δέκα καταθέτες έχουν έως 1.000 ευρώ στην τράπεζα – Η αύξηση των συνολικών καταθέσεων δεν άλλαξε την εικόνα

 

Από τις ειδήσεις των τελευταίων ημερών που κρατήσαμε, σε ένα σκηνικό συνεχούς διεύρυνσης των ανισοτήτων, παρά την ομολογουμένως σημαντική βελτίωση που υπάρχει στην ελληνική οικονομία. Μια διεύρυνση ανισοτήτων που θέλει επιπρόσθετη προσοχή πλησιάζοντας τις εκλογές.

 

Παρά τη συνεχή αύξηση των τραπεζικών καταθέσεων τα τελευταία χρόνια, η εικόνα που αποτυπώνουν τα στοιχεία του Ταμείου Εγγύησης Καταθέσεων και Επενδύσεων (ΤΕΚΕ) για το 2025 δείχνει ότι η μεγάλη πλειονότητα των Ελλήνων εξακολουθεί να διατηρεί ιδιαίτερα χαμηλά υπόλοιπα στους τραπεζικούς της λογαριασμούς.

 

Σύμφωνα με τον ετήσιο απολογισμό του ΤΕΚΕ, το 70,6% των επιλέξιμων καταθετών διαθέτει καταθέσεις έως 1.000 ευρώ, ενώ μόλις το 13% διατηρεί υπόλοιπα μεταξύ 1.000 και 5.000 ευρώ.

 

Τα στοιχεία αυτά αναδεικνύουν το διαχρονικό έλλειμμα αποταμίευσης στη χώρα, καθώς για μεγάλο μέρος των νοικοκυριών παραμένει δύσκολη ακόμη και η κάλυψη έκτακτων οικονομικών αναγκών.

 

Οι περισσότερες καταθέσεις παραμένουν ιδιαίτερα χαμηλές

 

Η κατανομή των καταθετών με βάση το ύψος των υπολοίπων διαμορφώνεται ως εξής:

 

70,6% διαθέτει καταθέσεις έως 1.000 ευρώ.

 

13,0% διατηρεί ποσά από 1.000 έως 5.000 ευρώ.

 

14,0% έχει καταθέσεις μεταξύ 5.000 και 50.000 ευρώ.

 

1,5% διαθέτει υπόλοιπα από 50.000 έως 100.000 ευρώ.

 

Μόλις περίπου 0,9% των καταθετών διατηρεί ποσά άνω των 100.000 ευρώ.

 

Παρότι η εικόνα αυτή αποτυπώνει περιορισμένη αποταμιευτική δυνατότητα για τη μεγάλη πλειονότητα των πολιτών, το ΤΕΚΕ επισημαίνει ότι στην κατηγορία των υπολοίπων έως 1.000 ευρώ περιλαμβάνονται επίσης αδρανείς λογαριασμοί, λογαριασμοί με μηδενικό ή σχεδόν μηδενικό υπόλοιπο, καθώς και καταθέτες που διατηρούν τις βασικές αποταμιεύσεις τους σε άλλα πιστωτικά ιδρύματα.

 

Οι συνολικές καταθέσεις συνεχίζουν να αυξάνονται

 

Παρά τη χαμηλή κατανομή των υπολοίπων ανά καταθέτη, το συνολικό ύψος των τραπεζικών καταθέσεων συνέχισε να αυξάνεται το 2025.

 

Συγκεκριμένα:

 

οι επιλέξιμες καταθέσεις ανήλθαν στα 218,65 δισ. ευρώ, αυξημένες κατά περίπου 10 δισ. ευρώ ή 4,8% σε σχέση με το 2024,

 

οι εγγυημένες καταθέσεις διαμορφώθηκαν στα 146,92 δισ. ευρώ, παρουσιάζοντας ετήσια αύξηση περίπου 4 δισ. ευρώ ή 2,8%.

 

Ως επιλέξιμες θεωρούνται οι καταθέσεις που καλύπτονται από το σύστημα εγγύησης του ΤΕΚΕ, ενώ οι εγγυημένες καταθέσεις καλύπτονται έως του ορίου των 100.000 ευρώ ανά καταθέτη και ανά πιστωτικό ίδρυμα.

 

Η μεγάλη συγκέντρωση του πλούτου παραμένει

 

Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η κατανομή του συνολικού ύψους των καταθέσεων.

 

Παρότι σχεδόν όλοι οι καταθέτες διαθέτουν υπόλοιπα έως 100.000 ευρώ, το 45,7% του συνολικού ποσού των καταθέσεων αφορά λογαριασμούς που υπερβαίνουν τις 100.000 ευρώ.

 

Αντίθετα:

 

το 15% του συνολικού ύψους των καταθέσεων αφορά ποσά μεταξύ 50.000 και 100.000 ευρώ,

 

ενώ μόλις το 39,3% αντιστοιχεί σε καταθέσεις έως 50.000 ευρώ.

 

Η εικόνα αυτή δείχνει ότι ένα σχετικά μικρό ποσοστό καταθετών συγκεντρώνει σχεδόν το μισό του συνολικού αποταμιευτικού πλούτου.

 

Ελάχιστες αλλαγές σε σχέση με το 2024

 

Η σύγκριση με τα στοιχεία του προηγούμενου έτους δείχνει ότι η κατανομή των καταθετών παρέμεινε σχεδόν αμετάβλητη.

 

Ειδικότερα:

 

το ποσοστό όσων διαθέτουν έως 1.000 ευρώ μειώθηκε οριακά από 71,0% σε 70,6%,

 

η κατηγορία των καταθέσεων από 5.001 έως 50.000 ευρώ αυξήθηκε ελαφρά από 13,7% σε 14,0%,

 

ενώ οι καταθέτες με υπόλοιπα άνω των 100.000 ευρώ αυξήθηκαν από 0,8% σε 0,9%.

 

Κατά τα λοιπά, η διάρθρωση της καταθετικής βάσης παρέμεινε ουσιαστικά αμετάβλητη, γεγονός που υποδηλώνει ότι η αύξηση των συνολικών καταθέσεων δεν συνοδεύτηκε από ευρύτερη ενίσχυση της αποταμίευσης στα περισσότερα νοικοκυριά.

 

Ένδειξη περιορισμένης οικονομικής ανθεκτικότητας

 

Τα στοιχεία του ΤΕΚΕ αναδεικνύουν ότι, παρά τη βελτίωση των συνολικών τραπεζικών μεγεθών, η δυνατότητα αποταμίευσης μεγάλου μέρους των ελληνικών νοικοκυριών παραμένει περιορισμένη.

 

Η χαμηλή αποταμιευτική βάση επηρεάζει την οικονομική ανθεκτικότητα των πολιτών απέναντι σε απρόβλεπτες δαπάνες, ενώ παράλληλα περιορίζει τη δυνατότητα μακροπρόθεσμων επενδύσεων και δημιουργίας χρηματοοικονομικού «μαξιλαριού», σε μια περίοδο όπου η ενίσχυση της ιδιωτικής αποταμίευσης θεωρείται κρίσιμος παράγοντας για τη σταθερότητα τόσο των νοικοκυριών όσο και της οικονομίας συνολικά.

 

                                      

 

Χαμηλή παραγωγικότητα, μικρές επιχειρήσεις και δημογραφικό κρατούν πίσω την ελληνική οικονομία

 

Παρά τη σημαντική ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας τα τελευταία χρόνια, η παραγωγικότητα της εργασίας εξακολουθεί να αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα διαρθρωτικά προβλήματα, περιορίζοντας τις δυνατότητες πραγματικής σύγκλισης με την Ευρώπη και τη δημιουργία υψηλότερων εισοδημάτων.

 

Η Ελλάδα έχει καταφέρει να καταγράψει από τους υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης στην Ευρωζώνη, ενώ η ανεργία έχει μειωθεί αισθητά, υποχωρώντας στο 8,6% τον Οκτώβριο του 2025 από 16,8% το φθινόπωρο του 2019 και 25% το 2015. Ωστόσο, η βελτίωση στην απασχόληση δεν συνοδεύτηκε από αντίστοιχη αύξηση της παραγωγικότητας, η οποία παραμένει χαμηλότερα από τα επίπεδα πριν από την οικονομική κρίση.

 

Σύμφωνα με στοιχεία της τελευταίας έκθεσης του Κέντρου Φιλελεύθερων Μελετών (ΚΕΦΙΜ), η παραγωγικότητα ανά ώρα εργασίας το 2024 παραμένει περίπου 14% χαμηλότερα από το επίπεδο του 2009, ενώ η παραγωγικότητα ανά εργαζόμενο είναι μειωμένη κατά περίπου 18% σε σχέση με το ίδιο έτος.

 

Παρά τη βελτίωση της τελευταίας τριετίας, η απόσταση από τις ευρωπαϊκές οικονομίες εξακολουθεί να είναι σημαντική. Το 2024 η παραγωγικότητα της εργασίας αυξήθηκε κατά 0,8% σε ετήσια βάση, φθάνοντας στις 97,51 μονάδες από 96,73 μονάδες το 2023, ωστόσο η χώρα παραμένει μακριά από την ουσιαστική σύγκλιση.

 

Πέντε βασικοί παράγοντες που περιορίζουν την παραγωγικότητα

 

Το Ελεγκτικό Συνέδριο, στην ετήσια έκθεσή του για το 2024, εντοπίζει πέντε βασικές αιτίες που διατηρούν χαμηλή την παραγωγικότητα της ελληνικής οικονομίας.

 

1. Το δημογραφικό πρόβλημα

 

Η γήρανση του πληθυσμού αποτελεί έναν από τους μεγαλύτερους περιορισμούς για την ελληνική οικονομία. Η συρρίκνωση του εργατικού δυναμικού περιορίζει την ανανέωση της αγοράς εργασίας και δημιουργεί πιέσεις στη μελλοντική ανάπτυξη.

 

Η αντιμετώπιση των δημογραφικών επιπτώσεων θεωρείται απαραίτητη προϋπόθεση ώστε να αυξηθούν οι μισθοί με βιώσιμο τρόπο, χωρίς να υπονομευθεί η ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων.

 

2. Έλλειψη επενδύσεων σε τεχνολογία και καινοτομία

 

Η χαμηλή παραγωγικότητα συνδέεται άμεσα με το χαμηλό επίπεδο επενδύσεων σε σύγχρονο εξοπλισμό, αυτοματοποίηση, ψηφιακά εργαλεία και έρευνα και ανάπτυξη.

 

Η ενίσχυση της τεχνολογικής αναβάθμισης των επιχειρήσεων μπορεί να αυξήσει την παραγωγή χωρίς να απαιτείται αύξηση των ωρών εργασίας.

 

3. Αδυναμίες στην οργάνωση των επιχειρήσεων

 

Ένας ακόμη παράγοντας είναι η ανάγκη βελτίωσης της διοικητικής οργάνωσης των επιχειρήσεων, αλλά και η μεταφορά εργατικού δυναμικού από κλάδους χαμηλής παραγωγικότητας σε τομείς με υψηλότερη προστιθέμενη αξία.

 

4. Απόσταση πανεπιστημίων και αγοράς εργασίας

 

Η περιορισμένη σύνδεση της ανώτατης εκπαίδευσης με τις ανάγκες της οικονομίας δημιουργεί σημαντικό χάσμα δεξιοτήτων.

 

Πολλές επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν έλλειψη εξειδικευμένου προσωπικού, ενώ ταυτόχρονα αρκετοί νέοι διαθέτουν προσόντα που δεν αντιστοιχούν στις πραγματικές ανάγκες της αγοράς.

 

5. Περιορισμένη επιστροφή εργαζομένων από το εξωτερικό

 

Η Ελλάδα εξακολουθεί να επηρεάζεται από το φαινόμενο του brain drain, καθώς η επιστροφή των Ελλήνων που εργάζονται στο εξωτερικό παραμένει περιορισμένη.

 

Παράλληλα, η χαμηλή συμμετοχή των γυναικών και των νέων στην αγορά εργασίας αποτελεί επιπλέον εμπόδιο, γεγονός που καθιστά αναγκαία τη δημιουργία ισχυρότερων κινήτρων απασχόλησης.

 

Μεγάλες διαφορές ανάμεσα στις επιχειρήσεις

 

Ιδιαίτερα σημαντικό στοιχείο είναι η μεγάλη απόσταση παραγωγικότητας μεταξύ μικρών και μεγάλων επιχειρήσεων.

 

Οι εταιρείες με περισσότερους από 250 εργαζόμενους εμφανίζουν σχεδόν διπλάσια παραγωγικότητα ανά ώρα εργασίας σε σχέση με τις επιχειρήσεις που απασχολούν 10-19 εργαζομένους.

 

Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΚΕΦΙΜ, οι μεγάλες επιχειρήσεις στην Ελλάδα είχαν το 2023 πραγματική παραγωγικότητα περίπου 51.000 ευρώ ανά εργαζόμενο, παρουσιάζοντας σημαντική ανάκαμψη την τελευταία διετία.

 

Αντίθετα:

 

oι επιχειρήσεις με 50-249 εργαζομένους κινούνται περίπου στις 41.000 ευρώ ανά εργαζόμενο,

 

οι επιχειρήσεις με 10-49 εργαζομένους περίπου στις 31.000 ευρώ,

 

ενώ οι πολύ μικρές επιχειρήσεις με 1-9 εργαζομένους παραμένουν κοντά στις 11.000 ευρώ.

 

Η εικόνα αυτή αποτυπώνει το διαχρονικό πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας: τον κατακερματισμό της επιχειρηματικής βάσης, με μεγάλο αριθμό μικρών επιχειρήσεων χαμηλής παραγωγικότητας.

 

Οι κλάδοι με τις καλύτερες και χειρότερες επιδόσεις

 

Η παραγωγικότητα παρουσιάζει σημαντικές διαφοροποιήσεις ανά κλάδο.

 

Η βιομηχανία έχει διατηρηθεί σχετικά κοντά στα επίπεδα του 2009, ενώ οι κατασκευές εμφανίζουν τη μεγαλύτερη υποχώρηση, φτάνοντας το 2014 στις 51,97 μονάδες.

 

Το εμπόριο, οι μεταφορές και η εστίαση παραμένουν σε χαμηλά επίπεδα, με δείκτη παραγωγικότητας 61,47 μονάδες το 2024, ενώ και ο κλάδος ενημέρωσης και επικοινωνίας δεν έχει επιστρέψει στα προ κρίσης επίπεδα.

 

Αντίθετα, οι χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες αποτελούν τον μοναδικό κλάδο που έχει ξεπεράσει σαφώς το επίπεδο του 2009, φτάνοντας στις 107,08 μονάδες.

 

Ένα σημαντικό συμπέρασμα είναι ότι οι διεθνώς εμπορεύσιμοι κλάδοι, όπως η βιομηχανία και ο πρωτογενής τομέας, εμφανίζουν μεγαλύτερη ανθεκτικότητα σε σχέση με δραστηριότητες που εξαρτώνται κυρίως από την εγχώρια ζήτηση.

 

                                      

 

Η χαμηλή παραγωγικότητα περιορίζει τους μισθούς

 

Η παραγωγικότητα αποτελεί έναν από τους βασικούς παράγοντες που καθορίζουν το επίπεδο των αποδοχών.

 

Χαμηλότερη παραγωγικότητα σημαίνει μικρότερη δυνατότητα για αυξήσεις μισθών χωρίς να πλήττεται η ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων.

 

Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, οι μέσες ετήσιες αποδοχές στις χώρες του οργανισμού ανήλθαν το 2024 στα 44.439 δολάρια, ενώ στην Ελλάδα διαμορφώθηκαν στα 26.220 δολάρια.

 

Η διαφορά αυτή αντανακλά σε μεγάλο βαθμό το χαμηλότερο επίπεδο παραγωγικότητας της ελληνικής οικονομίας.

 

Το μεγάλο στοίχημα της επόμενης δεκαετίας

 

Η Ελλάδα έχει πραγματοποιήσει σημαντική πρόοδο μετά την κρίση, ωστόσο η διατήρηση της ανάπτυξης απαιτεί πλέον μετάβαση από ένα μοντέλο που βασίζεται κυρίως στην αύξηση της απασχόλησης σε ένα μοντέλο που στηρίζεται στην αύξηση της παραγωγικότητας.

 

Οι επενδύσεις στην τεχνολογία, η ενίσχυση των μεγαλύτερων και πιο εξωστρεφών επιχειρήσεων, η βελτίωση των δεξιοτήτων του εργατικού δυναμικού και η αντιμετώπιση του δημογραφικού αποτελούν τους βασικούς παράγοντες που θα καθορίσουν εάν η ελληνική οικονομία μπορεί να πετύχει πραγματική σύγκλιση με την Ευρώπη.

 

Χωρίς σημαντική αύξηση της παραγωγικότητας, η άνοδος των μισθών και η βελτίωση του βιοτικού επιπέδου θα παραμείνουν περιορισμένες, ενώ η οικονομία θα συνεχίσει να αντιμετωπίζει το διαρθρωτικό μειονέκτημα της χαμηλής προστιθέμενης αξίας.

 

                               

 

Ακρίβεια: Πιέζει το 83% των πολιτών στην Αττική – Ένας στους τέσσερις δεν θα κάνει διακοπές

 

Η ακρίβεια εξακολουθεί να αποτελεί το μεγαλύτερο πρόβλημα για τα νοικοκυριά της Αττικής, καθώς το 83% των πολιτών χαρακτηρίζει τις αυξήσεις των τιμών «αρκετά» ή «πολύ σημαντικό» ζήτημα. Η οικονομική πίεση αποτυπώνεται πλέον και στις καλοκαιρινές διακοπές, με περίπου έναν στους δύο πολίτες να δηλώνει ότι είτε θα περιορίσει τις ημέρες των διακοπών του είτε δεν θα πραγματοποιήσει καθόλου διακοπές.

 

Τα στοιχεία προκύπτουν από τη νέα έρευνα της Pulse RC για λογαριασμό του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών (ΕΕΑ), η οποία πραγματοποιήθηκε το διάστημα 14-20 Ιουλίου σε δείγμα 832 ενηλίκων κατοίκων της Περιφέρειας Αττικής.

 

Έντονη απαισιοδοξία για την οικονομία

 

Η απαισιοδοξία για την πορεία της ελληνικής οικονομίας παραμένει ισχυρή, καθώς έξι στους δέκα κατοίκους της Αττικής εμφανίζονται αρνητικοί για τους επόμενους μήνες.

 

Συγκεκριμένα, το 31% δηλώνει «σίγουρα απαισιόδοξο» και το 30% «μάλλον απαισιόδοξο», με το συνολικό ποσοστό να φθάνει στο 61%.

 

Αντίθετα, το 36% των ερωτηθέντων εμφανίζεται αισιόδοξο, ποσοστό που παραμένει σχεδόν αμετάβλητο σε σχέση με αντίστοιχη έρευνα του Μαρτίου 2024.

 

Η εικόνα είναι ακόμη πιο αρνητική μεταξύ επιχειρηματιών και επαγγελματιών, όπου το ποσοστό των απαισιόδοξων ανέρχεται στο 65%, έναντι μόλις 33% που δηλώνουν αισιοδοξία.

 

Τρόφιμα και ενέργεια οι μεγαλύτερες πιέσεις

 

Η ακρίβεια βρίσκεται στην κορυφή των ανησυχιών των πολιτών. Το 61% χαρακτηρίζει τις αυξήσεις τιμών «πολύ σημαντικό» πρόβλημα, ενώ ακόμη ένα 22% τις θεωρεί «αρκετά σημαντικό» ζήτημα.

 

Το συνολικό ποσοστό του 83% παραμένει σχεδόν αμετάβλητο σε σχέση με τον Μάρτιο του 2024, όταν είχε διαμορφωθεί στο 84%.

 

Οι τιμές στα βασικά αγαθά αποτελούν τη μεγαλύτερη πηγή ανησυχίας. Τα τρόφιμα, τα ποτά και οι αγορές από τα σούπερ μάρκετ προβληματίζουν το 63% των πολιτών, έναντι 61% πριν από δύο χρόνια.

 

Δεύτερη σημαντικότερη πηγή πίεσης είναι η ενέργεια, δηλαδή το ηλεκτρικό ρεύμα, τα καύσιμα και η θέρμανση, με ποσοστό 23%.

 

Για τους επιχειρηματίες και τους επαγγελματίες, πάντως, το ενεργειακό κόστος εμφανίζεται ακόμη πιο επιβαρυντικό, καθώς συγκεντρώνει το 27% των απαντήσεων, ενώ τα βασικά αγαθά το 55%.

 

Οι διακοπές περιορίζονται λόγω κόστους

 

Η οικονομική στενότητα επηρεάζει άμεσα και τον σχεδιασμό των καλοκαιρινών διακοπών.

 

Μόλις το 3% των πολιτών δηλώνει ότι θα κάνει περισσότερες ημέρες διακοπών σε σχέση με πέρυσι, ενώ το 43% αναφέρει ότι θα φύγει περίπου για το ίδιο χρονικό διάστημα.

 

Αντίθετα, το 26% δηλώνει ότι θα περιορίσει τις ημέρες των διακοπών του, ενώ το 24% αναφέρει ότι δεν θα κάνει καθόλου διακοπές.

 

Μεταξύ των επιχειρηματιών και επαγγελματιών, το ποσοστό όσων δεν θα φύγουν για διακοπές αυξάνεται στο 31%.

 

Για όσους περιορίζουν ή ακυρώνουν τις διακοπές τους, ο βασικός λόγος είναι οι οικονομικές δυσκολίες, τις οποίες επικαλείται το 66%.

 

Το κόστος διαμονής αποτελεί τον δεύτερο σημαντικότερο παράγοντα με 16%, ενώ το κόστος μετακίνησης αναφέρεται από το 6%.

 

Ιδιαίτερα αξιοσημείωτο είναι ότι το κόστος διαμονής έχει υπερδιπλασιάσει τη σημασία του σε σχέση με το 2022. Τότε απότελούσε βασική αιτία περιορισμού των διακοπών μόλις για το 7% των ερωτηθέντων.

    

                              

 

Θετική στάση απέναντι στα μέτρα, αλλά ζητούνται περισσότερες παρεμβάσεις

 

Οι πολίτες εμφανίζονται θετικοί απέναντι σε μέτρα στήριξης των οικονομικά ευάλωτων ομάδων, αλλά θεωρούν ότι απαιτούνται επιπλέον παρεμβάσεις.

 

Το 59% εκτιμά ότι η καταβολή επιδομάτων σε χαμηλοσυνταξιούχους, οικογένειες με παιδιά και άλλες ευάλωτες ομάδες κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση.

 

Ωστόσο, μόλις το 8% θεωρεί ότι τα μέτρα είναι επαρκή, ενώ το 51% εκτιμά ότι χρειάζονται πρόσθετες ενέργειες. Αντίθετη άποψη έχει το 32%.

 

Θετική είναι επίσης η αξιολόγηση της νέας ρύθμισης έως 72 δόσεων για ληξιπρόθεσμες οφειλές προς το Δημόσιο.

 

Μεταξύ των αυτοαπασχολούμενων, στους οποίους αφορά άμεσα η ρύθμιση, το 60% τη χαρακτηρίζει «σίγουρα» ή «μάλλον θετική», ενώ το 31% έχει αρνητική άποψη.

 

Παράλληλα, ένας στους τέσσερις επαγγελματίες δηλώνει ότι έχει ληξιπρόθεσμες οφειλές προς το Δημόσιο.

 

Προειδοποίηση για νέες ανατιμήσεις

 

Ο πρόεδρος του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών, Γιάννης Χατζηθεοδοσίου, σημειώνει ότι τα αποτελέσματα της έρευνας αποτυπώνουν τη συνεχιζόμενη πίεση που δέχονται νοικοκυριά και επιχειρήσεις από το υψηλό κόστος ζωής.

 

Όπως επισημαίνει, απαιτούνται μέτρα με άμεση εφαρμογή, ιδιαίτερα καθώς παραμένει ο κίνδυνος νέων αυξήσεων στις τιμές λόγω της έντασης στη Μέση Ανατολή και των πιθανών επιπτώσεων στις ενεργειακές αγορές.

 
 

 

 

     

 

Παλαιότερα Σχόλια

 
 

Αποποίηση Ευθύνης.... 

© 2016-2026 Greek Finance Forum