| Ειδήσεις | Ο Κυνηγός | Λεωφόρος Αθηνών | "Κουλου - Βάχατα" | +/- | "Μας ακούνε" | Fundamentalist | Marx - Soros | Start Trading |

 
 

"Kουλου-βάχατα"

Σχόλια για τα πάντα ……. Η φράση “Κουλου – βάχατα” προέρχεται από την αντίστοιχη αραβική «κούλου ουάχαντ» που σημαίνει «όλα μαζί ένα».

Επικοινωνήστε μαζί μας

 
 

 

00:01 - 28/04/26

                                

 

Ελληνική οικονομία: ανάπτυξη με «κινητήρα» την εργασία και όχι την παραγωγικότητα

 

Η ελληνική οικονομία έχει καταγράψει αξιόλογη ανάκαμψη τα τελευταία χρόνια, ωστόσο η πρόοδος αυτή στηρίχθηκε κυρίως στην αύξηση της απασχόλησης και στη μείωση της ανεργίας, και πολύ λιγότερο στην ενίσχυση της παραγωγικότητας, όπως τόνισε ο Τάσος Αναστασάτος, Επικεφαλής Οικονομολόγος του Ομίλου Eurobank και Πρόεδρος της Συντονιστικής Επιτροπής Οικονομικής Ανάλυσης της ΕΕΤ.

 

Παραγωγικότητα κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ

 

Όπως επεσήμανε, η παραγωγικότητα στην Ελλάδα παραμένει χαμηλότερη από τον μέσο όρο των χωρών της ΕΕ-27. Αυτό αποδίδεται εν μέρει στο γεγονός ότι δεν έχουν ακόμη αποκατασταθεί πλήρως οι απώλειες στο κεφαλαιουχικό απόθεμα που προκλήθηκαν κατά την κρίση χρέους, ενώ οι επενδύσεις, παρά τη βελτίωσή τους, εξακολουθούν να υπολείπονται ως ποσοστό του ΑΕΠ σε σχέση με την ΕΕ-20.

 

Η εικόνα των επενδύσεων και των ΑΞΕ

 

Οι Άμεσες Ξένες Επενδύσεις αυξάνονται, ωστόσο κυριαρχούν οι εξαγορές έναντι των νέων παραγωγικών επενδύσεων (greenfield). Παράλληλα, η δομή της ελληνικής οικονομίας εξακολουθεί να ευνοεί κλάδους χαμηλότερης εξειδίκευσης και ανειδίκευτης εργασίας, περιορίζοντας τη δυνατότητα αύξησης της συνολικής παραγωγικότητας.

 

                         

 

Διαρθρωτικές αδυναμίες και μακροπρόθεσμοι κίνδυνοι

 

Οι διεθνείς οργανισμοί προειδοποιούν ότι η μελλοντική ανάπτυξη της χώρας θα επιβραδυνθεί λόγω δημογραφικών πιέσεων, χαμηλής επενδυτικής έντασης και περιορισμένης παραγωγικότητας. Σε αυτό το πλαίσιο, οι βασικές προτεραιότητες πολιτικής είναι:

 

αύξηση των επενδύσεων και της εθνικής αποταμίευσης, με ταυτόχρονη διατήρηση δημοσιονομικής και εξωτερικής ισορροπίας,

αναβάθμιση του παραγωγικού μοντέλου προς τομείς υψηλής τεχνολογίας και γνώσης.

 

Ο ρόλος των μεταρρυθμίσεων

 

Κεντρικό εργαλείο για την επίτευξη αυτών των στόχων αποτελούν οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, οι οποίες ενισχύουν την παραγωγικότητα και βελτιώνουν την ελκυστικότητα της χώρας για επενδύσεις. Όπως σημείωσε, η ανταγωνιστικότητα τιμών δεν αποτελεί πλέον βασικό πρόβλημα, καθώς έχει αποκατασταθεί μετά την κρίση.

 

Αντίθετα, η Ελλάδα υστερεί σε κρίσιμους δείκτες θεσμικής και διαρθρωτικής ανταγωνιστικότητας, όπως:

 

αποτελεσματικότητα δημόσιας διοίκησης,

ποιότητα ρυθμιστικού πλαισίου,

απονομή δικαιοσύνης,

ισχύς του κράτους δικαίου.

 

                                

 

Επενδύσεις, επιχειρηματικό μέγεθος και χρηματοδότηση

 

Σύμφωνα με τον ίδιο, το ελληνικό τραπεζικό σύστημα βρίσκεται σε ισχυρή θέση να στηρίξει την ανάπτυξη, χάρη στη χαμηλή έκθεση σε μη εξυπηρετούμενα δάνεια και την επαρκή ρευστότητα και κεφαλαιακή επάρκεια.

 

Ωστόσο, ένα διαχρονικό εμπόδιο παραμένει το μικρό μέγεθος των ελληνικών επιχειρήσεων σε σχέση με την ΕΕ-27. Οι πολύ μικρές επιχειρήσεις εμφανίζουν χαμηλότερη παραγωγικότητα, περιορισμένη εξαγωγική δραστηριότητα και μικρότερη επενδυτική ικανότητα.

 

Για τον λόγο αυτό, η ενίσχυση του επιχειρηματικού μεγέθους μέσω συνεργασιών, συγχωνεύσεων και εξαγορών θεωρείται κρίσιμη, ειδικά όταν αφορά κλάδους υψηλής τεχνολογίας που δημιουργούν θετικές επιδράσεις σε όλη την οικονομία.

 

Νέο αναπτυξιακό υπόδειγμα

 

Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε και στη γεωστρατηγική συγκυρία, όπου η Ελλάδα μπορεί να αξιοποιήσει τη θέση της στις διεθνείς αλυσίδες αξίας, ειδικά σε τομείς όπως η ενέργεια και η ασφάλεια εφοδιασμού.

 

Τέλος, υπογραμμίστηκε ότι η επιτυχής μετάβαση σε ένα νέο αναπτυξιακό μοντέλο προϋποθέτει στοχευμένα κίνητρα πολιτικής, αλλά και πολιτική συναίνεση, καθώς οι μεταρρυθμίσεις αποδίδουν μακροπρόθεσμα αλλά συχνά συνεπάγονται βραχυπρόθεσμο πολιτικό κόστος.

                             

 

Μισθοί 

 

Παρά τις συνεχείς αυξήσεις στον κατώτατο μισθό τα τελευταία χρόνια, η εικόνα που διαμορφώνεται στην ελληνική αγορά εργασίας δείχνει ότι η βελτίωση των αποδοχών δεν μεταφράζεται απαραίτητα σε ουσιαστική ενίσχυση του βιοτικού επιπέδου των εργαζομένων. Μετά και την τελευταία αναπροσαρμογή κατά 4,5%, ο κατώτατος μισθός διαμορφώθηκε στα 920 ευρώ μικτά, ενώ συνολικά από το 2019 οι αυξήσεις ξεπερνούν το 41%.

 

Σε θεωρητικό επίπεδο, η άνοδος του κατώτατου μισθού θα έπρεπε να συμπαρασύρει προς τα πάνω και τους μέσους μισθούς της οικονομίας. Ωστόσο, τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι ολοένα και περισσότεροι εργαζόμενοι συγκεντρώνονται σε αποδοχές πολύ κοντά στα κατώτατα επίπεδα, γεγονός που οδηγεί σε συμπίεση της μισθολογικής κλίμακας.

 

Η εξέλιξη αυτή αποτυπώνεται και στους πραγματικούς μισθούς, δηλαδή στις αποδοχές σε όρους αγοραστικής δύναμης. Σύμφωνα με πρόσφατες μετρήσεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η Ελλάδα βρίσκεται πλέον στις τελευταίες θέσεις της ΕΕ ως προς την αγοραστική δύναμη του μέσου ωρομισθίου. Ακόμη και ο μέσος ονομαστικός μισθός πλήρους απασχόλησης παραμένει από τους χαμηλότερους στην Ευρώπη.

 

Την ίδια στιγμή, η αύξηση των τιμών συνεχίζει να περιορίζει την πραγματική αξία των αποδοχών. Παρότι ο μέσος μισθός κατέγραψε μικρή ονομαστική άνοδο το 2025, ο πληθωρισμός κινήθηκε σε υψηλότερα επίπεδα, με αποτέλεσμα τη μείωση της αγοραστικής δύναμης. Η πίεση είναι ακόμη μεγαλύτερη για τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα, καθώς βασικά αγαθά όπως τα τρόφιμα και η στέγαση αυξάνονται ταχύτερα από τον γενικό δείκτη τιμών.

 

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η σχέση κατώτατου προς μέσο μισθό στην Ελλάδα, η οποία συγκαταλέγεται στις υψηλότερες στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Αυτό σημαίνει ότι ο κατώτατος μισθός βρίσκεται σχετικά κοντά στις μέσες αποδοχές, στοιχείο που από τη μία περιορίζει τις ανισότητες στα χαμηλά εισοδήματα, από την άλλη όμως δείχνει περιορισμένη δυνατότητα μισθολογικής εξέλιξης για μεγάλο μέρος των εργαζομένων.

 

Η εικόνα είναι ακόμη πιο έντονη στις πολύ μικρές επιχειρήσεις. Σε επιχειρήσεις με λιγότερους από δέκα εργαζόμενους, ο μέσος μισθός παραμένει χαμηλός και απέχει ελάχιστα από τον κατώτατο. Αυτό σημαίνει ότι εργαζόμενοι με πολυετή εμπειρία συχνά αμείβονται με διαφορά λίγων μόνο ευρώ σε σχέση με έναν νεοπροσλαμβανόμενο.

 

Παράλληλα, η επίδραση των αυξήσεων του κατώτατου μισθού στα υψηλότερα μισθολογικά κλιμάκια αποδεικνύεται περιορισμένη. Το λεγόμενο «spillover effect», δηλαδή η διάχυση των αυξήσεων προς τα πάνω, εξασθενεί όσο αυξάνονται οι αποδοχές. Οι μεγαλύτερες επιδράσεις εντοπίζονται σε μισθούς πολύ κοντά στον κατώτατο, ενώ σε μεσαία επίπεδα αποδοχών η επίδραση γίνεται μικρή ή σχεδόν ανύπαρκτη.

 

Καθοριστικό ρόλο για την εξέλιξη των αποδοχών αναμένεται να παίξουν και οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας. Ωστόσο, αρκετές από τις πρόσφατες συμφωνίες σε κλάδους του ιδιωτικού τομέα δείχνουν ότι οι αμοιβές συνεχίζουν να κινούνται κοντά στα κατώτατα επίπεδα, ακόμη και για πιο εξειδικευμένες θέσεις.

 

Παράλληλα, ζητήματα εξακολουθούν να υπάρχουν και με το καθεστώς των τριετιών. Αν και η προϋπηρεσία επανενεργοποιήθηκε μετά το 2024, η περίοδος από το 2012 έως το 2024 δεν προσμετράται, ενώ αρκετοί εργαζόμενοι που αμείβονται λίγο πάνω από τον κατώτατο ενδέχεται να μην επωφεληθούν πλήρως από τις προσαυξήσεις προϋπηρεσίας.

 

Τελικά, το αν οι αυξήσεις στους μισθούς θα οδηγήσουν σε ουσιαστική βελτίωση του διαθέσιμου εισοδήματος εξαρτάται από πολλούς παράγοντες: τον πληθωρισμό, το ενεργειακό κόστος, την παραγωγικότητα της οικονομίας αλλά και τη φορολογική και ασφαλιστική επιβάρυνση.

 

Είναι χαρακτηριστικό ότι σημαντικό μέρος της αύξησης του μισθολογικού κόστους δεν καταλήγει τελικά στον εργαζόμενο, αλλά απορροφάται από φόρους και ασφαλιστικές εισφορές. Έτσι, η πραγματική ενίσχυση του εισοδήματος αποδεικνύεται αισθητά μικρότερη από την ονομαστική αύξηση που ανακοινώνεται, γεγονός που εξηγεί γιατί πολλοί εργαζόμενοι συνεχίζουν να αισθάνονται οικονομική πίεση παρά τις διαδοχικές αυξήσεις στους κατώτατους μισθούς.

 

 
 
 

 

 

 

 

 

Παλαιότερα Σχόλια

 

   

Αποποίηση Ευθύνης.... 

© 2016-2026 Greek Finance Forum