|

Μισθοί
Παρά τις συνεχείς
αυξήσεις στον κατώτατο μισθό τα τελευταία χρόνια, η εικόνα
που διαμορφώνεται στην ελληνική αγορά εργασίας δείχνει ότι η
βελτίωση των αποδοχών δεν μεταφράζεται απαραίτητα σε
ουσιαστική ενίσχυση του βιοτικού επιπέδου των εργαζομένων.
Μετά και την τελευταία αναπροσαρμογή κατά 4,5%, ο κατώτατος
μισθός διαμορφώθηκε στα 920 ευρώ μικτά, ενώ συνολικά από το
2019 οι αυξήσεις ξεπερνούν το 41%.
Σε θεωρητικό
επίπεδο, η άνοδος του κατώτατου μισθού θα έπρεπε να
συμπαρασύρει προς τα πάνω και τους μέσους μισθούς της
οικονομίας. Ωστόσο, τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι
ολοένα και περισσότεροι εργαζόμενοι συγκεντρώνονται σε
αποδοχές πολύ κοντά στα κατώτατα επίπεδα, γεγονός που οδηγεί
σε συμπίεση της μισθολογικής κλίμακας.
Η εξέλιξη αυτή
αποτυπώνεται και στους πραγματικούς μισθούς, δηλαδή στις
αποδοχές σε όρους αγοραστικής δύναμης. Σύμφωνα με πρόσφατες
μετρήσεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η Ελλάδα βρίσκεται πλέον
στις τελευταίες θέσεις της ΕΕ ως προς την αγοραστική δύναμη
του μέσου ωρομισθίου. Ακόμη και ο μέσος ονομαστικός μισθός
πλήρους απασχόλησης παραμένει από τους χαμηλότερους στην
Ευρώπη.
Την ίδια στιγμή, η
αύξηση των τιμών συνεχίζει να περιορίζει την πραγματική αξία
των αποδοχών. Παρότι ο μέσος μισθός κατέγραψε μικρή
ονομαστική άνοδο το 2025, ο πληθωρισμός κινήθηκε σε
υψηλότερα επίπεδα, με αποτέλεσμα τη μείωση της αγοραστικής
δύναμης. Η πίεση είναι ακόμη μεγαλύτερη για τα χαμηλότερα
εισοδηματικά στρώματα, καθώς βασικά αγαθά όπως τα τρόφιμα
και η στέγαση αυξάνονται ταχύτερα από τον γενικό δείκτη
τιμών.
Ιδιαίτερο
ενδιαφέρον παρουσιάζει και η σχέση κατώτατου προς μέσο μισθό
στην Ελλάδα, η οποία συγκαταλέγεται στις υψηλότερες στην
Ευρωπαϊκή Ένωση. Αυτό σημαίνει ότι ο κατώτατος μισθός
βρίσκεται σχετικά κοντά στις μέσες αποδοχές, στοιχείο που
από τη μία περιορίζει τις ανισότητες στα χαμηλά εισοδήματα,
από την άλλη όμως δείχνει περιορισμένη δυνατότητα
μισθολογικής εξέλιξης για μεγάλο μέρος των εργαζομένων.
Η εικόνα είναι
ακόμη πιο έντονη στις πολύ μικρές επιχειρήσεις. Σε
επιχειρήσεις με λιγότερους από δέκα εργαζόμενους, ο μέσος
μισθός παραμένει χαμηλός και απέχει ελάχιστα από τον
κατώτατο. Αυτό σημαίνει ότι εργαζόμενοι με πολυετή εμπειρία
συχνά αμείβονται με διαφορά λίγων μόνο ευρώ σε σχέση με έναν
νεοπροσλαμβανόμενο.
Παράλληλα, η
επίδραση των αυξήσεων του κατώτατου μισθού στα υψηλότερα
μισθολογικά κλιμάκια αποδεικνύεται περιορισμένη. Το λεγόμενο
«spillover effect», δηλαδή η διάχυση των αυξήσεων προς τα
πάνω, εξασθενεί όσο αυξάνονται οι αποδοχές. Οι μεγαλύτερες
επιδράσεις εντοπίζονται σε μισθούς πολύ κοντά στον κατώτατο,
ενώ σε μεσαία επίπεδα αποδοχών η επίδραση γίνεται μικρή ή
σχεδόν ανύπαρκτη.
Καθοριστικό ρόλο
για την εξέλιξη των αποδοχών αναμένεται να παίξουν και οι
συλλογικές συμβάσεις εργασίας. Ωστόσο, αρκετές από τις
πρόσφατες συμφωνίες σε κλάδους του ιδιωτικού τομέα δείχνουν
ότι οι αμοιβές συνεχίζουν να κινούνται κοντά στα κατώτατα
επίπεδα, ακόμη και για πιο εξειδικευμένες θέσεις.
Παράλληλα,
ζητήματα εξακολουθούν να υπάρχουν και με το καθεστώς των
τριετιών. Αν και η προϋπηρεσία επανενεργοποιήθηκε μετά το
2024, η περίοδος από το 2012 έως το 2024 δεν προσμετράται,
ενώ αρκετοί εργαζόμενοι που αμείβονται λίγο πάνω από τον
κατώτατο ενδέχεται να μην επωφεληθούν πλήρως από τις
προσαυξήσεις προϋπηρεσίας.
Τελικά, το αν οι
αυξήσεις στους μισθούς θα οδηγήσουν σε ουσιαστική βελτίωση
του διαθέσιμου εισοδήματος εξαρτάται από πολλούς παράγοντες:
τον πληθωρισμό, το ενεργειακό κόστος, την παραγωγικότητα της
οικονομίας αλλά και τη φορολογική και ασφαλιστική
επιβάρυνση.
Είναι
χαρακτηριστικό ότι σημαντικό μέρος της αύξησης του
μισθολογικού κόστους δεν καταλήγει τελικά στον εργαζόμενο,
αλλά απορροφάται από φόρους και ασφαλιστικές εισφορές. Έτσι,
η πραγματική ενίσχυση του εισοδήματος αποδεικνύεται αισθητά
μικρότερη από την ονομαστική αύξηση που ανακοινώνεται,
γεγονός που εξηγεί γιατί πολλοί εργαζόμενοι συνεχίζουν να
αισθάνονται οικονομική πίεση παρά τις διαδοχικές αυξήσεις
στους κατώτατους μισθούς.
|