| Ειδήσεις | Ο Κυνηγός | Λεωφόρος Αθηνών | "Κουλου - Βάχατα" | +/- | "Μας ακούνε" | Fundamentalist | Marx - Soros |

 

"Kουλου-βάχατα"

Σχόλια για τα πάντα ……. Η φράση “Κουλου – βάχατα” προέρχεται από την αντίστοιχη αραβική «κούλου ουάχαντ» που σημαίνει «όλα μαζί ένα».

Επικοινωνήστε μαζί μας

 

 

00:01 - 29/07/26

 

                                               

Χρέος νοικοκυριών στην Ευρώπη: Η Ελλάδα κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ – Ποιες χώρες εμφανίζουν τις μεγαλύτερες επιβαρύνσεις

 

Το χρέος των νοικοκυριών στην Ευρωπαϊκή Ένωση συνεχίζει να υποχωρεί, αν και παραμένει ένας σημαντικός δείκτης για τη χρηματοοικονομική σταθερότητα των οικονομιών. Σύμφωνα με τα νεότερα στοιχεία της Eurostat, το 2025 οι συνολικές υποχρεώσεις των νοικοκυριών διαμορφώθηκαν στο 49,4% του ΑΕΠ στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στο 50,7% στην Ευρωζώνη.

 

Η εικόνα παρουσιάζει σημαντική βελτίωση σε σχέση με το 2020, όταν ο αντίστοιχος δείκτης ξεπερνούσε το 60% του ΑΕΠ, καθώς τα νοικοκυριά σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες προχώρησαν σε απομόχλευση μετά την πανδημία και την ενεργειακή κρίση.

 

Στο συνολικό χρέος περιλαμβάνονται κυρίως στεγαστικά δάνεια, καταναλωτικά δάνεια και λοιπές μορφές τραπεζικού δανεισμού. Ο δείκτης εκφράζει τη σχέση μεταξύ του συνολικού χρέους των νοικοκυριών και της ετήσιας παραγωγής μιας οικονομίας.

 

Έτσι, ένας δείκτης 50% σημαίνει ότι οι συνολικές υποχρεώσεις των νοικοκυριών αντιστοιχούν περίπου στο μισό της οικονομικής παραγωγής μιας χώρας μέσα σε ένα έτος.

 

Ωστόσο, το υψηλό χρέος δεν αποτελεί από μόνο του ένδειξη οικονομικής αδυναμίας. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θεωρεί ότι το επίπεδο άνω του 55% του ΑΕΠ αρχίζει να δημιουργεί αυξημένους μακροοικονομικούς κινδύνους, καθώς αυξάνεται η πιθανότητα εμφάνισης προβλημάτων στην αποπληρωμή δανείων και μιας ενδεχόμενης πιστωτικής κρίσης.

 

Η θέση της Ελλάδας: Σημαντικά χαμηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο

 

Η Ελλάδα βρίσκεται μεταξύ των χωρών με το χαμηλότερο χρέος νοικοκυριών στην Ευρώπη, με τον σχετικό δείκτη να διαμορφώνεται στο 38% του ΑΕΠ.

 

Το επίπεδο αυτό είναι αισθητά χαμηλότερο τόσο από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (49,4%) όσο και από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης (50,7%).

 

Ακόμη χαμηλότερα βρίσκεται η Ιταλία, με χρέος νοικοκυριών στο 35,9% του ΑΕΠ, ενώ η Εσθονία ακολουθεί με 39,5%.

 

Η χαμηλή θέση της Ελλάδας αποτελεί σε μεγάλο βαθμό αποτέλεσμα της μεγάλης απομόχλευσης που πραγματοποιήθηκε μετά την οικονομική κρίση της προηγούμενης δεκαετίας, όταν τα νοικοκυριά περιόρισαν σημαντικά τον τραπεζικό τους δανεισμό.

 

Κύπρος: Μείωση του χρέους αλλά με βάρος από παλαιά προβληματικά δάνεια

 

Η Κύπρος κατατάσσεται στην 8η θέση μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών με το υψηλότερο χρέος νοικοκυριών, με τον δείκτη να ανέρχεται στο 54,2% του ΑΕΠ.

 

Παρά το γεγονός ότι το επίπεδο αυτό έχει μειωθεί σημαντικά, περίπου κατά 62% σε σχέση με τον Δεκέμβριο του 2016, εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικές εκκρεμότητες από το παρελθόν.

 

Σύμφωνα με την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, περίπου το 34% του συνολικού χρέους των νοικοκυριών αφορά παλαιά μη εξυπηρετούμενα δάνεια, τα οποία συνεχίζουν να αποπληρώνονται σταδιακά.

 

                                                  

 

Οι χώρες με το υψηλότερο χρέος νοικοκυριών στην Ευρώπη

 

Στην κορυφή της κατάταξης βρίσκονται κυρίως χώρες της Βόρειας Ευρώπης, όπου ο υψηλός δανεισμός συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με την αγορά κατοικίας και τη δομή των στεγαστικών αγορών.

 

1. Ολλανδία – 93,5% του ΑΕΠ

 

Η Ολλανδία εμφανίζει το υψηλότερο χρέος νοικοκυριών στην Ευρώπη, με τον δείκτη να φτάνει το 93,5% του ΑΕΠ.

 

Η Κεντρική Τράπεζα της χώρας εξηγεί ότι το ιδιαίτερα υψηλό επίπεδο οφείλεται κυρίως στο στεγαστικό χρέος, καθώς το φορολογικό και θεσμικό πλαίσιο καθιστά ιδιαίτερα ελκυστικό τον δανεισμό για την αγορά κατοικίας.

 

2. Δανία – 84,1% του ΑΕΠ

 

Στη δεύτερη θέση βρίσκεται η Δανία με χρέος νοικοκυριών 84,1% του ΑΕΠ.

 

Η Εθνική Τράπεζα της Δανίας, αλλά και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, έχουν επισημάνει ότι το υψηλό ακαθάριστο χρέος αποτελεί παράγοντα που απαιτεί παρακολούθηση, καθώς αυξάνει την ευαισθησία των νοικοκυριών σε αυξήσεις επιτοκίων ή πτώση των τιμών ακινήτων.

#

3. Σουηδία – 82,3% του ΑΕΠ

 

Η Σουηδία βρίσκεται στην τρίτη θέση με δείκτη 82,3%, καθώς η αγορά κατοικίας στη χώρα βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στη στεγαστική πίστη.

 

Η άνοδος των επιτοκίων τα προηγούμενα χρόνια έχει αυξήσει την πίεση σε αρκετά νοικοκυριά, γεγονός που έχει οδηγήσει τις αρχές να παρακολουθούν στενά τη δυναμική του ιδιωτικού χρέους.

 

4. Φινλανδία – 62,9% του ΑΕΠ

 

Η Φινλανδία ακολουθεί με χρέος νοικοκυριών 62,9% του ΑΕΠ, επίσης πάνω από το όριο που θεωρείται αυξημένης προσοχής από τους ευρωπαϊκούς θεσμούς.

 

Η περίπτωση της Γερμανίας

 

Παρά το οικονομικό της μέγεθος και τον υψηλό πλούτο των νοικοκυριών της, η Γερμανία βρίσκεται λίγο κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ, με χρέος νοικοκυριών 49% του ΑΕΠ.

 

Ένας σημαντικός λόγος είναι το χαμηλό ποσοστό ιδιοκτησίας κατοικίας. Το 2022 μόλις το 46,7% των Γερμανών διέθετε ιδιόκτητη κατοικία, ένα από τα χαμηλότερα ποσοστά στην Ευρώπη.

 

Η μικρότερη ιδιοκτησία κατοικίας περιορίζει την ανάγκη για στεγαστικό δανεισμό, σε αντίθεση με χώρες όπου η αγορά κατοικίας βασίζεται περισσότερο στον τραπεζικό δανεισμό.

 

Η ευρωπαϊκή εικόνα: Υψηλό χρέος δεν σημαίνει απαραίτητα αδυναμία

 

Η σύγκριση των ευρωπαϊκών χωρών δείχνει ότι το ύψος του χρέους των νοικοκυριών επηρεάζεται σημαντικά από τη δομή κάθε οικονομίας.

 

Σε χώρες όπως η Ολλανδία και η Δανία, τα υψηλά επίπεδα χρέους συνδέονται κυρίως με ανεπτυγμένες αγορές κατοικίας, υψηλά ποσοστά στεγαστικής πίστης και διαφορετικά φορολογικά κίνητρα.

 

Αντίθετα, η Ελλάδα εμφανίζει χαμηλότερο επίπεδο χρέους, αλλά αυτό αντανακλά και τη μεγάλη μείωση του τραπεζικού δανεισμού μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση.

 

Η σημερινή εικόνα δείχνει ότι η χώρα βρίσκεται σε πιο ασφαλή θέση ως προς τον δείκτη ιδιωτικού χρέους, ωστόσο η πρόκληση παραμένει η σταδιακή ενίσχυση της πιστωτικής επέκτασης με βιώσιμους όρους, ώστε η οικονομική ανάπτυξη να στηρίζεται περισσότερο στις επενδύσεις και λιγότερο στην απομόχλευση.

 

                                                      

 

                                   

 

ΟΟΣΑ: Το 40% των υψηλά ειδικευμένων εργαζομένων στην Ελλάδα εκτεθειμένο στην επέλαση της τεχνητής νοημοσύνης

 

Η τεχνητή νοημοσύνη αναμένεται να αποτελέσει έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες μετασχηματισμού της αγοράς εργασίας τα επόμενα χρόνια, με την Ελλάδα να βρίσκεται ήδη αντιμέτωπη με σημαντικές αλλαγές στη σύνθεση και στις απαιτήσεις των θέσεων εργασίας.

 

Σύμφωνα με την τελευταία έκθεση του ΟΟΣΑ για την απασχόληση (Ιούλιος 2026), περίπου το 40% των υψηλά ειδικευμένων εργαζομένων στην Ελλάδα βρίσκεται σε θέσεις εργασίας που θεωρούνται εκτεθειμένες στις επιδράσεις της παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (Generative AI).

 

Η έκθεση υπογραμμίζει ότι η έκθεση των εργαζομένων στην τεχνητή νοημοσύνη παρουσιάζει μεγάλες διαφοροποιήσεις ανά περιοχή, καθώς εξαρτάται από τη βιομηχανική σύνθεση, τη συγκέντρωση συγκεκριμένων επαγγελμάτων και το επίπεδο ψηφιοποίησης της οικονομίας.

 

Σε διεθνές επίπεδο, το ποσοστό των εργαζομένων που απασχολούνται σε θέσεις με υψηλή έκθεση στην τεχνητή νοημοσύνη κυμαίνεται από περίπου 16% σε ορισμένες περιοχές έως πάνω από 70% σε άλλες.

 

Στην Ελλάδα, η εικόνα παρουσιάζει σημαντικές περιφερειακές διαφοροποιήσεις. Η χαμηλότερη έκθεση καταγράφεται στην Κεντρική Μακεδονία με περίπου 30%, ενώ το υψηλότερο ποσοστό εντοπίζεται στην Αττική, όπου φτάνει το 60%.

 

Η διαφορά αυτή συνδέεται κυρίως με τη συγκέντρωση στην πρωτεύουσα επαγγελμάτων που σχετίζονται με υπηρεσίες υψηλής εξειδίκευσης, όπως η πληροφορική, τα χρηματοοικονομικά, η διοίκηση επιχειρήσεων και η εκπαίδευση.

 

Η Ελλάδα χαμηλά στην κατάταξη έκθεσης στην τεχνητή νοημοσύνη

 

Παρά το υψηλό ποσοστό στην Αττική, συνολικά η Ελλάδα βρίσκεται μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ με τη χαμηλότερη έκθεση στις επιπτώσεις της τεχνητής νοημοσύνης.

 

Η χώρα κατατάσσεται στην τέταρτη θέση από το τέλος μεταξύ των κρατών-μελών του ΟΟΣΑ, ακολουθώντας τη Ρουμανία, τη Νότια Κορέα και την Κολομβία.

 

Στον αντίποδα, τις υψηλότερες θέσεις στην κατάταξη καταλαμβάνουν χώρες όπως το Λουξεμβούργο, η Ολλανδία, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Ελβετία, όπου η οικονομική δραστηριότητα βασίζεται περισσότερο σε κλάδους έντασης γνώσης και σε επαγγέλματα που μπορούν να αξιοποιήσουν άμεσα εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης.

 

Η χαμηλότερη έκθεση της Ελλάδας δεν σημαίνει απαραίτητα μικρότερο κίνδυνο ή μικρότερη επίδραση. Αντίθετα, αντανακλά σε μεγάλο βαθμό τη διαφορετική παραγωγική δομή της χώρας, με μεγαλύτερη συμμετοχή κλάδων όπως ο τουρισμός, το εμπόριο, οι κατασκευές και υπηρεσίες χαμηλότερης ψηφιακής έντασης.

 

Ποιοι κλάδοι επηρεάζονται περισσότερο

 

Ο ΟΟΣΑ επισημαίνει ότι η μεγαλύτερη έκθεση στην τεχνητή νοημοσύνη καταγράφεται σε περιοχές όπου υπάρχει υψηλή συγκέντρωση εργαζομένων σε:

 

• τεχνολογίες πληροφορικής και επικοινωνιών

• χρηματοοικονομικές υπηρεσίες

• εκπαίδευση

• επαγγέλματα που βασίζονται σε αναλυτικές, γνωστικές και μη επαναλαμβανόμενες εργασίες

 

Πρόκειται κυρίως για θέσεις εργασίας όπου η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να αυτοματοποιήσει τμήματα της παραγωγικής διαδικασίας, να επιταχύνει τη λήψη αποφάσεων ή να αυξήσει σημαντικά την παραγωγικότητα.

 

Ο ΟΟΣΑ προειδοποιεί ωστόσο ότι οι περιφερειακές διαφοροποιήσεις στην υιοθέτηση της τεχνητής νοημοσύνης ενδέχεται να ενισχύσουν τα ήδη υπάρχοντα χάσματα μεταξύ αστικών και αγροτικών περιοχών, τόσο σε επίπεδο εισοδημάτων όσο και σε ευκαιρίες απασχόλησης.

 

                                 

 

Δεν οδηγεί απαραίτητα σε απώλεια θέσεων εργασίας

 

Παρά τους φόβους για μαζική αντικατάσταση εργαζομένων από μηχανές, τα μέχρι σήμερα στοιχεία δείχνουν μια πιο σύνθετη εικόνα.

 

Ο ΟΟΣΑ σημειώνει ότι οι επιπτώσεις της τεχνητής νοημοσύνης στις τοπικές αγορές εργασίας μόλις τώρα αρχίζουν να γίνονται εμφανείς.

 

Μελέτη που αναφέρεται στην έκθεση δείχνει ότι, ενώ η συνολική απασχόληση συνεχίζει να αυξάνεται, οι εργαζόμενοι στα πρώτα στάδια της σταδιοδρομίας τους σε επαγγέλματα με υψηλή έκθεση στην παραγωγική τεχνητή νοημοσύνη έχουν εμφανίσει μείωση της απασχόλησης σε σχέση με εργαζόμενους σε λιγότερο εκτεθειμένους κλάδους.

 

Ωστόσο, άλλη έρευνα που επικαλείται ο ΟΟΣΑ καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η υιοθέτηση της τεχνητής νοημοσύνης μέχρι στιγμής δεν έχει προκαλέσει μαζικές απώλειες θέσεων εργασίας. Αντίθετα, συνδέεται με αύξηση της παραγωγικότητας και ενίσχυση της απασχόλησης σε ορισμένα επαγγέλματα υψηλής έκθεσης.

 

Η μεγάλη πρόκληση για την Ελλάδα

 

Η τεχνητή νοημοσύνη δεν αποτελεί απλώς μια τεχνολογική αλλαγή, αλλά έναν παράγοντα που μπορεί να μεταμορφώσει συνολικά τη λειτουργία της οικονομίας.

 

Για χώρες όπως η Ελλάδα, η πρόκληση είναι διπλή: αφενός να αξιοποιηθεί η τεχνητή νοημοσύνη για την αύξηση της παραγωγικότητας και την αναβάθμιση των επιχειρήσεων, αφετέρου να αντιμετωπιστούν οι πιθανές επιπτώσεις σε επαγγέλματα που θα αλλάξουν χαρακτήρα.

 

Η μεγαλύτερη επίδραση πιθανότατα δεν θα αφορά μόνο την απώλεια θέσεων εργασίας, αλλά τη μεταμόρφωση του περιεχομένου της εργασίας. Επαγγέλματα που σήμερα θεωρούνται ασφαλή λόγω υψηλής εξειδίκευσης μπορεί να απαιτούν νέα εργαλεία, νέες δεξιότητες και συνεχή προσαρμογή.

 

Όπως επισημαίνει ο ΟΟΣΑ, η τεχνητή νοημοσύνη αναμένεται να έχει πολύ ευρύτερη επίδραση από προηγούμενες ψηφιακές τεχνολογίες, καθώς επηρεάζει όχι μόνο χειρωνακτικές ή επαναλαμβανόμενες εργασίες, αλλά και επαγγέλματα που βασίζονται στη γνώση, την ανάλυση και τη δημιουργικότητα.

    

                                       

 

Απλήρωτοι λογαριασμοί σχεδόν 3 δισ. ευρώ «φουσκώνουν» την τιμή του ρεύματος – Η ΡΑΑΕΥ προειδοποιεί για το κόστος του ενεργειακού τουρισμού

 

Με ληξιπρόθεσμες οφειλές που προσεγγίζουν τα 3 δισ. ευρώ λειτουργεί πλέον η ελληνική λιανική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, δημιουργώντας σημαντικές πιέσεις στις εταιρείες προμήθειας και αυξάνοντας το κόστος που, τελικά, μεταφέρεται και στους συνεπείς καταναλωτές.

 

Σύμφωνα με την ετήσια έκθεση της Ρυθμιστικής Αρχής Αποβλήτων, Ενέργειας και Υδάτων (ΡΑΑΕΥ), οι συνολικές ληξιπρόθεσμες οφειλές προς τους παρόχους ηλεκτρικής ενέργειας ανήλθαν το 2025 στα 2,98 δισ. ευρώ, παρουσιάζοντας μείωση περίπου 22% σε σχέση με τα 3,4 δισ. ευρώ του 2024. Παρά τη βελτίωση, το ύψος των χρεών εξακολουθεί να θεωρείται εξαιρετικά υψηλό, προκαλώντας σοβαρές επιπτώσεις στη λειτουργία της αγοράς.

 

Τα νοικοκυριά και οι μικρές επιχειρήσεις συγκεντρώνουν το μεγαλύτερο βάρος

 

Το μεγαλύτερο μέρος των οφειλών αφορά καταναλωτές χαμηλής τάσης, δηλαδή νοικοκυριά και μικρές επιχειρήσεις, όπου τα χρέη φθάνουν περίπου τα 2,1 δισ. ευρώ, αντιπροσωπεύοντας σχεδόν το 80% των συνολικών ληξιπρόθεσμων οφειλών.

 

Ακολουθούν οι επιχειρήσεις μέσης τάσης με οφειλές 683,8 εκατ. ευρώ, ενώ οι πελάτες υψηλής τάσης εμφανίζουν ανεξόφλητες υποχρεώσεις περίπου 214 εκατ. ευρώ.

 

Ειδικότερα:

 

τα νοικοκυριά οφείλουν περίπου 710 εκατ. ευρώ,

 

οι μικρές εμπορικές και βιομηχανικές επιχειρήσεις περίπου 819 εκατ. ευρώ,

 

οι επιχειρήσεις μέσης τάσης 577 εκατ. ευρώ,

 

ενώ οι μεγάλες επιχειρήσεις υψηλής τάσης περίπου 55 εκατ. ευρώ.

 

Η ΡΑΑΕΥ προειδοποιεί για αυξημένο πιστωτικό κίνδυνο

 

Η Ρυθμιστική Αρχή επισημαίνει ότι το ύψος των ληξιπρόθεσμων οφειλών αποτελεί σοβαρό πρόβλημα για τη βιωσιμότητα των προμηθευτών ηλεκτρικής ενέργειας, καθώς αυξάνει σημαντικά τον πιστωτικό κίνδυνο και τις ανάγκες χρηματοδότησης των εταιρειών.

 

Παράλληλα, ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το γεγονός ότι μεγάλο μέρος των οφειλών αφορά πελάτες που έχουν ήδη αλλάξει πάροχο, καθιστώντας ιδιαίτερα δύσκολη την είσπραξη των χρεών.

 

Η ΡΑΑΕΥ επισημαίνει ότι, παρότι η δυνατότητα αλλαγής προμηθευτή αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό μιας ανταγωνιστικής αγοράς, όταν συνοδεύεται από ανεξόφλητες οφειλές δημιουργεί πρόσθετο κόστος, το οποίο τελικά επιβαρύνει το σύνολο της αγοράς.

 

Ο «ενεργειακός τουρισμός» παραμένει βασική πηγή του προβλήματος

 

Σημαντικό μέρος των ληξιπρόθεσμων οφειλών αποδίδεται στο φαινόμενο του λεγόμενου «ενεργειακού τουρισμού», δηλαδή στην πρακτική καταναλωτών που αλλάζουν πάροχο αφήνοντας πίσω ανεξόφλητους λογαριασμούς.

 

Σύμφωνα με τα στοιχεία της αγοράς, περίπου 1,53 δισ. ευρώ, δηλαδή περισσότερο από το ήμισυ των συνολικών οφειλών, αφορά καταναλωτές που δεν βρίσκονται πλέον στο πελατολόγιο της εταιρείας απέναντι στην οποία δημιουργήθηκε η οφειλή.

 

Το αποτέλεσμα είναι η δημιουργία ενός συνεχώς αυξανόμενου αποθέματος επισφαλειών, το οποίο επιβαρύνει τους ισολογισμούς των προμηθευτών και αυξάνει το λειτουργικό τους κόστος.

 

Οι συνεπείς καταναλωτές πληρώνουν τελικά το κόστος

 

Παρότι οι επισφάλειες δεν εμφανίζονται ως ξεχωριστή χρέωση στους λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος, οι εταιρείες ενσωματώνουν μέρος αυτού του κόστους στις τιμολογιακές τους πολιτικές.

 

Η ΡΑΑΕΥ υπολογίζει ότι:

 

οι παλαιές οφειλές επιβαρύνουν την τιμή του ρεύματος κατά 3,041 λεπτά ανά κιλοβατώρα,

 

οι τρέχουσες ληξιπρόθεσμες οφειλές προσθέτουν ακόμη 2,89 λεπτά ανά κιλοβατώρα.

 

Συνολικά, η επιβάρυνση εκτιμάται σε περίπου 5,93 λεπτά ανά κιλοβατώρα, ποσό που, σύμφωνα με τη ΡΑΑΕΥ, μεταφέρεται εμμέσως στους καταναλωτές που εξοφλούν κανονικά τους λογαριασμούς τους.

 

Από την πλευρά τους, οι προμηθευτές αναγνωρίζουν ότι οι ανεξόφλητες οφειλές αυξάνουν το κόστος λειτουργίας, ωστόσο εκτιμούν ότι η πραγματική επίδραση στις τελικές τιμές είναι χαμηλότερη από τους υπολογισμούς της Ρυθμιστικής Αρχής.

 

Αυξημένες οφειλές και στην Καθολική Υπηρεσία

 

Ξεχωριστό ζήτημα αποτελεί η Καθολική Υπηρεσία, μέσω της οποίας εξασφαλίζεται προσωρινά η ηλεκτροδότηση καταναλωτών που δεν διαθέτουν ενεργή σύμβαση προμήθειας.

 

Οι συνολικές ληξιπρόθεσμες οφειλές στο συγκεκριμένο καθεστώς ανέρχονται σε περίπου 421,5 εκατ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί στο 14,2% του συνόλου των ληξιπρόθεσμων χρεών της αγοράς.

 

Από αυτά:

 

περίπου 108,6 εκατ. ευρώ αφορούν ενεργούς πελάτες,

 

ενώ σχεδόν 313 εκατ. ευρώ προέρχονται από καταναλωτές που έχουν ήδη αλλάξει πάροχο.

 

Η ΡΑΑΕΥ σημειώνει πάντως ότι η θέσπιση ανώτατου χρόνου παραμονής τεσσάρων μηνών στην Καθολική Υπηρεσία φαίνεται να αποδίδει, καθώς μέσα στο 2025 ο αριθμός των πελατών του συγκεκριμένου καθεστώτος μειώθηκε κατά 50,8%, ενώ η κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας περιορίστηκε κατά 28,3%.

 

Το μεγάλο ζητούμενο

 

Παρά τη μείωση των συνολικών ληξιπρόθεσμων οφειλών σε σχέση με το 2024, η αγορά εξακολουθεί να αντιμετωπίζει ένα ιδιαίτερα σοβαρό διαρθρωτικό πρόβλημα. Η αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση του «ενεργειακού τουρισμού», η ταχύτερη είσπραξη των οφειλών και η ενίσχυση των μηχανισμών πιστωτικού ελέγχου θεωρούνται πλέον κρίσιμες προϋποθέσεις τόσο για τη βιωσιμότητα των εταιρειών προμήθειας όσο και για τη συγκράτηση του κόστους ηλεκτρικής ενέργειας για τους συνεπείς καταναλωτές.

 
 

 

 

     

 

Παλαιότερα Σχόλια

 
 

Αποποίηση Ευθύνης.... 

© 2016-2026 Greek Finance Forum