| Ειδήσεις | Ο Κυνηγός | Λεωφόρος Αθηνών | "Κουλου - Βάχατα" | +/- | "Μας ακούνε" | Fundamentalist | Marx - Soros |

 

"Kουλου-βάχατα"

Σχόλια για τα πάντα ……. Η φράση “Κουλου – βάχατα” προέρχεται από την αντίστοιχη αραβική «κούλου ουάχαντ» που σημαίνει «όλα μαζί ένα».

Επικοινωνήστε μαζί μας

 

 

00:01 - 29/10/26

                             

 

Ελλάδα: Πρωταθλήτρια στους φόρους κατανάλωσης – Στο 15,1% του ΑΕΠ τα έσοδα από έμμεσους φόρους

 

Η φορολογική επιβάρυνση της κατανάλωσης αποτελεί ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά του ελληνικού φορολογικού συστήματος, διαφοροποιώντας τη χώρα από άλλες ευρωπαϊκές οικονομίες. Τα διαθέσιμα στοιχεία για το 2024 δείχνουν ότι τα έσοδα από τον ΦΠΑ και τους υπόλοιπους φόρους επί αγαθών και υπηρεσιών αντιστοιχούσαν στο 15,1% του ελληνικού ΑΕΠ. Το ποσοστό αυτό είναι αισθητά υψηλότερο από εκείνο της Γαλλίας, της Ιταλίας και της Πορτογαλίας, αποτυπώνοντας τη μεγαλύτερη βαρύτητα που έχουν οι έμμεσοι φόροι στα δημόσια έσοδα της Ελλάδας.

 

Η σύγκριση με τις τρεις ευρωπαϊκές χώρες αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς κατά την περίοδο 2019-2024 η συμμετοχή των φόρων κατανάλωσης στο ΑΕΠ υποχώρησε και στις τρεις περιπτώσεις, ενώ στην Ελλάδα παρέμεινε σταθερή. Η εξέλιξη αυτή αναδεικνύει τις διαφορετικές προσεγγίσεις στη συγκέντρωση φορολογικών εσόδων και θέτει εκ νέου το ζήτημα της ισορροπίας μεταξύ άμεσης και έμμεσης φορολογίας.

 

Η απόσταση από τις άλλες ευρωπαϊκές οικονομίες

 

Το 2019, οι φόροι κατανάλωσης αντιστοιχούσαν στο 15,1% του ΑΕΠ στην Ελλάδα, έναντι 11,7% στη Γαλλία, 11,5% στην Ιταλία και 12,6% στην Πορτογαλία. Πέντε χρόνια αργότερα, η ελληνική επίδοση παρέμενε αμετάβλητη, ενώ στις υπόλοιπες χώρες καταγράφηκαν χαμηλότερα ποσοστά.

 

Χώρα

Φόροι κατανάλωσης ως % του ΑΕΠ το 2019

Φόροι κατανάλωσης ως % του ΑΕΠ το 2024

Μεταβολή

Ελλάδα

15,1%

15,1%

0,0 μονάδες

Γαλλία

11,7%

10,8%

-0,9 μονάδες

Ιταλία

11,5%

11,0%

-0,5 μονάδες

Πορτογαλία

12,6%

12,2%

-0,4 μονάδες

 

Η Ελλάδα διατηρεί, επομένως, σαφές προβάδισμα ως προς τη συμμετοχή των φόρων κατανάλωσης στο ΑΕΠ. Σε σχέση με τη Γαλλία, η διαφορά φτάνει τις 4,3 ποσοστιαίες μονάδες, ενώ έναντι της Ιταλίας ανέρχεται σε 4,1 μονάδες. Ακόμη και απέναντι στην Πορτογαλία, η οποία εμφανίζει υψηλότερη συμμετοχή έμμεσων φόρων από τη Γαλλία και την Ιταλία, η απόσταση διαμορφώνεται στις 2,9 μονάδες.

 

Γιατί η Ελλάδα στηρίζεται περισσότερο στους έμμεσους φόρους

 

Η αυξημένη βαρύτητα του ΦΠΑ και των ειδικών φόρων κατανάλωσης συνδέεται με τη διαχρονική διάρθρωση του ελληνικού φορολογικού συστήματος, αλλά και με τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει το κράτος στην πλήρη καταγραφή και φορολόγηση των εισοδημάτων.

 

Η φοροδιαφυγή, η υποδήλωση εισοδημάτων και η αδυναμία αποτελεσματικής αποτύπωσης της πραγματικής οικονομικής δραστηριότητας σε ορισμένους κλάδους περιορίζουν την απόδοση της άμεσης φορολογίας. Αντίθετα, οι φόροι κατανάλωσης εισπράττονται μέσω των συναλλαγών και αποτελούν για το Δημόσιο μια ευρεία και σχετικά σταθερή πηγή εσόδων.

 

Η συγκεκριμένη επιλογή έχει ιδιαίτερη σημασία για τη δημοσιονομική πολιτική, καθώς τα έσοδα από τον ΦΠΑ και τους ειδικούς φόρους μπορούν να στηρίξουν τα δημόσια οικονομικά χωρίς να εξαρτώνται αποκλειστικά από τη φορολόγηση των εισοδημάτων. Ωστόσο, η υψηλή συμμετοχή τους συνοδεύεται και από ένα σημαντικό κοινωνικό μειονέκτημα.

 

Τα νοικοκυριά με χαμηλότερα εισοδήματα διαθέτουν συνήθως μεγαλύτερο μέρος των χρημάτων τους για βασικές καταναλωτικές ανάγκες. Ως αποτέλεσμα, οι έμμεσοι φόροι μπορούν να απορροφούν αναλογικά μεγαλύτερο ποσοστό των διαθέσιμων πόρων τους, εντείνοντας τις πιέσεις στο κόστος διαβίωσης.

 

Γαλλία: Μικρότερη εξάρτηση από την κατανάλωση, υψηλό συνολικό φορολογικό βάρος

 

Η Γαλλία ακολουθεί διαφορετικό μοντέλο, καθώς η συμμετοχή των φόρων κατανάλωσης στο ΑΕΠ υποχώρησε από 11,7% το 2019 σε 10,8% το 2024. Τα έσοδα από τον ΦΠΑ μειώθηκαν επίσης, από 7,2% του ΑΕΠ σε 7,1%.

 

Η περιορισμένη βαρύτητα της κατανάλωσης δεν σημαίνει, ωστόσο, ότι η Γαλλία διαθέτει χαμηλή φορολογική επιβάρυνση. Το συνολικό φορολογικό βάρος, συμπεριλαμβανομένων των υποχρεωτικών ασφαλιστικών εισφορών, έφτανε το 43,5% του ΑΕΠ το 2024, έναντι 45,9% το 2019.

 

Η διαφορά βρίσκεται κυρίως στη σύνθεση των εσόδων. Η φορολογία της εργασίας και οι ασφαλιστικές εισφορές διαδραματίζουν πολύ μεγαλύτερο ρόλο στο γαλλικό σύστημα. Το 2024, οι φόροι στην εργασία αντιστοιχούσαν στο 22,4% του ΑΕΠ και οι ασφαλιστικές εισφορές στο 14,7%. Παράλληλα, τα έσοδα από τη φορολογία εισοδήματος φυσικών προσώπων διαμορφώθηκαν στο 9,4% του ΑΕΠ και από τη φορολογία των επιχειρήσεων στο 2,9%.

 

Η γαλλική περίπτωση καταδεικνύει ότι ένα κράτος μπορεί να στηρίζεται περισσότερο στη φορολόγηση της εργασίας και στις ασφαλιστικές εισφορές, χωρίς να εξαρτάται στον ίδιο βαθμό από τους φόρους κατανάλωσης. Το μοντέλο αυτό, βέβαια, συνοδεύεται από υψηλές επιβαρύνσεις στην απασχόληση και στην εργασία.

 

Ιταλία: Περισσότερα έσοδα από τη φορολογία εισοδήματος

 

Στην Ιταλία, οι φόροι κατανάλωσης μειώθηκαν από 11,5% του ΑΕΠ το 2019 σε 11,0% το 2024. Η πορεία του ΦΠΑ ήταν διαφορετική, καθώς τα έσοδά του αυξήθηκαν από 6,2% σε 6,6% του ΑΕΠ.

 

Παράλληλα, ενισχύθηκε η συμβολή της φορολογίας εισοδήματος φυσικών προσώπων. Τα σχετικά έσοδα αυξήθηκαν από 11,8% του ΑΕΠ το 2019 σε 12,4% το 2024, επίπεδο σημαντικά υψηλότερο από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο οποίος διαμορφώθηκε στο 9,6%.

 

Η εξέλιξη αυτή διαφοροποιεί την Ιταλία τόσο από την Ελλάδα όσο και από τις άλλες χώρες της σύγκρισης. Παρά την άνοδο των εσόδων από τον ΦΠΑ ως ποσοστό του ΑΕΠ, η συνολική συμμετοχή των φόρων κατανάλωσης υποχώρησε, ενώ η φορολογία των φυσικών προσώπων απέκτησε μεγαλύτερη βαρύτητα.

 

Πορτογαλία: Υποχώρηση των έμμεσων φόρων παρά την άνοδο του ΦΠΑ

 

Η Πορτογαλία βρίσκεται πιο κοντά στην ελληνική εικόνα, καθώς οι φόροι κατανάλωσης αντιστοιχούσαν στο 12,2% του ΑΕΠ το 2024. Ωστόσο, και εκεί καταγράφηκε υποχώρηση σε σύγκριση με το 2019, όταν το αντίστοιχο ποσοστό ανερχόταν στο 12,6%.

 

Αντίθετα, τα έσοδα από τον ΦΠΑ αυξήθηκαν από 8,8% του ΑΕΠ το 2019 σε 9,1% το 2024. Η απόκλιση μεταξύ των δύο τάσεων δείχνει ότι η αύξηση της συμμετοχής του ΦΠΑ δεν ήταν αρκετή για να αντισταθμίσει τη συνολική υποχώρηση των φόρων κατανάλωσης.

 

Ενδιαφέρουσα είναι και η εικόνα της άμεσης φορολογίας. Τα έσοδα από τον φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων ανέρχονταν στο 6,3% του ΑΕΠ το 2019, αυξήθηκαν στο 6,9% το 2022 και στο 6,8% το 2023, για να υποχωρήσουν στο 6,1% το 2024. Αντίθετα, η φορολογία των επιχειρήσεων ενισχύθηκε από 3,1% του ΑΕΠ το 2019 σε 3,8% το 2024.

 

Τα στοιχεία υποδηλώνουν ότι η αύξηση των εσόδων από τη φορολογία των επιχειρήσεων αποτέλεσε σημαντικότερο παράγοντα μεταβολής της άμεσης φορολογίας στην Πορτογαλία σε σχέση με τον φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων κατά την εξεταζόμενη περίοδο.

 

                           

 

Η μεγάλη διαφορά της Ελλάδας

 

Η σύγκριση των τεσσάρων χωρών αναδεικνύει μια ουσιαστική διαφοροποίηση: από το 2019 έως το 2024, η συμμετοχή των φόρων κατανάλωσης στο ΑΕΠ μειώθηκε στη Γαλλία, στην Ιταλία και στην Πορτογαλία, ενώ στην Ελλάδα παρέμεινε στο 15,1%.

 

Την ίδια στιγμή, η πορεία του ΦΠΑ δεν ήταν ενιαία. Στη Γαλλία τα έσοδά του υποχώρησαν από 7,2% σε 7,1% του ΑΕΠ, ενώ στην Ιταλία αυξήθηκαν από 6,2% σε 6,6% και στην Πορτογαλία από 8,8% σε 9,1%.

 

Η ελληνική ιδιαιτερότητα δεν περιορίζεται, συνεπώς, μόνο στο ύψος των έμμεσων φόρων, αλλά αφορά και τη διαχρονική διατήρηση της βαρύτητάς τους στα δημόσια έσοδα. Σε αντίθεση με τις άλλες τρεις χώρες, δεν καταγράφεται υποχώρηση της συμμετοχής τους στο ΑΕΠ μεταξύ 2019 και 2024.

 

Το κρίσιμο ζήτημα για την ελληνική οικονομία είναι κατά πόσο μπορεί να περιοριστεί σταδιακά η εξάρτηση από τη φορολόγηση της κατανάλωσης, με παράλληλη ενίσχυση της φορολογικής συμμόρφωσης και δικαιότερη κατανομή των βαρών. Μια τέτοια μεταβολή θα απαιτούσε αποτελεσματικότερη είσπραξη των άμεσων φόρων και περιορισμό της φοροδιαφυγής, ώστε η δημοσιονομική σταθερότητα να μη στηρίζεται σε τόσο μεγάλο βαθμό στις καθημερινές συναλλαγές των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων.

 

              

 

Ελληνικός τουρισμός: Τα ρεκόρ, οι αντιφάσεις και οι προκλήσεις της επόμενης ημέρας – Τι αποκαλύπτει η μελέτη του ΙΝΣΕΤΕ

 

Σε ένα κρίσιμο σημείο καμπής βρίσκεται ο ελληνικός τουρισμός, καθώς η αύξηση των εσόδων και η ενίσχυση της διεθνούς παρουσίας της χώρας συνυπάρχουν με σημαντικές διαρθρωτικές αδυναμίες. Η έντονη εποχικότητα, η γεωγραφική συγκέντρωση των αφίξεων, η υποχώρηση της μέσης διάρκειας παραμονής, οι ελλείψεις στις δημόσιες υποδομές και οι αυξανόμενες πιέσεις από το κόστος λειτουργίας και την κλιματική αλλαγή αναδεικνύουν την ανάγκη αλλαγής του αναπτυξιακού μοντέλου.

 

Σύμφωνα με τη μελέτη του ΙΝΣΕΤΕ με τίτλο «Ο ελληνικός τουρισμός: Επιτεύγματα, προκλήσεις, προοπτικές», η άμεση συνεισφορά του κλάδου στην ελληνική οικονομία ανήλθε το 2025 σε 32,4 δισ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί στο 13% του ΑΕΠ. Η ονομαστική αύξηση διαμορφώθηκε σε 7,3%, έναντι 4,9% για το σύνολο της οικονομίας. Εάν συνυπολογιστούν οι έμμεσες επιδράσεις στην υπόλοιπη οικονομική δραστηριότητα, η συνολική συμβολή του τουρισμού εκτιμάται μεταξύ 71,3 και 85,9 δισ. ευρώ, δηλαδή από 28,7% έως 34,6% του ΑΕΠ.

 

Ωστόσο, το ΙΝΣΕΤΕ προειδοποιεί ότι η ισχυρή διεθνής εικόνα της Ελλάδας δεν αρκεί για να διασφαλίσει τη διατήρηση της δυναμικής του κλάδου. Η επόμενη φάση απαιτεί στρατηγικό σχεδιασμό, καλύτερη διαχείριση των τουριστικών ροών, αναβάθμιση των υποδομών, επενδύσεις στο ανθρώπινο δυναμικό και μεγαλύτερη ανταποδοτικότητα για τις τοπικές κοινωνίες.

 

Όπως επισημαίνει η πρόεδρος του ΣΕΤΕ, Αγάπη Σμπώκου, το ζητούμενο δεν είναι απλώς η προσέλκυση περισσότερων επισκεπτών, αλλά η μετάβαση σε ένα μοντέλο που θα δημιουργεί μεγαλύτερη αξία για την οικονομία και τις περιοχές που φιλοξενούν την τουριστική δραστηριότητα.

 

Ισχυρή διεθνής θέση, αλλά με σημαντικές αδυναμίες

 

Στον δείκτη τουριστικής ανταγωνιστικότητας του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ (WEF TTDI), η Ελλάδα καταλαμβάνει την 21η θέση παγκοσμίως, επίδοση κατά 38 θέσεις υψηλότερη από εκείνη που καταγράφει στον δείκτη συνολικής οικονομικής ανταγωνιστικότητας. Παρά τη σχετικά υψηλή κατάταξη, η χώρα εξακολουθεί να υστερεί έναντι βασικών ευρωπαϊκών ανταγωνιστών της, όπως η Ισπανία, που βρίσκεται στη δεύτερη θέση, και η Πορτογαλία, στη 12η.

 

Το ΙΝΣΕΤΕ αποδίδει μέρος αυτής της απόστασης στις αδυναμίες των δημόσιων υποδομών και της διακυβέρνησης, υπογραμμίζοντας ότι η περαιτέρω ανάπτυξη του τουρισμού προϋποθέτει συντονισμένες παρεμβάσεις σε επίπεδο κράτους, αυτοδιοίκησης και επιχειρήσεων.

 

Ο γενικός διευθυντής του ΙΝΣΕΤΕ, Ηλίας Κικίλιας, επισημαίνει ότι ο τουρισμός δεν αποτελεί έναν απομονωμένο κλάδο, αλλά συνδέεται άμεσα με την οικονομία, την κοινωνία, τις υποδομές και το φυσικό περιβάλλον. Για τον λόγο αυτό, η ποιότητα των αποφάσεων που θα καθορίσουν την επόμενη ημέρα εξαρτάται από την αξιοποίηση αξιόπιστων στοιχείων και τεκμηριωμένων αναλύσεων.

 

Μικρότερη διάρκεια παραμονής και χαμηλότερη συνολική δαπάνη

 

Μία από τις βασικές αντιφάσεις του ελληνικού τουρισμού αφορά τη σχέση ανάμεσα στη δαπάνη ανά διανυκτέρευση και στη συνολική δαπάνη ανά επισκέπτη.

 

Το 2025, η μέση δαπάνη ανά διανυκτέρευση αυξήθηκε στα 97 ευρώ, καταγράφοντας άνοδο 27,5% σε σύγκριση με το 2019. Την ίδια στιγμή, όμως, η μέση διάρκεια παραμονής υποχώρησε στις 6,1 διανυκτερεύσεις, μειωμένη κατά 17,2% σε σχέση με το προ πανδημίας έτος. Ως αποτέλεσμα, η μέση κατά κεφαλήν δαπάνη περιορίστηκε στα 595 ευρώ.

 

Τα στοιχεία δείχνουν ότι η αύξηση της δαπάνης ανά διανυκτέρευση δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε ανάλογη ενίσχυση των συνολικών εσόδων ανά ταξιδιώτη. Η μεγαλύτερη διάρκεια παραμονής και η προσέλκυση επισκεπτών με υψηλότερη συνολική συνεισφορά στην οικονομία αποτελούν, συνεπώς, βασικές προκλήσεις για τον κλάδο.

 

Ο τουρισμός συγκεντρώνεται σε λίγες περιοχές και στους θερινούς μήνες

 

Έντονες είναι και οι γεωγραφικές και χρονικές ανισορροπίες. Πέντε περιφέρειες συγκεντρώνουν το 83% των επισκέψεων και το 90% των τουριστικών εισπράξεων, ενώ πέντε νησιά υποδέχονται το 47% των διεθνών αφίξεων.

 

Παρά τη μείωση της συμμετοχής του τρίτου τριμήνου στο 52,4% των συνολικών αφίξεων το 2025, περισσότεροι από τους μισούς ξένους επισκέπτες εξακολουθούν να έρχονται στην Ελλάδα κατά τους τρεις θερινούς μήνες. Η συγκέντρωση αυτή δημιουργεί αυξημένες πιέσεις στις υποδομές, στο περιβάλλον και στην καθημερινότητα των κατοίκων των δημοφιλών προορισμών, ενώ παράλληλα αφήνει σημαντικό μέρος της χώρας με περιορισμένη συμμετοχή στα τουριστικά έσοδα.

 

Ενδεικτικό της άνισης ανάπτυξης είναι ότι, σύμφωνα με το νέο Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τον Τουρισμό, το 90,2% των δήμων εμφανίζει μικρή έως μηδαμινή τουριστική ανάπτυξη. Αντίθετα, οι περιοχές με υπερανεπτυγμένη τουριστική δραστηριότητα αντιστοιχούν μόλις στο 0,7% της επικράτειας.

 

Με βάση τα ευρήματα αυτά, το ΙΝΣΕΤΕ υποστηρίζει ότι το βασικό πρόβλημα δεν είναι ο συνολικός όγκος του τουρισμού, αλλά ο τοπικός και χρονικός συνωστισμός. Για την αντιμετώπισή του προκρίνεται η ενίσχυση των οργανισμών διαχείρισης και προώθησης προορισμών (DMMOs), ώστε να υπάρχει καλύτερος σχεδιασμός και συντονισμός σε τοπικό επίπεδο.

 

                

 

Οι ξενοδοχειακές μονάδες και η πίεση στις ακτές

 

Η μελέτη εξετάζει και τη σχέση του τουρισμού με τη δόμηση και την προστασία του φυσικού τοπίου, αμφισβητώντας την άποψη ότι οι μεγάλες ξενοδοχειακές μονάδες αποτελούν τον κύριο παράγοντα κατάληψης των ελληνικών ακτών.

 

Από τα 3.121 ξενοδοχεία τεσσάρων και πέντε αστέρων, μόλις 608 βρίσκονται σε οικόπεδα όμορα της παραλίας. Το συνολικό μήκος της ακτογραμμής που βρίσκεται μπροστά από αυτές τις μονάδες υπολογίζεται σε 110,5 χιλιόμετρα, δηλαδή περίπου στο 0,6% της συνολικής ελληνικής ακτογραμμής, η οποία φθάνει τα 17.020 χιλιόμετρα.

 

Αντίθετα, το ΙΝΣΕΤΕ εντοπίζει σημαντικό μέρος της αλλοίωσης του τοπίου στην εκτός σχεδίου δόμηση, με τα στοιχεία των δηλώσεων αυθαιρέτων να δείχνουν ότι το 61% αφορά δευτερεύουσες κατοικίες και μόλις το 3,5% τουριστικές εγκαταστάσεις.

 

Σε μια χώρα όπου το 35% της χερσαίας επικράτειας καλύπτεται από το δίκτυο Natura 2000, η μελέτη προτείνει την κατάργηση των παρεκκλίσεων στην εκτός σχεδίου δόμηση, την επιτάχυνση του πολεοδομικού σχεδιασμού και τη δημιουργία εθνικού προγράμματος για την προστασία των ακτών από τη διάβρωση.

 

Το χάσμα δημόσιων και ιδιωτικών επενδύσεων

 

Παρά τις σημαντικές επενδύσεις των επιχειρήσεων, οι ελλείψεις στις δημόσιες υποδομές εξακολουθούν να επηρεάζουν την εμπειρία των επισκεπτών και την ανταγωνιστικότητα της χώρας.

 

Το 2025 οι τουριστικές επιχειρήσεις πραγματοποίησαν επενδύσεις ύψους 5 δισ. ευρώ. Ωστόσο, το ΙΝΣΕΤΕ θεωρεί αναγκαία την επιτάχυνση των δημόσιων έργων, ώστε η αναβάθμιση των ιδιωτικών μονάδων να συνοδεύεται από αντίστοιχη βελτίωση των υπηρεσιών και των υποδομών που χρησιμοποιούν οι ταξιδιώτες.

 

Στις βασικές προτεραιότητες περιλαμβάνονται η αξιοποίηση ευρωπαϊκών πόρων για τον εκσυγχρονισμό της αεροναυτιλίας, η επαρκής στελέχωση των αεροδρομίων ενόψει της εφαρμογής του συστήματος εισόδου-εξόδου EES, καθώς και η διαμόρφωση εθνικής στρατηγικής για την ακτοπλοΐα, δεδομένου ότι το 95% των λιμανιών ανήκει στο Δημόσιο.

 

Παράλληλα, προτείνεται η δημιουργία μητροπολιτικού συνεδριακού κέντρου στην Αθήνα, αλλά και η ενεργότερη συμμετοχή των δήμων σε έργα καθαριότητας, προσβασιμότητας και σήμανσης. Η βελτίωση αυτών των υπηρεσιών θεωρείται απαραίτητη για την αναβάθμιση της συνολικής τουριστικής εμπειρίας και τη διεύρυνση της δραστηριότητας πέρα από την παραδοσιακή θερινή περίοδο.

 

Φορολογικό βάρος και δυσκολίες χρηματοδότησης

 

Ένα ακόμη πεδίο προβληματισμού είναι η φορολογική ανταγωνιστικότητα του ελληνικού τουρισμού. Σε συγκριτική μελέτη επτά μεσογειακών χωρών, η Ελλάδα κατατάσσεται στην πέμπτη θέση, καθώς τα λειτουργικά κέρδη των ξενοδοχείων προ φόρων, τόκων και αποσβέσεων αντιστοιχούν μόλις στο 56,9% των φόρων και εισφορών που καταβάλλουν οι επιχειρήσεις. Στην Κύπρο, το αντίστοιχο ποσοστό ανέρχεται σε 171,1%.

 

Παράλληλα, το νεκρό σημείο λειτουργίας των ελληνικών ξενοδοχείων είναι κατά 14,6% υψηλότερο από εκείνο των κυπριακών, γεγονός που, σύμφωνα με τη μελέτη, επιβαρύνει ιδιαίτερα τις επιχειρήσεις που επιδιώκουν να παραμένουν ανοικτές και εκτός περιόδων αιχμής.

 

Το τέλος ανθεκτικότητας στην κλιματική κρίση απέφερε στο Δημόσιο 588 εκατ. ευρώ το 2025. Σύμφωνα με το ΙΝΣΕΤΕ, η επιβάρυνση αυτή αντιστοιχεί στο 4,4% του κύκλου εργασιών των ξενοδοχείων και των επιχειρήσεων βραχυχρόνιας μίσθωσης, χωρίς να συνδέεται με αντίστοιχη ανταποδοτικότητα προς τον κλάδο.

 

Οι προτάσεις περιλαμβάνουν την εναρμόνιση του ΦΠΑ διαμονής με τα επίπεδα των ανταγωνιστικών προορισμών, την επανεξέταση του τέλους ανθεκτικότητας και τη μείωση του μη μισθολογικού κόστους. Επιπλέον, προτείνεται η δημιουργία εξειδικευμένου χρηματοδοτικού φορέα, στα πρότυπα του αυστριακού οργανισμού ÖHT, με στόχο τη χορήγηση δανείων σε μικρομεσαίες τουριστικές επιχειρήσεις που δυσκολεύονται να εξασφαλίσουν τραπεζική χρηματοδότηση.

 

Ο τουρισμός στηρίζει την περιφέρεια, αλλά πιέζει τα νοικοκυριά

 

Η συμβολή του τουρισμού στη συγκράτηση της πληθυσμιακής συρρίκνωσης αναδεικνύεται ιδιαίτερα στην περιφέρεια. Την περίοδο 2011-2021, ενώ ο πληθυσμός της Ελλάδας μειώθηκε κατά 3,1%, το Νότιο Αιγαίο κατέγραψε αύξηση 6,1%.

 

Παράλληλα, το 82,4% των πολιτών αξιολογεί θετικά την οικονομική συμβολή του τουρισμού, με τον δείκτη καθαρής κοινωνικής αποδοχής (NSI) να διαμορφώνεται στις +72,1 μονάδες. Ωστόσο, η εικόνα είναι λιγότερο θετική σε ζητήματα που επηρεάζουν άμεσα την καθημερινότητα: η δυσαρέσκεια για τα ενοίκια αποτυπώνεται σε δείκτη -66,0, ενώ για την ακρίβεια ο αντίστοιχος δείκτης ανέρχεται σε -46,4.

 

Τα στοιχεία καταδεικνύουν ότι η οικονομική συνεισφορά του κλάδου δεν αρκεί από μόνη της για να εξασφαλίσει την κοινωνική αποδοχή του. Η αντιμετώπιση των στεγαστικών πιέσεων και η μεγαλύτερη διάχυση των ωφελειών στις τοπικές κοινωνίες αποτελούν κρίσιμες προϋποθέσεις για τη μακροχρόνια βιωσιμότητα του τουριστικού μοντέλου.

 

Σημαντική είναι και η συμβολή του κλάδου στην απασχόληση. Κατά το τρίτο τρίμηνο του 2025, οι εργαζόμενοι στα καταλύματα και στην εστίαση έφθασαν τους 475.200. Οι ξένοι επισκέπτες αξιολογούν το προσωπικό με 9,5 στα 10, ωστόσο οι κενές θέσεις εργασίας ανήλθαν στο 14%, ενώ μόλις το 24% των εργαζομένων προέρχεται από τουριστικές σχολές.

 

Το ΙΝΣΕΤΕ επισημαίνει την ανάγκη αναβάθμισης της τουριστικής εκπαίδευσης, εκσυγχρονισμού των προγραμμάτων σπουδών, ενίσχυσης της μαθητείας και ανάπτυξης προγραμμάτων επανακατάρτισης. Στόχος είναι η δημιουργία πραγματικών επαγγελματικών προοπτικών, η βελτίωση της στελέχωσης και η διατήρηση του υψηλού επιπέδου εξυπηρέτησης.

 

Κλιματική αλλαγή και ψηφιακός μετασχηματισμός

 

Η κλιματική κρίση συνιστά έναν από τους σημαντικότερους μακροπρόθεσμους κινδύνους για τον ελληνικό τουρισμό. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις που παρουσιάζονται στη μελέτη, η θερινή υπερθέρμανση ενδέχεται να οδηγήσει σε μείωση των διανυκτερεύσεων από 0,9% έως 7,3%.

 

Παρά τους κινδύνους, το 73% των τουριστικών επιχειρήσεων δεν έχει θέσει στόχο μείωσης των εκπομπών τους, ενώ μόλις το 8% των ξενοδοχείων διαθέτει πράσινη πιστοποίηση. Η μελέτη υπογραμμίζει την ανάγκη για δεσμευτικά σχέδια υδατικής επάρκειας, αξιοποίηση των ευρωπαϊκών προβλέψεων για τη νησιωτικότητα και ενίσχυση της συμμετοχής των επιχειρήσεων στην πρωτοβουλία «Metron Sustainable Tourism» του ΣΕΤΕ.

 

Εξίσου σημαντικός είναι ο ψηφιακός μετασχηματισμός. Η χαμηλή θέση της Ελλάδας στους ευρωπαϊκούς δείκτες ψηφιοποίησης, σε συνδυασμό με την ταχεία ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης και των ψηφιακών συστημάτων αναζήτησης και οργάνωσης ταξιδιών, δημιουργεί την ανάγκη για ένα εθνικό data hub. Μέσω αυτού θα μπορούσε να ενισχυθεί η παρουσία και η προβολή του ελληνικού τουριστικού προϊόντος στα ψηφιακά οικοσυστήματα που χρησιμοποιούν οι νέες γενιές ταξιδιωτών.

 

Το άνοιγμα στις ασιατικές αγορές

 

Η διαφοροποίηση των αγορών προέλευσης αποτελεί μία ακόμη προτεραιότητα. Η μελέτη αναδεικνύει τις προοπτικές που δημιουργούν οι ασιατικές αγορές, με την Κίνα να καταγράφει τουριστικές δαπάνες 250,6 δισ. δολαρίων το 2024 και την Ινδία να ενισχύει σταδιακά τη διεθνή της παρουσία.

 

Η συστηματικότερη διείσδυση σε αυτές τις αγορές θα μπορούσε να διευρύνει τη βάση των επισκεπτών, να ενισχύσει τη ζήτηση εκτός της παραδοσιακής περιόδου αιχμής και να περιορίσει την εξάρτηση από συγκεκριμένες αγορές προέλευσης.

 

Το βασικό συμπέρασμα της μελέτης του ΙΝΣΕΤΕ είναι ότι η επόμενη φάση ανάπτυξης του ελληνικού τουρισμού δεν μπορεί να βασιστεί αποκλειστικά στην αύξηση των αφίξεων και των εισπράξεων. Η μεγαλύτερη διάρκεια παραμονής, η καλύτερη γεωγραφική και χρονική κατανομή της ζήτησης, η αναβάθμιση των δημόσιων υποδομών, η αντιμετώπιση των φορολογικών και χρηματοδοτικών εμποδίων και η προστασία του φυσικού περιβάλλοντος αποτελούν κρίσιμες προϋποθέσεις.

 

Όπως υπογραμμίζει η πρόεδρος του ΣΕΤΕ, Αγάπη Σμπώκου, η διατήρηση της ανταγωνιστικής θέσης της χώρας προϋποθέτει κοινή κατεύθυνση και ουσιαστική συνεργασία μεταξύ πολιτείας, αυτοδιοίκησης, επιχειρήσεων και εργαζομένων. Το ζητούμενο πλέον είναι ο ελληνικός τουρισμός να δημιουργεί μεγαλύτερη οικονομική και κοινωνική αξία, με μεγαλύτερη διάρκεια και ανθεκτικότητα στον χρόνο.

 

                                    

 

Φτώχεια στην ελληνική ύπαιθρο: Εννέα στους δέκα ηλικιωμένους με χρόνια νοσήματα και σοβαρές ελλείψεις σε θέρμανση και φροντίδα

 

Η φτώχεια δεν αποτυπώνεται μόνο στο ύψος του εισοδήματος. Φαίνεται σε ένα σπίτι που δεν μπορεί να θερμανθεί τον χειμώνα, σε μια κατοικία που μετατρέπεται σε παγίδα κατά τη διάρκεια του καύσωνα, αλλά και στην αδυναμία πρόσβασης σε γιατρό, φάρμακα και υπηρεσίες φροντίδας. Για πολλούς κατοίκους της ελληνικής υπαίθρου, ιδιαίτερα όσους βρίσκονται σε μεγαλύτερη ηλικία, η οικονομική στενότητα συνδυάζεται με προβλήματα υγείας, ακατάλληλες κατοικίες και γεωγραφική απομόνωση.

 

Η εικόνα αυτή αναδεικνύεται στην έρευνα της οργάνωσης Co2gether με τίτλο «Όταν η γήρανση συναντά τη φτώχεια», η οποία πραγματοποιήθηκε με την υποστήριξη της Ελληνικής Γεροντολογικής και Γηριατρικής Εταιρείας και της Τράπεζας Τροφίμων. Η μελέτη επικεντρώνεται στη Δυτική Ελλάδα, εξετάζοντας τις συνθήκες διαβίωσης ευάλωτων ανθρώπων στην Αχαΐα, την Ηλεία και την Αιτωλοακαρνανία, με ιδιαίτερη έμφαση στις αγροτικές και απομακρυσμένες περιοχές.

 

Τα ευρήματα καταγράφουν μια σύνθετη μορφή κοινωνικής ανισότητας, στην οποία η ηλικία, ο τόπος κατοικίας και η οικονομική κατάσταση αλληλοεπιδρούν, περιορίζοντας τις δυνατότητες αξιοπρεπούς διαβίωσης.

 

 

Μεγαλύτερος ο κίνδυνος φτώχειας στις αγροτικές περιοχές

 

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat που επικαλείται η έρευνα, το ποσοστό των κατοίκων της ελληνικής υπαίθρου που αντιμετωπίζουν κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού φτάνει το 33,7%. Στις πόλεις, το αντίστοιχο ποσοστό διαμορφώνεται κατά μέσο όρο στο 23,9%.

 

Η διαφορά, η οποία υπερβαίνει τις 9 ποσοστιαίες μονάδες, καταδεικνύει ότι ο τόπος κατοικίας αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για την έκθεση στη φτώχεια. Η απόσταση από τις υπηρεσίες υγείας, η περιορισμένη πρόσβαση σε κοινωνικές δομές και οι δυσκολίες μετακίνησης επιβαρύνουν ιδιαίτερα όσους διαθέτουν χαμηλό εισόδημα και αντιμετωπίζουν προβλήματα υγείας.

 

Η έρευνα της Co2gether βασίστηκε σε δεδομένα που συγκεντρώθηκαν από τον Απρίλιο του 2023 έως τον Ιούλιο του 2025, σε συνεργασία με κοινωνικές υπηρεσίες και τοπικούς φορείς οκτώ δήμων. Επιστημονική ομάδα, στην οποία συμμετείχαν γεροντολόγος, ψυχολόγος και νοσηλεύτρια, πραγματοποίησε επανειλημμένες κατ’ οίκον επισκέψεις σε 448 άτομα

 

Οι συμμετέχοντες είχαν χαμηλό διαθέσιμο εισόδημα, κάτω από 600 ευρώ τον μήνα ή έως 600 ευρώ μετά την καταβολή του ενοικίου, και στην πλειονότητά τους λάμβαναν προνοιακά επιδόματα.

 

Από το δείγμα, το 65,2% ήταν γυναίκες, ενώ η διάμεση ηλικία ανερχόταν στα 60 έτη. Το 44,1% ήταν ηλικίας 60 ετών και άνω. Από όσους δήλωσαν τον τόπο κατοικίας τους, το 74% διέμενε στην Αχαΐα.

 

Οι περιφέρειες με τα υψηλότερα ποσοστά φτώχειας

 

Η Δυτική Ελλάδα συγκαταλεγόταν έως και το 2024 στις περιφέρειες με τα υψηλότερα ποσοστά κινδύνου φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού, τα οποία ξεπερνούσαν το 35%. Το 2025 το ποσοστό υποχώρησε στο 27,9%, παραμένοντας, ωστόσο, υψηλότερο από τον πανελλαδικό μέσο όρο του 27,5%.

 

Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι τα περιφερειακά στοιχεία περιλαμβάνουν τόσο τον πληθυσμό των πόλεων όσο και εκείνον της υπαίθρου. Επομένως, δεν αποτυπώνουν πλήρως τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι κάτοικοι των απομακρυσμένων περιοχών, όπου ο κίνδυνος φτώχειας είναι σημαντικά αυξημένος.

 

Για το 2025, την υψηλότερη επίδοση στην Ελλάδα κατέγραψε η Πελοπόννησος, με ποσοστό 38,1%. Με βάση τον δείκτη AROPE, που μετρά τον κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού, η περιφέρεια βρέθηκε στην ένατη χειρότερη θέση μεταξύ των ευρωπαϊκών περιφερειών, ανάμεσα στη Γουαδελούπη της Γαλλίας και τη νοτιοανατολική Ρουμανία.

 

Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η επιδείνωση των δεικτών για τους ηλικιωμένους σε εθνικό επίπεδο. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, το ποσοστό φτώχειας για τους πολίτες ηλικίας 65 ετών και άνω αυξήθηκε από 17,6% το 2023 σε 18,8% το 2024 και 20,9% το 2025.

 

Καθώς δεν δημοσιεύονται αντίστοιχα αναλυτικά στοιχεία για τους ηλικιωμένους ανά περιφέρεια, η ακριβής έκταση του προβλήματος στις αγροτικές περιοχές δεν αποτυπώνεται πλήρως. Ωστόσο, τα ευρήματα της έρευνας δείχνουν ότι η προχωρημένη ηλικία σε συνδυασμό με την απομόνωση και το χαμηλό εισόδημα δημιουργεί ιδιαίτερα δυσμενείς συνθήκες.

 

Παλιά σπίτια, ελλείψεις σε βασικές υποδομές

 

Η στεγαστική επισφάλεια αποτελεί μία από τις σημαντικότερες πτυχές της φτώχειας στην ελληνική ύπαιθρο. Περισσότεροι από τους μισούς συμμετέχοντες στην έρευνα, ποσοστό 54,4%, κατοικούν σε σπίτια που κατασκευάστηκαν πριν από το 1978. Σχεδόν οκτώ στα δέκα ακίνητα, συγκεκριμένα το 78,1%, είναι μονοκατοικίες.

 

Οι ελλείψεις σε βασικές υποδομές και εξοπλισμό είναι εκτεταμένες, όπως προκύπτει από τα στοιχεία της μελέτης.

 

Συνθήκες κατοικίας

Ποσοστό συμμετεχόντων

Κατοικία κατασκευασμένη πριν από το 1978

54,4%

Κατοικία χωρίς κουζίνα

13,2%

Κατοικία χωρίς χώρο υγιεινής

16,5%

Χώρος υγιεινής σε μέτρια ή κακή κατάσταση

47,9%

Έλλειψη βασικών ηλεκτρικών συσκευών

35,9%

Δυσκολία πρόσβασης στην είσοδο της κατοικίας

31,2%

Πρόσβαση σε δίκτυο ύδρευσης

99,7%

 

Η εικόνα διαφοροποιείται ανάλογα με την ηλικία. Στους συμμετέχοντες κάτω των 60 ετών, το ποσοστό όσων δεν διαθέτουν κουζίνα φτάνει το 20%, έναντι 5,8% στους μεγαλύτερους. Αντίστοιχα, κατοικία χωρίς χώρο υγιεινής δηλώνει το 23% των νεότερων και το 7,7% των ατόμων ηλικίας 60 ετών και άνω.

 

Παράλληλα, αν και σχεδόν όλοι έχουν πρόσβαση σε δίκτυο ύδρευσης, η πλειονότητα όσων απάντησαν δεν είναι συνδεδεμένη με το δίκτυο αποχέτευσης.

 

Τα δεδομένα δείχνουν ότι η στεγαστική στέρηση δεν περιορίζεται στην αδυναμία καταβολής ενοικίου ή στην έλλειψη ιδιόκτητης κατοικίας. Αφορά επίσης την ποιότητα, την ασφάλεια και τη λειτουργικότητα του χώρου στον οποίο ζουν οι οικονομικά ευάλωτοι άνθρωποι.

 

Ενεργειακή φτώχεια: Ανεπαρκής και συχνά επικίνδυνη θέρμανση

 

Η ενεργειακή φτώχεια, η οποία σύμφωνα με τα στοιχεία που παρατίθενται στην έρευνα αφορά περίπου δύο στους δέκα κατοίκους της Ελλάδας, εμφανίζεται ακόμη εντονότερη μεταξύ των ευάλωτων ηλικιωμένων της υπαίθρου.

 

Πολλοί συμμετέχοντες βασίζονται σε παραδοσιακά μέσα θέρμανσης, ενώ ένα σημαντικό ποσοστό δεν διαθέτει κανένα μέσο για να ζεστάνει την κατοικία του.

 

Ειδικότερα:

 

Το 29,5% χρησιμοποιεί ξυλόσομπα.

 

Το 22,9% θερμαίνεται με τζάκι, ποσοστό που αυξάνεται στο 33,9% μεταξύ των ατόμων ηλικίας 60 ετών και άνω.

 

Το 7,5% δεν διαθέτει κανένα μέσο θέρμανσης.

 

Το 54,9% χαρακτηρίζει ανεπαρκή τη θέρμανση της κατοικίας του.

 

Το 44,8% θεωρεί ότι το σύστημα θέρμανσης που χρησιμοποιεί δεν είναι ασφαλές.

 

Η αδυναμία εξασφάλισης επαρκούς θέρμανσης δεν αποτελεί μόνο ζήτημα άνεσης. Για ανθρώπους που αντιμετωπίζουν χρόνια προβλήματα υγείας, η έκθεση σε χαμηλές θερμοκρασίες μπορεί να επιβαρύνει σημαντικά την καθημερινότητά τους.

 

Αντίστοιχα, κατά τους θερινούς μήνες, οι παλιές κατοικίες και η περιορισμένη δυνατότητα ψύξης ενδέχεται να αυξάνουν την έκθεση σε ακραίες θερμοκρασίες. Έτσι, η ενεργειακή φτώχεια συνδέεται άμεσα με τη στεγαστική ποιότητα και την προστασία της υγείας.

 

Η φροντίδα στηρίζεται κυρίως στην οικογένεια

 

Η οικογένεια εξακολουθεί να αποτελεί τον βασικό πυλώνα υποστήριξης για τους οικονομικά ευάλωτους ανθρώπους της υπαίθρου, καθώς η πρόσβαση σε επαγγελματικές υπηρεσίες φροντίδας παραμένει περιορισμένη.

 

Σύμφωνα με την έρευνα, το 27,6% των συμμετεχόντων διαθέτει φροντιστή. Το ποσοστό ανεβαίνει στο 41,2% για τα άτομα ηλικίας 60 ετών και άνω.

 

Στη μεγάλη πλειονότητα των περιπτώσεων, φροντιστές είναι μέλη της οικογένειας. Μόλις το 3,1% των συμμετεχόντων έχει επαγγελματία φροντιστή.

 

Την ίδια στιγμή, η συγκατοίκηση με παιδιά περιορίζεται αισθητά με την ηλικία. Ενώ το 73% των συμμετεχόντων κάτω των 60 ετών ζει μαζί με τα παιδιά του, το αντίστοιχο ποσοστό για τους άνω των 60 διαμορφώνεται στο 36,4%.

 

Πρόσθετο κενό δημιουργείται από τα ηλικιακά όρια των υφιστάμενων υπηρεσιών κοινωνικής φροντίδας. Η υπηρεσία «Βοήθεια στο Σπίτι» απευθύνεται σε άτομα ηλικίας 65 ετών και άνω, με αποτέλεσμα οι πολίτες ηλικίας 60 έως 64 ετών να μένουν εκτός του συγκεκριμένου πλαισίου υποστήριξης, ακόμη και όταν αντιμετωπίζουν σοβαρές δυσκολίες.

 

Χρόνια νοσήματα και αποστάσεις από τις υπηρεσίες υγείας

 

Η κατάσταση της υγείας των συμμετεχόντων αποτελεί μία από τις πιο ανησυχητικές διαστάσεις της έρευνας. Σχεδόν τρεις στους τέσσερις, ποσοστό 74,8%, αντιμετωπίζουν τουλάχιστον μία χρόνια πάθηση. Στην ηλικιακή ομάδα των 60 ετών και άνω, το ποσοστό φτάνει το 92%.

 

Παράλληλα, η πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας δεν είναι πάντα εύκολη, καθώς η γεωγραφική απόσταση, οι δυσκολίες μετακίνησης και η ανάγκη συνοδείας δημιουργούν πρόσθετα εμπόδια.

 

Τα βασικά ευρήματα είναι ενδεικτικά:

 

Δείκτης πρόσβασης στην υγεία

Ποσοστό

Συμμετέχοντες με τουλάχιστον μία χρόνια πάθηση

74,8%

Άτομα 60+ με χρόνια πάθηση

92%

Συμμετέχοντες με οικογενειακό γιατρό

63%

Κάτοικοι που διαμένουν μακριά από Κέντρο Υγείας

43,7%

Άτομα 60+ που χρειάζονται συνοδεία για επίσκεψη σε υπηρεσία υγείας

30,8%

Άτομα κάτω των 60 που χρειάζονται συνοδεία

9,2%

 

Η μεγάλη διαφορά στην ανάγκη συνοδείας μεταξύ μεγαλύτερων και νεότερων ατόμων αναδεικνύει τη δυσκολία αυτοεξυπηρέτησης που αντιμετωπίζουν πολλοί ηλικιωμένοι, ιδιαίτερα όταν ζουν μόνοι ή σε απομακρυσμένους οικισμούς.

 

Η ύπαρξη δημόσιων δομών υγείας δεν αρκεί από μόνη της για να διασφαλίσει την ισότιμη πρόσβαση. Όταν οι μονάδες βρίσκονται μακριά, οι μετακινήσεις είναι δύσκολες και η φροντίδα δεν παρέχεται έγκαιρα, οι οικονομικά ευάλωτοι ασθενείς κινδυνεύουν να μείνουν χωρίς την αναγκαία υποστήριξη.

 

Η ψυχική υγεία και η κοινωνική απομόνωση

 

Οι δυσκολίες δεν περιορίζονται στη σωματική υγεία. Η οικονομική ανασφάλεια, η απομόνωση και η έλλειψη υποστηρικτικού περιβάλλοντος συνδέονται και με σημαντική επιβάρυνση της ψυχικής υγείας.

 

Περίπου τέσσερις στους δέκα συμμετέχοντες εμφανίζουν μέτρια ή σοβαρά συμπτώματα άγχους. Οι διαταραχές ύπνου καταγράφονται στο 52,7% του δείγματος, ενώ στους άνω των 60 ετών το ποσοστό αυξάνεται στο 60%.

 

Εύκολη κόπωση αναφέρει το 29,7%, ενώ κοινωνική απομόνωση δηλώνει το 23% των συμμετεχόντων. Στην ηλικιακή ομάδα των 60 ετών και άνω, το τελευταίο ποσοστό φτάνει το 28,4%.

 

Ιδιαίτερη προσοχή απαιτεί το γεγονός ότι το 4% ανέφερε αυτοκτονικές σκέψεις. Σύμφωνα με την έρευνα, για όλες αυτές τις περιπτώσεις ενεργοποιήθηκε διαδικασία παραπομπής.

 

Παράλληλα, επτά νοικοκυριά αρνήθηκαν ή διέκοψαν τη λήψη επισιτιστικής βοήθειας, επικαλούμενα το κοινωνικό στίγμα. Το εύρημα αναδεικνύει ότι η οικονομική στέρηση δεν συνοδεύεται μόνο από υλικές ελλείψεις, αλλά μπορεί να ενισχύει το αίσθημα αποκλεισμού και να αποτρέπει ανθρώπους που έχουν ανάγκη από το να αναζητήσουν βοήθεια.

 

Γιατί τα επιδόματα και η φιλανθρωπία δεν αρκούν

 

Τα συμπεράσματα της έρευνας υπογραμμίζουν ότι η αντιμετώπιση της φτώχειας στην ύπαιθρο δεν μπορεί να βασιστεί αποκλειστικά στα προνοιακά επιδόματα ή σε αποσπασματικές φιλανθρωπικές πρωτοβουλίες.

 

Οι ευάλωτοι ηλικιωμένοι αντιμετωπίζουν ταυτόχρονα προβλήματα στέγασης, ενεργειακής επάρκειας, υγείας και κοινωνικής προστασίας. Η αντιμετώπιση μόνο μίας από αυτές τις ανάγκες δεν εξαλείφει τα υπόλοιπα εμπόδια και συχνά αφήνει άθικτες τις αιτίες που αναπαράγουν τη φτώχεια.

 

Η Co2gether προτείνει μια συντονισμένη παρέμβαση με τη συνεργασία των δήμων, των κοινωνικών υπηρεσιών, της κοινωνίας των πολιτών και των αρμόδιων υπουργείων. Μεταξύ των βασικών προτεραιοτήτων περιλαμβάνονται:

 

Ενεργειακή και στεγαστική αναβάθμιση: Στοχευμένες παρεμβάσεις στις κατοικίες οικονομικά ευάλωτων νοικοκυριών, ώστε να βελτιωθούν η θέρμανση, η ψύξη, η ασφάλεια και οι συνθήκες υγιεινής.

 

Ενίσχυση της υγειονομικής περίθαλψης στην ύπαιθρο: Κινητές μονάδες υγείας, καλύτερη στελέχωση και αναβάθμιση των Κέντρων Υγείας, με στόχο τον περιορισμό των αποστάσεων και των εμποδίων πρόσβασης.

 

Διεύρυνση της κατ’ οίκον φροντίδας: Περισσότερες υπηρεσίες για όσους αδυνατούν να αυτοεξυπηρετηθούν, αλλά και υποστήριξη των οικογενειακών φροντιστών.

 

Έγκαιρος εντοπισμός προβλημάτων ψυχικής υγείας: Συστηματική αξιολόγηση, παραπομπή και παρακολούθηση των ευάλωτων ανθρώπων.

 

Ψηφιακή υποστήριξη: Τοπικές δράσεις που διευκολύνουν την πρόσβαση στις δημόσιες υπηρεσίες και περιορίζουν τον αποκλεισμό όσων δεν διαθέτουν τις απαραίτητες ψηφιακές δεξιότητες.

 

Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι η φτώχεια στην ελληνική ύπαιθρο δεν αποτελεί αποκλειστικά εισοδηματικό πρόβλημα. Είναι αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης οικονομικών, γεωγραφικών και κοινωνικών ανισοτήτων, οι οποίες γίνονται εντονότερες όσο αυξάνεται η ηλικία και επιδεινώνεται η υγεία.

 

Για τους ανθρώπους που ζουν σε απομακρυσμένες περιοχές, η αξιοπρεπής διαβίωση προϋποθέτει κάτι περισσότερο από μια οικονομική ενίσχυση: ασφαλή κατοικία, επαρκή ενέργεια, προσβάσιμες υπηρεσίες υγείας και σταθερή κοινωνική φροντίδα. Χωρίς συνδυασμένες παρεμβάσεις σε αυτούς τους τομείς, ο κίνδυνος φτώχειας και αποκλεισμού θα συνεχίσει να επιβαρύνει δυσανάλογα τους πιο ευάλωτους κατοίκους της υπαίθρου.

 
 
 

 

 

     

 

Παλαιότερα Σχόλια

 
 

Αποποίηση Ευθύνης.... 

© 2016-2026 Greek Finance Forum