| Ειδήσεις | Ο Κυνηγός | Λεωφόρος Αθηνών | "Κουλου - Βάχατα" | +/- | "Μας ακούνε" | Fundamentalist | Marx - Soros |

 

"Kουλου-βάχατα"

Σχόλια για τα πάντα ……. Η φράση “Κουλου – βάχατα” προέρχεται από την αντίστοιχη αραβική «κούλου ουάχαντ» που σημαίνει «όλα μαζί ένα».

Επικοινωνήστε μαζί μας

 

 

00:01 - 30/10/26

                                    

 

Δημογραφική κρίση: Σχεδόν 3 στα 4 νοικοκυριά στην Ελλάδα δεν έχουν παιδιά – Η «παγίδα» της χαμηλής γονιμότητας

 

Η υποχώρηση της γεννητικότητας εξελίσσεται σε ένα από τα σημαντικότερα κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα παγκοσμίως. Σε όλο και περισσότερες χώρες, τα νοικοκυριά με παιδιά αποτελούν μειοψηφία, ενώ στην Ευρώπη το μοντέλο της οικογένειας με ένα παιδί έχει πλέον κυρίαρχη θέση. Η εξέλιξη αυτή δεν συνδέεται μόνο με το αυξημένο κόστος ζωής, αλλά και με βαθύτερες αλλαγές στις κοινωνικές αντιλήψεις, στις ανθρώπινες σχέσεις και στον τρόπο με τον οποίο οι νεότερες γενιές αντιλαμβάνονται τη γονεϊκότητα.

 

Η Ελλάδα βρίσκεται μεταξύ των χωρών όπου η εικόνα είναι ιδιαίτερα ανησυχητική. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat που παρατίθενται στο σχετικό δημοσίευμα, το 73,81% των ελληνικών νοικοκυριών δεν έχει εξαρτώμενα παιδιά. Με άλλα λόγια, σχεδόν τρία στα τέσσερα νοικοκυριά δεν περιλαμβάνουν παιδιά, ενώ μόλις το 26,19% έχει τουλάχιστον ένα.

 

Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο χαρακτηριστική όταν εξεταστεί η σύνθεση των νοικοκυριών που έχουν παιδιά. Σχεδόν οι μισές από αυτές τις οικογένειες έχουν ένα παιδί, ενώ οι πολυμελείς οικογένειες αποτελούν σαφώς μικρότερο τμήμα του συνόλου.

 

Η οικογένεια με ένα παιδί κυριαρχεί στην Ελλάδα

 

Η κατανομή των ελληνικών νοικοκυριών με εξαρτώμενα παιδιά αποτυπώνει τη σταδιακή επικράτηση μικρότερων οικογενειακών σχημάτων.

 

Αριθμός παιδιών

Ποσοστό νοικοκυριών με παιδιά

Εκτιμώμενος αριθμός οικογενειών

1 παιδί

46%

482.000

2 παιδιά

39%

406.000

3 ή περισσότερα παιδιά

15%

158.400

 

Η μεγαλύτερη κατηγορία είναι εκείνη των οικογενειών με ένα παιδί, ενώ λιγότερο από το ένα έκτο των νοικοκυριών με παιδιά έχει τρία ή περισσότερα. Η τάση αυτή περιορίζει τη βάση πάνω στην οποία θα στηριχθεί η επόμενη γενιά και ενισχύει τις μακροπρόθεσμες πιέσεις που δημιουργεί η γήρανση του πληθυσμού.

 

Παράλληλα, ο δείκτης γονιμότητας στην Ελλάδα διαμορφώνεται περίπου στα 1,3 παιδιά ανά γυναίκα, έναντι 1,6 στον ευρωπαϊκό μέσο όρο, σύμφωνα με τα στοιχεία του δημοσιεύματος. Και οι δύο τιμές βρίσκονται κάτω από το επίπεδο αναπλήρωσης των γενεών, το οποίο υπολογίζεται περίπου στα 2,1 παιδιά ανά γυναίκα.

 

Η ελληνική περίπτωση, ωστόσο, εντάσσεται σε μια ευρύτερη διεθνή μεταβολή. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, περίπου το 45% των νοικοκυριών έχει παιδιά, αλλά μόνο το 14% των οικογενειών με παιδιά έχει τρία ή περισσότερα. Ακόμη και κοινωνίες που παραδοσιακά συνδέονταν με υψηλότερη γεννητικότητα εμφανίζουν πλέον σημαντική υποχώρηση.

 

Η πτώση των γεννήσεων εξαπλώνεται σε διαφορετικές κοινωνίες

 

Η χαμηλή γονιμότητα δεν περιορίζεται στις ανεπτυγμένες οικονομίες της Ευρώπης. Η τάση καταγράφεται σε ένα ευρύ φάσμα χωρών, με διαφορετικά εισοδήματα, πολιτισμικά χαρακτηριστικά και οικογενειακές παραδόσεις.

 

Σύμφωνα με το δημοσίευμα, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και η ινδική πολιτεία Ταμίλ Ναντού εμφανίζουν πλέον χαμηλότερα ποσοστά γεννήσεων από τη Γερμανία. Στο Μεξικό, επίσης, η γονιμότητα έχει υποχωρήσει σε σχέση με τις ΗΠΑ, όπου οι οικογένειες με ένα παιδί είναι πλέον περισσότερες από εκείνες με δύο.

 

Σε περισσότερα από τα δύο τρίτα των χωρών του κόσμου, ο δείκτης γονιμότητας έχει πέσει κάτω από το επίπεδο αναπλήρωσης των γενεών. Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί τις προϋποθέσεις για σταδιακή μείωση του παγκόσμιου πληθυσμού, αν και ο χρόνος και η ταχύτητα μιας τέτοιας μεταβολής διαφέρουν ανάλογα με τις δημογραφικές συνθήκες κάθε χώρας.

 

Οι επιπτώσεις δεν περιορίζονται στον αριθμό των κατοίκων. Η συρρίκνωση των νεότερων ηλικιακών ομάδων μεταβάλλει τη σύνθεση του εργατικού δυναμικού, περιορίζει τη δυνητική ανάπτυξη και αυξάνει το βάρος που καλούνται να σηκώσουν τα ασφαλιστικά συστήματα και οι κρατικοί προϋπολογισμοί.

 

Η Κίνα αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Η πολιτική του ενός παιδιού, η οποία εφαρμόστηκε από το 1980 και επηρέασε τον οικογενειακό προγραμματισμό για δεκαετίες, συνέβαλε στη διαμόρφωση μιας κοινωνίας με λιγότερα παιδιά και ταχύτερη γήρανση. Σήμερα, η χώρα βρίσκεται αντιμέτωπη με το λεγόμενο «πρόβλημα 4-2-1»: ένα μοναχοπαίδι μπορεί να χρειαστεί να υποστηρίξει δύο γονείς και τέσσερις παππούδες και γιαγιάδες.

 

Το οικονομικό κόστος και η αλλαγή των προτεραιοτήτων

 

Οι οικονομικές δυσκολίες παραμένουν ένας από τους βασικούς λόγους για τους οποίους οι νέοι καθυστερούν ή εγκαταλείπουν την προοπτική δημιουργίας οικογένειας. Η στεγαστική επιβάρυνση, η αβεβαιότητα για την απασχόληση, το κόστος της παιδικής φροντίδας και η δυσκολία συνδυασμού επαγγελματικής και οικογενειακής ζωής επηρεάζουν τις αποφάσεις των ζευγαριών.

 

Παράλληλα, οι νεότερες γενιές είναι λιγότερο πιθανό να βρίσκονται σε σταθερές σχέσεις στην ίδια ηλικία σε σύγκριση με προηγούμενες γενιές. Άλλοι αποφεύγουν την απόκτηση παιδιών επειδή ανησυχούν για το μέλλον, την οικονομική ασφάλεια ή τις συνθήκες μέσα στις οποίες θα μεγαλώσουν.

 

Ωστόσο, το δημοσίευμα των Financial Times αναδεικνύει και έναν λιγότερο προφανή παράγοντα: την επίδραση των κοινωνικών προτύπων. Όταν όλο και λιγότεροι άνθρωποι στον περίγυρο αποκτούν παιδιά, η απόφαση να παραμείνει κάποιος άτεκνος μπορεί να γίνεται ευκολότερη και να αντιμετωπίζεται ως η φυσιολογική επιλογή.

 

Αντίστροφα, η γονεϊκότητα μπορεί να φαίνεται περισσότερο επιθυμητή όταν αποτελεί συνηθισμένη εμπειρία στο περιβάλλον κάποιου. Με αυτόν τον τρόπο, η υποχώρηση της γεννητικότητας ενδέχεται να ενισχύεται από μόνη της, καθώς κάθε νέα γενιά μεγαλώνει σε μια κοινωνία όπου οι μικρές οικογένειες και η απουσία παιδιών γίνονται όλο και πιο συνηθισμένες.

 

Όταν η παιδικότητα αντιμετωπίζεται ως ενόχληση

 

Η αλλαγή των κοινωνικών αντιλήψεων δεν αφορά μόνο την απόφαση για απόκτηση παιδιών, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζονται οι οικογένειες στην καθημερινότητα.

 

Στην Ιαπωνία, οι λεγόμενοι χάρτες Dorozoku καταγράφουν σημεία όπου κάτοικοι διαμαρτύρονται για θόρυβο από παιδιά που παίζουν στον δρόμο, ακόμη και όταν πρόκειται για συνηθισμένες παιδικές δραστηριότητες. Σε προάστιο του Παρισιού, δικαστική απόφαση οδήγησε στο κλείσιμο σχολικής αυλής έπειτα από καταγγελίες γειτόνων για θόρυβο.

 

Αντίστοιχα, το δημοσίευμα περιγράφει περιστατικό του 2022 στη Βοστώνη, όπου μητέρα με άρρωστο βρέφος και τα δύο αδέλφια του κλήθηκε να περιμένει έξω από κλινική, καθώς θεωρήθηκε ότι τα παιδιά ενοχλούσαν τους υπόλοιπους παρευρισκομένους. «Νιώθω δεύτερης κατηγορίας», ανέφερε η ίδια.

 

Τα περιστατικά αυτά παρουσιάζονται ως ενδείξεις μιας ευρύτερης δυσανεξίας απέναντι στις εκδηλώσεις της παιδικότητας. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η γονεϊκότητα μπορεί να εκλαμβάνεται ως μια επιλογή που συνεπάγεται όχι μόνο οικονομικό κόστος και προσωπικές θυσίες, αλλά και κοινωνικές δυσκολίες.

 

Ο Νίκολας Έμπερσταντ, δημογράφος στο American Enterprise Institute, υπογραμμίζει ότι η οικογένεια αποτελεί βασική μονάδα της κοινωνίας και έναν από τους σημαντικότερους θεσμούς της ανθρωπότητας. Όσο όμως οι οικογένειες και τα συγγενικά τους δίκτυα συρρικνώνονται, τόσο περιορίζεται η δυνατότητά τους να ανταποκριθούν στις αυξανόμενες ανάγκες φροντίδας.

 

Κατά τον ίδιο, οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής δεν είναι επαρκώς προετοιμασμένοι για μια περίοδο κατά την οποία η πληθυσμιακή μείωση θα αναδιαμορφώσει τις κοινωνίες, τις οικονομίες και την πολιτική.

 

                        

 

Η κοινωνική μίμηση επηρεάζει τις αποφάσεις για παιδιά

 

Η τάση των ανθρώπων να προσαρμόζουν τη συμπεριφορά τους σε εκείνη του κοινωνικού τους περιβάλλοντος είναι καλά τεκμηριωμένη στην ψυχολογία. Οι κοινωνικοί κανόνες λειτουργούν συχνά ως ένας άτυπος οδηγός αποφάσεων, ιδιαίτερα όταν δεν υπάρχει μία προφανής ή καθολικά αποδεκτή επιλογή.

 

Ένα από τα γνωστότερα πειράματα στον τομέα αυτό πραγματοποιήθηκε τη δεκαετία του 1950 από τον ψυχολόγο Σόλομον Ας. Οι συμμετέχοντες έπρεπε να αντιστοιχίσουν γραμμές σε μια κάρτα, σε μια δοκιμασία όπου η σωστή απάντηση ήταν εμφανής. Ωστόσο, όταν οι υπόλοιποι συμμετέχοντες, οι οποίοι συνεργάζονταν με τον ερευνητή, επέλεγαν σκόπιμα λανθασμένη απάντηση, περισσότερο από το ένα τρίτο των πραγματικών συμμετεχόντων συμφωνούσε μαζί τους.

 

Η ίδια λογική μπορεί να επηρεάζει και τις αποφάσεις για τη δημιουργία οικογένειας. Όταν οι άνθρωποι βλέπουν φίλους, συναδέλφους και συνομηλίκους να αποκτούν παιδιά, η γονεϊκότητα γίνεται πιο οικεία και μπορεί να φαίνεται περισσότερο εφικτή. Όταν, αντίθετα, κυριαρχούν τα πρότυπα της ζωής χωρίς παιδιά, η απόκτηση οικογένειας μπορεί να μοιάζει λιγότερο αυτονόητη.

 

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Βραζιλία. Η σταδιακή επέκταση του τηλεοπτικού σήματος σε διαφορετικές περιοχές τη δεκαετία του 1980 συνδέθηκε με σημαντική πτώση της γεννητικότητας. Οι τηλενουβέλες, ιδιαίτερα δημοφιλείς στο κοινό, παρουσίαζαν συχνά αστικές γυναίκες με λίγα ή καθόλου παιδιά.

 

Το 1960, η μέση Βραζιλιάνα αποκτούσε λίγο περισσότερα από έξι παιδιά. Τέσσερις δεκαετίες αργότερα, ο αριθμός είχε υποχωρήσει σε λίγο περισσότερα από δύο. Σύμφωνα με την έρευνα που περιγράφεται στο δημοσίευμα, η επίδραση ήταν εντονότερη στις γυναίκες που βρίσκονταν πιο κοντά ηλικιακά στις πρωταγωνίστριες των τηλεοπτικών σειρών.

 

Παρόμοιες ενδείξεις προκύπτουν και από μελέτες στον χώρο εργασίας. Έρευνα στη Σουηδία το 2010 διαπίστωσε ότι οι γυναίκες που εργάζονταν σε γραφεία ήταν πιθανότερο να αποκτήσουν παιδί όταν το έκανε συνάδελφος αντίστοιχης ιεραρχικής θέσης. Σε διαφορετική μελέτη που εξέτασε 6.500 γερμανικές επιχειρήσεις, η πιθανότητα πρώτης εγκυμοσύνης μεταξύ των γυναικών εργαζομένων σχεδόν διπλασιάστηκε μετά τη γέννηση παιδιού από συνάδελφο, με την επίδραση να διαρκεί περίπου δύο χρόνια.

 

Φίλοι, συνάδελφοι και μέσα κοινωνικής δικτύωσης

 

Το κοινωνικό περιβάλλον μπορεί να επηρεάζει τη γονιμότητα με περισσότερους από έναν τρόπους. Οι Γερμανοί κοινωνιολόγοι Ντάνιελ Λόις και Όλιβερ Αράντς Μπέκερ έχουν διαπιστώσει ότι η επιθυμία των ζευγαριών να αποκτήσουν παιδί ενισχύεται όταν φίλοι τους γίνονται γονείς.

 

Η επίδραση μπορεί να εξηγηθεί από τρεις διαφορετικούς μηχανισμούς. Πρώτον, οι φίλοι που έχουν παιδιά κάνουν την καθημερινότητα της γονεϊκότητας πιο ορατή και μειώνουν την αβεβαιότητα γύρω από αυτήν. Δεύτερον, η δημιουργία οικογένειας μπορεί να λειτουργήσει ως έμμεση κοινωνική πίεση. Τρίτον, η απουσία παιδιών ενδέχεται να δημιουργεί την αίσθηση ότι κάποιος απομακρύνεται από τον κοινωνικό του κύκλο.

 

Η Άννα Ρότκιρχ, ερευνήτρια στο Ινστιτούτο Έρευνας Πληθυσμού της Φινλανδίας, επισημαίνει ότι η συμπεριφορά των συνομηλίκων δείχνει τι θεωρείται αναμενόμενο για ανθρώπους παρόμοιας ηλικίας και κοινωνικής θέσης. Παράλληλα, εκτιμά ότι τα μηνύματα που δέχονται οι νέοι σχετικά με τη δημιουργία οικογένειας έχουν γίνει λιγότερο θετικά.

 

Η εξάπλωση των έξυπνων κινητών και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης ενδέχεται να επιταχύνει αυτή τη μεταβολή. Το ζήτημα, σύμφωνα με την ίδια προσέγγιση, δεν είναι απαραίτητα μόνο ο χρόνος που αφιερώνεται στις οθόνες, αλλά και το περιεχόμενο που διαμορφώνει τις αντιλήψεις για την εγκυμοσύνη, τη μητρότητα και την προσωπική ελευθερία.

 

Η συζήτηση γύρω από τους κινδύνους του τοκετού και τις θυσίες που συνεπάγεται η ανατροφή ενός παιδιού έχει γίνει εντονότερη τα τελευταία χρόνια. Παράλληλα, οι εικόνες ταξιδιών, επαγγελματικής επιτυχίας και ανεξάρτητης ζωής προβάλλονται συχνά ως ελκυστικά πρότυπα.

 

Η Ρότκιρχ αναφέρει ότι έχει συναντήσει νέες μητέρες που εκπλήσσονται όταν μια ανάρτηση για την απόκτηση παιδιού συγκεντρώνει λιγότερες αντιδράσεις στο Instagram από μια δημοσίευση για ένα εντυπωσιακό ταξίδι. Κατά την ίδια, οι νέοι ενήλικες αντλούν όλο και περισσότερα ερεθίσματα από ανθρώπους και πλατφόρμες που δεν έχουν άμεση σχέση με τους δικούς τους στόχους για τη δημιουργία οικογένειας.

 

Από την άλλη πλευρά, έρευνες δείχνουν ότι η πραγματική επαφή με μωρά, ακόμη και η φροντίδα τους για σύντομο διάστημα, μπορεί να ενισχύσει σε ορισμένες γυναίκες την επιθυμία να αποκτήσουν δικό τους παιδί. Αυτό υποδηλώνει ότι η ορατότητα της γονεϊκότητας στην καθημερινή ζωή μπορεί να διαδραματίσει ουσιαστικό ρόλο.

 

Η «παγίδα χαμηλής γονιμότητας»

 

Η καθυστέρηση στη δημιουργία οικογένειας αποτελεί έναν ακόμη παράγοντα που περιορίζει τον τελικό αριθμό των παιδιών. Όσο μετατίθεται η πρώτη εγκυμοσύνη, τόσο μικρότερο είναι το χρονικό περιθώριο για την απόκτηση δεύτερου ή τρίτου παιδιού.

 

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρατίθενται στο δημοσίευμα, η μέση ηλικία απόκτησης πρώτου παιδιού στην Ευρώπη έχει φτάσει περίπου τα 31 έτη για τις γυναίκες και τα 34 για τους άνδρες. Το 1975, οι αντίστοιχες ηλικίες ήταν περίπου 26 και 30 έτη.

 

Η μεταβολή αυτή συνδέεται με την παράταση των σπουδών, την καθυστερημένη επαγγελματική σταθεροποίηση, τις δυσκολίες στην αγορά κατοικίας και την αλλαγή των προσωπικών προτεραιοτήτων. Όμως, όταν η απόκτηση του πρώτου παιδιού μετατίθεται χρονικά, η επιθυμία για περισσότερα παιδιά μπορεί τελικά να μην υλοποιηθεί.

 

Το 2006, οι οικονομολόγοι Βέγκαρντ Σκίρμπεκ, Βόλφγκανγκ Λουτς και Μαρία Ρίτα Τέστα διατύπωσαν την υπόθεση της «παγίδας χαμηλής γονιμότητας». Σύμφωνα με αυτήν, όταν η γεννητικότητα πέσει αρκετά κάτω από το επίπεδο αναπλήρωσης, η συρρίκνωση των νεότερων γενεών μπορεί να ενισχύσει την ίδια την τάση που την προκάλεσε.

 

Σε μια κοινωνία όπου οι οικογένειες με πολλά παιδιά γίνονται σπάνιες, οι νέοι έχουν λιγότερα παραδείγματα πολυμελών οικογενειών στο άμεσο περιβάλλον τους. Η απόκτηση ενός παιδιού μπορεί να θεωρείται επαρκής επιλογή, ενώ η προοπτική δύο ή τριών παιδιών να φαίνεται περισσότερο απαιτητική και ασυνήθιστη.

 

Το πρόβλημα επιδεινώνεται όταν η γονεϊκότητα συνδέεται με ολοένα υψηλότερες προσδοκίες για την ανατροφή, την εκπαίδευση και τις δραστηριότητες των παιδιών. Η σύγχρονη εντατική γονική μέριμνα απαιτεί χρόνο, χρήματα και διαρκή προσωπική παρουσία, αυξάνοντας την πίεση στα ζευγάρια.

 

Η Νότια Κορέα αποτελεί μία από τις πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις. Ο δείκτης γονιμότητας αυξήθηκε ελαφρώς, από 0,75 το 2024 σε 0,8 το 2025, αλλά παραμένει εξαιρετικά χαμηλός. Δεν είναι ακόμη σαφές εάν η άνοδος θα έχει διάρκεια ή αν πρόκειται για προσωρινή μεταβολή.

 

Η συγγραφέας Έλεν Γκάο έχει επισημάνει, αναφερόμενη στην Κίνα, ότι οι γενιές που μεγάλωσαν ως μοναχοπαίδια δυσκολεύονται να φανταστούν πώς είναι η ανατροφή πολλών παιδιών. Η εξοικείωση με το μικρό οικογενειακό μοντέλο μπορεί έτσι να επηρεάζει τις επιθυμίες της επόμενης γενιάς.

 

Γιατί τα οικονομικά κίνητρα δεν αρκούν πάντα

 

Η αντιμετώπιση της δημογραφικής κρίσης συχνά βασίζεται σε επιδόματα γέννησης, φορολογικές ελαφρύνσεις και άλλες οικονομικές ενισχύσεις. Ωστόσο, εάν η χαμηλή γονιμότητα επηρεάζεται και από κοινωνικούς κανόνες, η οικονομική στήριξη μπορεί να μην αρκεί από μόνη της για να αλλάξει την πορεία.

 

Ο Νίκολας Έμπερσταντ υποστηρίζει ότι η μίμηση και η κοινωνική μάθηση έχουν σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της αναπαραγωγικής συμπεριφοράς. Όταν οι πολυμελείς οικογένειες γίνονται όλο και λιγότερες, περιορίζονται οι ευκαιρίες των νεότερων γενεών να παρατηρήσουν στην πράξη πώς λειτουργούν και τι προσφέρουν.

 

Αυτό δημιουργεί ένα πρόσθετο εμπόδιο για την αντιστροφή της τάσης: δεν αρκεί να καταστεί οικονομικά ευκολότερη η απόκτηση παιδιών, αλλά χρειάζεται να ενισχυθεί και η κοινωνική αποδοχή της γονεϊκότητας.

 

Η μετανάστευση συχνά παρουσιάζεται ως τρόπος κάλυψης των δημογραφικών ελλειμμάτων. Ωστόσο, τα στοιχεία δείχνουν ότι οι αντιλήψεις για την οικογένεια μεταβάλλονται και μεταξύ των μεταναστών, καθώς ενσωματώνονται στις κοινωνίες υποδοχής.

 

Σε έρευνα στη Νορβηγία, η πλειονότητα των μεταναστών πρώτης γενιάς από το Βιετνάμ, το Πακιστάν, τη Σρι Λάνκα και την Τουρκία θεωρούσε πολύ σημαντική την απόκτηση παιδιών για έναν ευτυχισμένο γάμο. Στη δεύτερη γενιά, το ποσοστό όσων συμμερίζονταν αυτή την άποψη έπεφτε κάτω από το 50%.

 

Αντίστοιχα, οι γυναίκες σομαλικής καταγωγής αποκτούν κατά μέσο όρο επτά παιδιά στη Σομαλία, αλλά περίπου δύο στη Νορβηγία. Η μεταβολή αυτή υποδηλώνει ότι το κοινωνικό και οικονομικό περιβάλλον της χώρας εγκατάστασης μπορεί να επηρεάζει ουσιαστικά τις οικογενειακές επιλογές.

 

Μια άλλη μελέτη διαπίστωσε ότι οι Πολωνές που μετακόμισαν στην Αγγλία και την Ουαλία κατέληξαν να αποκτούν περισσότερα παιδιά από συνομήλικές τους στην Πολωνία, προσεγγίζοντας τα πρότυπα της χώρας υποδοχής, παρότι η ανατροφή ενός παιδιού στο Λονδίνο μπορεί να είναι ακριβότερη από ό,τι στη Βαρσοβία.

 

Ακόμη και σε ομάδες με ισχυρούς δεσμούς με τη χώρα καταγωγής τους ή με έντονη θρησκευτική ταυτότητα, η γονιμότητα τείνει με την πάροδο του χρόνου να μειώνεται. Σύμφωνα με το Παρατηρητήριο Μετανάστευσης, ο δείκτης γονιμότητας μεταξύ των Πακιστανών γυναικών στο Ηνωμένο Βασίλειο υποχώρησε κατά 38% από το 2001 έως το 2021.

 

Οι επιχειρήσεις που επιχειρούν να αντιστρέψουν την τάση

 

Παρά τις δυσκολίες, ορισμένα παραδείγματα δείχνουν ότι το εργασιακό περιβάλλον και η οργανωμένη υποστήριξη των οικογενειών μπορούν να συνδεθούν με υψηλότερη γεννητικότητα.

 

Στην Ταϊβάν, οι εργαζόμενοι της TSMC, της μεγαλύτερης εταιρείας κατασκευής ημιαγωγών της χώρας, αντιπροσώπευαν περίπου το 0,3% του πληθυσμού, αλλά ήταν γονείς του 1,8% των μωρών που γεννήθηκαν το 2023. Η περιοχή Χσιντσού, όπου βρίσκεται η έδρα της εταιρείας, εμφανίζει υψηλή αναλογία παιδιών προς ενήλικες εργάσιμης ηλικίας.

 

Η εταιρεία έχει διαμορφώσει ένα περιβάλλον που διευκολύνει την οικογενειακή ζωή, παρέχοντας υποδομές φροντίδας παιδιών και νηπιαγωγεία στις εγκαταστάσεις της. Η περίπτωση αυτή αναδεικνύει τον ρόλο που μπορούν να διαδραματίσουν οι επιχειρήσεις, ιδίως όταν οι εργαζόμενοι έχουν πρόσβαση σε υπηρεσίες που μειώνουν το πρακτικό βάρος της ανατροφής.

 

Ανάλογο παράδειγμα αποτελεί ο νοτιοκορεατικός όμιλος λιανικής LOTTE. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, ο εσωτερικός δείκτης γονιμότητας της εταιρείας φτάνει τα 2,05 παιδιά ανά γυναίκα, έναντι 0,8 σε εθνικό επίπεδο. Ο όμιλος απασχολεί περίπου 60.000 εργαζομένους και εφαρμόζει αυστηρές πολιτικές γονικής άδειας, μεταξύ των οποίων η υποχρεωτική λήψη τουλάχιστον ενός μήνα άδειας πατρότητας με πλήρεις αποδοχές.

 

Η εταιρεία έχει λάβει θετικά σχόλια από την Επιτροπή Στρατηγικής Πληθυσμού της Νότιας Κορέας, καθώς οι πολιτικές της επιδιώκουν να καταστήσουν ευκολότερο τον συνδυασμό εργασίας και οικογένειας.

 

Τα παραδείγματα αυτά δεν αποδεικνύουν από μόνα τους ότι συγκεκριμένες εταιρικές πρακτικές μπορούν να αντιστρέψουν τη δημογραφική κρίση σε εθνικό επίπεδο. Δείχνουν, ωστόσο, ότι η υποστήριξη των γονέων μπορεί να αποτελέσει μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής.

 

Η ιαπωνική πόλη που επένδυσε στις οικογένειες

 

Ένα διαφορετικό μοντέλο εφαρμόστηκε στη Νάγκι, μια ορεινή πόλη της Ιαπωνίας, όπου η δημογραφική συρρίκνωση εξελίχθηκε σε ζήτημα επιβίωσης της τοπικής κοινότητας.

 

Το 2002, η μείωση του πληθυσμού δημιούργησε πιέσεις για συγχώνευση της περιοχής με άλλες διοικητικές ενότητες. Η δημοτική αρχή επέλεξε να αντιδράσει με ένα σύνολο μέτρων που περιλάμβανε οικονομικά μπόνους για τη γέννηση παιδιών, γενναιόδωρες υπηρεσίες παιδικής φροντίδας και δωρεάν υγειονομική περίθαλψη για τα παιδιά.

 

Παράλληλα, καλλιεργήθηκε μια προσέγγιση σε επίπεδο κοινότητας, με τη συμμετοχή ακόμη και συνταξιούχων στην υποστήριξη των οικογενειών. Στόχος ήταν τα παιδιά να αντιμετωπίζονται ως θετικό στοιχείο της κοινωνικής ζωής και όχι ως πρόσθετο βάρος για τους γονείς ή τους υπόλοιπους κατοίκους.

 

Σύμφωνα με τα στοιχεία του δημοσιεύματος, το 47% των νοικοκυριών στη Νάγκι έχει τρία ή περισσότερα παιδιά, ποσοστό που ξεχωρίζει σε μια χώρα όπου οι οικογένειες με ένα παιδί αποτελούν περίπου το ήμισυ του συνόλου.

 

Η εμπειρία της μικρής ιαπωνικής πόλης αναδεικνύει μια διαφορετική διάσταση της δημογραφικής πολιτικής: η οικονομική βοήθεια μπορεί να είναι πιο αποτελεσματική όταν συνδυάζεται με διαθέσιμες υπηρεσίες, συμμετοχή της κοινότητας και θετική αντιμετώπιση των οικογενειών.

 

Το δημογραφικό ως μακροπρόθεσμη οικονομική πρόκληση

 

Η μείωση της γεννητικότητας δεν αποτελεί αποκλειστικά κοινωνικό ζήτημα. Επηρεάζει άμεσα τις μελλοντικές δυνατότητες ανάπτυξης, την προσφορά εργασίας, τη βιωσιμότητα των συνταξιοδοτικών συστημάτων και τις δημόσιες δαπάνες για υγεία και μακροχρόνια φροντίδα.

 

Για την Ελλάδα, όπου σχεδόν τρία στα τέσσερα νοικοκυριά δεν έχουν εξαρτώμενα παιδιά, η πρόκληση είναι ιδιαίτερα σύνθετη. Η αύξηση των γεννήσεων δεν εξαρτάται από έναν μόνο παράγοντα, ούτε μπορεί να επιτευχθεί αποκλειστικά με επιδόματα. Απαιτείται συνδυασμός οικονομικής ασφάλειας, προσιτής κατοικίας, αξιόπιστων υπηρεσιών παιδικής φροντίδας, καλύτερης ισορροπίας μεταξύ εργασίας και οικογένειας και ουσιαστικής στήριξης των γονέων.

 

Εξίσου σημαντικό είναι το κοινωνικό περιβάλλον μέσα στο οποίο λαμβάνονται οι αποφάσεις. Όταν η απόκτηση παιδιών γίνεται ολοένα πιο σπάνια εμπειρία, μπορεί να υποχωρεί σταδιακά και η επιθυμία για μεγαλύτερες οικογένειες. Η αντιστροφή αυτής της διαδικασίας γίνεται τότε δυσκολότερη, καθώς κάθε νέα γενιά έχει λιγότερα παραδείγματα πολυμελούς οικογένειας.

 

Το βασικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο πόσα χρήματα χρειάζονται για να αποκτήσει ένα ζευγάρι παιδί. Είναι επίσης εάν οι οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες επιτρέπουν στους ανθρώπους να πραγματοποιήσουν τις οικογενειακές επιθυμίες τους και εάν η γονεϊκότητα παραμένει μια ελκυστική και βιώσιμη επιλογή.

 

H δημογραφική κρίση εξελίσσεται αργά, αλλά οι συνέπειές της διαρκούν για δεκαετίες. Όσο περισσότερο παγιώνεται η χαμηλή γονιμότητα, τόσο δυσκολότερη μπορεί να αποδειχθεί η ανατροπή της τάσης, με επιπτώσεις που θα επηρεάσουν όχι μόνο τις μελλοντικές γενιές, αλλά και τη συνολική οικονομική και κοινωνική αντοχή των χωρών.

 

                                   

 

Δημογραφικό: Η Ελλάδα γερνά, ο πληθυσμός μειώνεται και ο οικονομικός σχεδιασμός αλλάζει

 

Η δραματική υποχώρηση των γεννήσεων, η αύξηση του προσδόκιμου ζωής, η διεύρυνση της ατεκνίας και η μετατόπιση της απόκτησης παιδιών σε μεγαλύτερες ηλικίες διαμορφώνουν μια εντελώς διαφορετική δημογραφική πραγματικότητα στην Ελλάδα σε σχέση με τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες. Οι αλλαγές αυτές δεν επηρεάζουν μόνο το μέγεθος και τη σύνθεση του πληθυσμού, αλλά δημιουργούν νέες πιέσεις στο ασφαλιστικό σύστημα, στην υγεία, στην οικονομία και στον τρόπο με τον οποίο τα νοικοκυριά σχεδιάζουν το οικονομικό τους μέλλον.

 

Την εικόνα αυτή παρουσίασε ο καθηγητής και διευθυντής του Ινστιτούτου Δημογραφικών Ερευνών και Μελετών (ΙΔΕΜ), Βύρων Κοτζαμάνης, στο 2ο Financial Planning Forum, υπογραμμίζοντας ότι οι δημογραφικές μεταβολές των τελευταίων δεκαετιών έχουν αποκτήσει πλέον μακροχρόνιο και σε μεγάλο βαθμό μη αναστρέψιμο χαρακτήρα.

 

Οι οκτώ μεγάλες αλλαγές στη δημογραφία της Ελλάδας

 

Η πρώτη σημαντική μεταβολή αφορά την αύξηση του προσδόκιμου ζωής. Οι άνθρωποι ζουν περισσότερα χρόνια, εξέλιξη που συνδέεται με την πρόοδο της ιατρικής, τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης και την ανάπτυξη των συστημάτων υγείας και κοινωνικής προστασίας.

 

Την ίδια στιγμή, όμως, η γονιμότητα έχει υποχωρήσει σημαντικά. Σύμφωνα με τον κ. Κοτζαμάνη, οι γενιές που γεννήθηκαν γύρω στο 1960 απέκτησαν κατά μέσο όρο δύο παιδιά, ενώ για όσους γεννήθηκαν περίπου το 1985 ο αντίστοιχος αριθμός περιορίζεται σε 1,45. Παράλληλα, η μέση ηλικία απόκτησης παιδιών αυξάνεται, συμβάλλοντας στη σημαντική μείωση των γεννήσεων μετά το 1980.

 

Η δημογραφική εικόνα συμπληρώνεται από έξι ακόμη κρίσιμες εξελίξεις:

 

Η ανατροπή του φυσικού ισοζυγίου: Από το 2010 και μετά, οι θάνατοι υπερβαίνουν σταθερά τις γεννήσεις, με αποτέλεσμα ο πληθυσμός να μειώνεται χωρίς θετική συμβολή από τη μετανάστευση.

 

Η ταχεία γήρανση: Το ποσοστό των ατόμων ηλικίας 65 ετών και άνω αυξήθηκε από 6,8% το 1951 σε περίπου 23,5% σήμερα. Αντίθετα, το μερίδιο των ηλικιών 0-19 ετών υποχώρησε από 38,5% σε 18,5%.

 

Η μεταβολή της σύνθεσης του πληθυσμού: Από μια χώρα με ελάχιστους αλλοδαπούς κατοίκους κατά τη μεταπολεμική περίοδο, η Ελλάδα αριθμεί σήμερα περίπου 800.000 άτομα χωρίς ελληνική υπηκοότητα.

 

Η αντιστροφή των μεταναστευτικών ροών: Την τελευταία δεκαπενταετία, οι έξοδοι από τη χώρα υπερέβησαν συνολικά τις εισόδους. Σε συνδυασμό με το αρνητικό φυσικό ισοζύγιο, η εξέλιξη αυτή συνέβαλε στη μείωση του πληθυσμού κατά περίπου 700.000 άτομα μεταξύ 2011 και 2026.

 

Η αλλαγή του οικογενειακού μοντέλου: Οι γάμοι μειώνονται, τα διαζύγια και τα σύμφωνα συμβίωσης αυξάνονται, ενώ διευρύνεται η ομάδα όσων δεν αποκτούν παιδιά. Έτσι μεταβάλλονται η σύνθεση των νοικοκυριών και οι μορφές οικογενειακής υποστήριξης.

 

Η συγκέντρωση του πληθυσμού σε περιορισμένες περιοχές: Ένα ολοένα μεγαλύτερο τμήμα του πληθυσμού συγκεντρώνεται σε συγκεκριμένες γεωγραφικές ζώνες, εντείνοντας τις ανισορροπίες μεταξύ των περιοχών της χώρας.

 

Έως και 2,45 εκατ. λιγότεροι κάτοικοι έως το 2060

 

Οι προοπτικές για τις επόμενες δεκαετίες είναι ιδιαίτερα απαιτητικές, σύμφωνα με τις δημογραφικές προβολές που παρουσίασε ο διευθυντής του ΙΔΕΜ. Εφόσον το μεταναστευτικό ισοζύγιο παραμείνει μηδενικό, ο πληθυσμός της Ελλάδας εκτιμάται ότι θα μειωθεί έως το 2060 κατά περίπου 1,95 έως 2,45 εκατομμύρια άτομα σε σχέση με σήμερα.

 

Με βάση τα δύο αυτά σενάρια, ο πληθυσμός θα μπορούσε να υποχωρήσει στα 8,45 εκατομμύρια ή ακόμη και στα 7,95 εκατομμύρια, προσεγγίζοντας επίπεδα που είχαν καταγραφεί το 1963 και το 1955 αντίστοιχα.

 

Παράλληλα, οι θάνατοι αναμένεται να διαμορφωθούν κατά μέσο όρο σε περίπου 127.000 ετησίως την περίοδο 2026-2059 και να εξακολουθήσουν να υπερβαίνουν σημαντικά τις γεννήσεις. Ακόμη και αν οι μεταναστευτικές ροές εξισορροπούνται, η φυσική μείωση του πληθυσμού θα συνεχίζεται.

 

Η γήρανση θα ενταθεί περαιτέρω. Ο αριθμός των ατόμων ηλικίας 65 ετών και άνω προβλέπεται να αυξηθεί κατά σχεδόν 750.000, ενώ το ποσοστό τους στο σύνολο του πληθυσμού ενδέχεται να φθάσει το 30%-38%, ανάλογα με το σενάριο. Με άλλα λόγια, η Ελλάδα θα έχει όχι μόνο λιγότερους κατοίκους, αλλά και εντελώς διαφορετική ηλικιακή σύνθεση.

 

Ιδιαίτερη σημασία έχει και η αύξηση των ηλικιωμένων που δεν απέκτησαν παιδιά. Όπως επισημαίνει ο κ. Κοτζαμάνης, ολοένα περισσότεροι άνθρωποι ενδέχεται να φθάνουν στα τελευταία στάδια της ζωής τους χωρίς την υποστήριξη παιδιών ή άλλων νεότερων συγγενών. Η απουσία αυτών των άτυπων δικτύων φροντίδας θα αυξήσει τις ανάγκες για οργανωμένες υπηρεσίες υποστήριξης και μακροχρόνιας φροντίδας.

 

Πιέσεις σε συντάξεις, υγεία και παραγωγικότητα

 

Η δημογραφική γήρανση αποτελεί μία από τις σημαντικότερες μακροπρόθεσμες προκλήσεις για την ελληνική οικονομία. Τα συστήματα κοινωνικής πρόνοιας, συνταξιοδότησης και υγείας έχουν σχεδιαστεί σε μεγάλο βαθμό σε περιόδους πληθυσμιακής αύξησης και διαφορετικής αναλογίας μεταξύ εργαζομένων και ηλικιωμένων.

 

Καθώς η σχέση αυτή επιδεινώνεται, αυξάνεται η πίεση τόσο στις δημόσιες δαπάνες όσο και στη χρηματοδότηση των συντάξεων και των υπηρεσιών υγείας. Ταυτόχρονα, η μείωση του πληθυσμού εργάσιμης ηλικίας μπορεί να περιορίσει το διαθέσιμο εργατικό δυναμικό και τις δυνατότητες ανάπτυξης.

 

Σύμφωνα με τον κ. Κοτζαμάνη, η αντιμετώπιση αυτών των πιέσεων απαιτεί βαθιές αλλαγές στην οικονομία και στους θεσμούς. Μεταξύ των βασικών προτεραιοτήτων περιλαμβάνονται:

 

Η αύξηση των ποσοστών απασχόλησης.

 

Η ενσωμάτωση νέων τεχνολογιών και καινοτόμων μεθόδων παραγωγής.

 

Η ενίσχυση της παραγωγικότητας ανά ώρα εργασίας.

 

Η αύξηση των παραγωγικών επενδύσεων.

 

Η βελτίωση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας.

 

Η πρόκληση, επομένως, δεν περιορίζεται στην αύξηση του αριθμού των εργαζομένων. Αφορά και την ικανότητα της οικονομίας να παράγει περισσότερο πλούτο με μικρότερο διαθέσιμο εργατικό δυναμικό, ώστε να καλύπτονται οι αυξημένες κοινωνικές και οικονομικές ανάγκες.

 

Η δημογραφική μετάβαση απαιτεί, παράλληλα, μακροπρόθεσμο σχεδιασμό από την πλευρά της πολιτείας. Παρότι η γήρανση δημιουργεί σημαντικές δυσκολίες, μπορεί να αποτελέσει και αφορμή για την αναθεώρηση του αναπτυξιακού μοντέλου, με έμφαση στην παραγωγικότητα, την καινοτομία και την κοινωνική συνοχή.

 

Η μακροζωία αλλάζει τον οικονομικό προγραμματισμό των νοικοκυριών

 

Οι δημογραφικές εξελίξεις μεταβάλλουν ουσιαστικά και τις ανάγκες των νοικοκυριών. Η αύξηση του προσδόκιμου ζωής σημαίνει ότι περισσότεροι άνθρωποι θα χρειαστεί να χρηματοδοτήσουν μεγαλύτερες περιόδους συνταξιοδότησης, ενώ ταυτόχρονα θα αντιμετωπίσουν αυξημένες πιθανότητες δαπανών για την υγεία και τη μακροχρόνια φροντίδα.

 

Η πρώτη μεγάλη πρόκληση αφορά την επάρκεια του συνταξιοδοτικού εισοδήματος. Όσο μεγαλώνει το διάστημα κατά το οποίο κάποιος παραμένει εκτός αγοράς εργασίας, τόσο περισσότερο πρέπει να επαρκούν οι διαθέσιμοι πόροι για τη διατήρηση του βιοτικού του επιπέδου. Την ίδια στιγμή, οι πιέσεις στα δημόσια συνταξιοδοτικά συστήματα ενδέχεται να αυξήσουν την ανάγκη για συμπληρωματική ιδιωτική αποταμίευση, για όσους έχουν τη σχετική οικονομική δυνατότητα.

 

Η δεύτερη αφορά τις δαπάνες υγείας και φροντίδας. Η μεγαλύτερη διάρκεια ζωής δεν συνεπάγεται απαραίτητα περισσότερα χρόνια με προβλήματα υγείας, ωστόσο η πιθανότητα εμφάνισης χρόνιων παθήσεων, απώλειας αυτονομίας ή ανάγκης για υποστήριξη αυξάνεται με την ηλικία. Ιατρικές υπηρεσίες, προσαρμογές κατοικίας, κατ’ οίκον βοήθεια και μακροχρόνια φροντίδα μπορούν να δημιουργήσουν σημαντικές οικονομικές επιβαρύνσεις.

 

Για τον λόγο αυτό, ο οικονομικός προγραμματισμός καλείται να περιλαμβάνει επαρκή αποθεματικά και, όπου κρίνεται σκόπιμο, ασφαλιστική κάλυψη που να ανταποκρίνεται στις μελλοντικές ανάγκες.

 

                            

 

Η «γενιά-γέφυρα» και η οικονομική στήριξη δύο γενεών

 

Οι οικογενειακές σχέσεις αποκτούν επίσης μεγαλύτερη οικονομική διάσταση. Οι γονείς ενδέχεται να ζουν περισσότερα χρόνια και να εξακολουθούν να στηρίζουν οικονομικά τα ενήλικα παιδιά τους, είτε για σπουδές είτε για την επαγγελματική τους αποκατάσταση ή την αγορά πρώτης κατοικίας. Παράλληλα, μπορεί να χρειάζονται και οι ίδιοι οικονομική ή πρακτική βοήθεια από τα παιδιά τους.

 

Έτσι, η λεγόμενη «γενιά-γέφυρα» καλείται συχνά να υποστηρίζει ταυτόχρονα τόσο τους ηλικιωμένους γονείς όσο και τα παιδιά της. Η υποχρέωση αυτή δημιουργεί πρόσθετες πιέσεις στην αποταμίευση, στην περιουσιακή διαχείριση και στην ικανότητα κάλυψης προσωπικών αναγκών.

 

Η αύξηση της ατεκνίας περιπλέκει ακόμη περισσότερο την κατάσταση. Στις επόμενες δεκαετίες, ένα μεγαλύτερο τμήμα των ηλικιωμένων δεν θα διαθέτει παιδιά που θα μπορούσαν να προσφέρουν οικονομική ή πρακτική υποστήριξη. Αυτό ενισχύει τη σημασία της έγκαιρης προετοιμασίας, τόσο σε ατομικό επίπεδο όσο και μέσω οργανωμένων υπηρεσιών κοινωνικής φροντίδας.

 

Αποταμίευση, επενδύσεις και διαχείριση κινδύνων

 

Η επιμήκυνση του προσδόκιμου ζωής καθιστά αναγκαία την αναθεώρηση των στρατηγικών αποταμίευσης και επένδυσης. Οι οικονομικοί πόροι θα πρέπει να καλύπτουν μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, διατηρώντας παράλληλα την αγοραστική τους δύναμη απέναντι στον πληθωρισμό.

 

Στο πλαίσιο αυτό, τα νοικοκυριά καλούνται να ισορροπούν μεταξύ ασφάλειας, απόδοσης και ρευστότητας, ανάλογα με την ηλικία, το εισόδημα, τις υποχρεώσεις και τους στόχους τους. Παράλληλα, αποκτά μεγαλύτερη σημασία η διαφοροποίηση των πηγών εισοδήματος, η δημιουργία αποθεματικών έκτακτης ανάγκης και η προστασία από κινδύνους που μπορεί να προκύψουν σε έναν μακρύτερο χρονικό ορίζοντα.

 

Η απώλεια εργασίας, οι διακυμάνσεις των χρηματοπιστωτικών αγορών και η αύξηση του κόστους ζωής μπορούν να επηρεάσουν σημαντικά την οικονομική ανθεκτικότητα των νοικοκυριών. Ένα ολοκληρωμένο σχέδιο χρειάζεται, συνεπώς, να προσαρμόζεται στις αλλαγές της προσωπικής και επαγγελματικής ζωής και να μην περιορίζεται σε μία αρχική απόφαση αποταμίευσης ή επένδυσης.

 

Η ανάγκη αυτή ενδέχεται να γίνει ακόμη πιο έντονη εάν τα δημόσια συστήματα συντάξεων, υγείας και πρόνοιας μεταρρυθμιστούν με τρόπο που θα μεταφέρει μεγαλύτερο μέρος του κόστους στα ίδια τα νοικοκυριά.

 

Ο αναβαθμισμένος ρόλος των Financial Planners

 

Οι αλλαγές στη δημογραφία και στις οικογενειακές δομές αναμένεται να ενισχύσουν τη σημασία των επαγγελματιών χρηματοοικονομικού σχεδιασμού. Ο ρόλος των Financial Planners δεν θα περιορίζεται στην επιλογή χρηματοοικονομικών προϊόντων ή στη διαχείριση περιουσιακών στοιχείων, αλλά θα επεκτείνεται στη συνολική οργάνωση των οικονομικών ενός ατόμου ή μιας οικογένειας σε βάθος χρόνου.

 

Στο επίκεντρο θα βρίσκεται η εκτίμηση των μελλοντικών αναγκών για κατοικία, υγεία, συνταξιοδότηση, μακροχρόνια φροντίδα και οικονομική στήριξη συγγενών. Το σχέδιο θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις διακυμάνσεις του εισοδήματος, τις αλλαγές στην επαγγελματική πορεία, τις οικογενειακές υποχρεώσεις και τα απρόβλεπτα γεγονότα.

 

Παράλληλα, τα διαζύγια, οι ανασυγκροτημένες οικογένειες και η αύξηση των μονοπρόσωπων νοικοκυριών δημιουργούν πιο σύνθετες ανάγκες διαχείρισης περιουσίας και σχεδιασμού της οικονομικής ασφάλειας. Σε ένα περιβάλλον όπου η φορολογική νομοθεσία, οι συνταξιοδοτικοί κανόνες και οι χρηματοπιστωτικές αγορές μεταβάλλονται διαρκώς, η τακτική αναθεώρηση του οικονομικού σχεδίου αποκτά καθοριστική σημασία.

 

Ο χρηματοοικονομικός σχεδιασμός μετατρέπεται έτσι από μια εφάπαξ συμβουλευτική υπηρεσία σε μια διαρκή διαδικασία αξιολόγησης και προσαρμογής. Απαιτεί εξατομικευμένες λύσεις, μακροπρόθεσμη στρατηγική και συνεχή παρακολούθηση των αλλαγών που επηρεάζουν κάθε νοικοκυριό.

 

Το βασικό ζητούμενο, επομένως, δεν είναι μόνο η επιλογή των κατάλληλων επενδύσεων, αλλά η δημιουργία μιας βιώσιμης οικονομικής στρατηγικής που θα μπορεί να ανταποκρίνεται σε διαφορετικές συνθήκες σε όλα τα στάδια της ζωής.

 

Η δημογραφική γήρανση αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις των επόμενων δεκαετιών για την Ελλάδα, αλλά και αφορμή για την αναθεώρηση του τρόπου με τον οποίο οργανώνονται η οικονομία, η κοινωνική προστασία και τα οικογενειακά οικονομικά. Όσο περισσότερο αυξάνεται η διάρκεια ζωής, τόσο μεγαλύτερη σημασία αποκτούν η έγκαιρη προετοιμασία, η συστηματική αποταμίευση και η εξατομικευμένη συμβουλευτική, ώστε η μακροζωία να αποτελεί ευκαιρία και όχι πηγή οικονομικής ανασφάλειας.

 

    

 

UBS: Στα 6 εκατομμύρια ο πληθυσμός της Ελλάδας έως το 2100 – Η δημογραφική συρρίκνωση απειλεί ανάπτυξη και δημόσια οικονομικά

 

Με πάσα από όλα τα παραπάνω, θυμίζουμε μια πρόσφατη πολύ ενδιαφέρουσα ανάλυση της UBS. Η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις χώρες που αναμένεται να βρεθούν αντιμέτωπες με τις εντονότερες δημογραφικές μεταβολές τις επόμενες δεκαετίες, σύμφωνα με ανάλυση της UBS. Οι προβλέψεις του ελβετικού επενδυτικού οίκου δείχνουν ότι ο ελληνικός πληθυσμός ενδέχεται να μειωθεί κατά 13% έως το 2050 και κατά 36% έως το 2100, υποχωρώντας τότε περίπου στα 6 εκατομμύρια κατοίκους.

 

Η δημογραφική συρρίκνωση αποτελεί μία από τις μεγάλες παγκόσμιες τάσεις που θα διαμορφώσουν την οικονομία τα επόμενα χρόνια, μαζί με την κλιματική αλλαγή, την τεχνητή νοημοσύνη, τον γεωπολιτικό κατακερματισμό, την αστικοποίηση και την αύξηση του χρέους. Όπως επισημαίνει η UBS, οι επιπτώσεις θα είναι εκτεταμένες τόσο στις ανεπτυγμένες όσο και στις αναδυόμενες οικονομίες, χωρίς καμία χώρα ή κοινωνία να μένει ανεπηρέαστη.

 

Οι αναλυτές του οίκου αναγνωρίζουν ότι η οικονομική πολιτική δύσκολα μπορεί να ανατρέψει αποφασιστικά τις δημογραφικές τάσεις. Ωστόσο, τονίζουν ότι η επίδρασή τους στο βιοτικό επίπεδο θα εξαρτηθεί σε σημαντικό βαθμό από τις πολιτικές επιλογές και την ικανότητα κάθε κοινωνίας να προσαρμοστεί στις νέες συνθήκες.

 

Οι τρεις παράγοντες που μεταμορφώνουν τον παγκόσμιο πληθυσμό

 

Η UBS εντοπίζει τρεις βασικές αιτίες πίσω από τη δημογραφική μετάβαση: τη μείωση της γονιμότητας, την αύξηση του προσδόκιμου ζωής και την ενίσχυση του ποσοστού των ηλικιωμένων σε σχέση με τις νεότερες ηλικιακές ομάδες.

 

Ο συνδυασμός αυτών των εξελίξεων περιορίζει την αύξηση του εργατικού δυναμικού, αυξάνει την αναλογία των ηλικιωμένων που εξαρτώνται οικονομικά από τον ενεργό πληθυσμό και οδηγεί ολοένα περισσότερες χώρες σε απόλυτη μείωση του αριθμού των κατοίκων τους.

 

Ο παγκόσμιος δείκτης γονιμότητας έχει υποχωρήσει από περίπου 5 γεννήσεις ανά γυναίκα στις αρχές της δεκαετίας του 1960 σε περίπου 2,25 σήμερα, ενώ αναμένεται να συνεχίσει την πτωτική του πορεία. Μεταξύ των παραγόντων που συμβάλλουν σε αυτή την εξέλιξη περιλαμβάνονται η αστικοποίηση, η ενδυνάμωση των γυναικών, οι αλλαγές στις κοινωνικές αντιλήψεις και στον τρόπο ζωής, καθώς και το αυξανόμενο οικονομικό κόστος που συνδέεται με την απόκτηση και την ανατροφή παιδιών.

 

Πλέον, περισσότερες από τις μισές χώρες του κόσμου, οι οποίες αντιπροσωπεύουν περίπου τα δύο τρίτα του παγκόσμιου πληθυσμού, εμφανίζουν δείκτη γονιμότητας χαμηλότερο από το επίπεδο αναπλήρωσης των γενεών, που υπολογίζεται σε περίπου 2,1 παιδιά ανά γυναίκα.

 

Στην Ελλάδα, ο δείκτης γονιμότητας από 2,4 το 1970 έχει υποχωρήσει σήμερα στο 1,3. Σύμφωνα με τις προβολές που παραθέτει η UBS, αναμένεται να διαμορφωθεί στο 1,4 έως το 2060 και να αυξηθεί στο 1,6 έως το 2100. Για το ίδιο διάστημα, ο παγκόσμιος μέσος όρος εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί σε 2 και 1,8 αντίστοιχα.

 

Ιδιαίτερα δύσκολες είναι οι προοπτικές για τις χώρες με εξαιρετικά χαμηλή γονιμότητα, δηλαδή με δείκτη 1,4 ή χαμηλότερο. Σε αυτή την κατηγορία περιλαμβάνονται οικονομίες όπως η Κίνα, η Ιαπωνία, η Ιταλία, η Πολωνία και η Νότια Κορέα. Η UBS επισημαίνει ότι οι κοινωνίες αυτές αντιμετωπίζουν κίνδυνο πολύ μεγάλης πληθυσμιακής συρρίκνωσης, η οποία μπορεί να φτάσει ή να ξεπεράσει το 76% σε ορισμένες περιπτώσεις, ανάλογα με τη χώρα και τον χρονικό ορίζοντα. Η κάλυψη των απωλειών αποκλειστικά μέσω της μετανάστευσης εκτιμάται ότι θα είναι δύσκολη τόσο πρακτικά όσο και πολιτικά.

 

Ελλάδα, Κίνα και Ευρώπη μπροστά σε μεγάλη πληθυσμιακή συρρίκνωση

 

Μεταξύ των μεγάλων οικονομιών, η Κίνα αναμένεται να αντιμετωπίσει μία από τις πιο δραστικές δημογραφικές μεταβολές. Ο πληθυσμός της, από περίπου 1,4 δισεκατομμύρια σήμερα, προβλέπεται να μειωθεί σε 1,3 δισεκατομμύρια έως το 2050 και σε 649 εκατομμύρια έως το 2100. Αυτό αντιστοιχεί σε μείωση περίπου 11% έως τα μέσα του αιώνα και 54% έως το τέλος του.

 

Οι προβολές της UBS αποτυπώνουν ανάλογες πιέσεις σε αρκετές χώρες, με την Ελλάδα να βρίσκεται μεταξύ εκείνων που αναμένεται να καταγράψουν σημαντικές απώλειες πληθυσμού.

 

Χώρα

Μεταβολή πληθυσμού έως το 2050

Μεταβολή έως το 2100

Νότια Κορέα

-16%

-57%

Κίνα

-11%

-54%

Πολωνία

-17%

-49%

Ιταλία

-15%

-40%

Ιαπωνία

-17%

-37%

Ελλάδα

-13%

-36%

Ταϊλάνδη

-9%

-36%

Ουγγαρία

-11%

-23%

Τσεχία

-9%

-23%

Γερμανία

-8%

-16%

 

Για την Ισπανία, ο ΟΗΕ προβλέπει μείωση του πληθυσμού κατά 8% έως το 2050 και κατά 30% έως το 2100. Η UBS, ωστόσο, εκτιμά ότι οι συγκεκριμένες προβολές ενδέχεται να είναι υπερβολικά απαισιόδοξες, εάν ληφθούν υπόψη οι πρόσφατες τάσεις στη μετανάστευση.

 

Για την Ελλάδα, η προοπτική υποχώρησης του πληθυσμού στα 6 εκατομμύρια έως το τέλος του αιώνα δεν αποτελεί απλώς μια αριθμητική μεταβολή. Συνδέεται με τη συρρίκνωση του δυνητικού εργατικού δυναμικού, τη μεταβολή της ηλικιακής σύνθεσης της κοινωνίας και την αυξανόμενη ανάγκη χρηματοδότησης συντάξεων και υπηρεσιών υγείας από μια μικρότερη βάση εργαζομένων.

 

Η μακροζωία επιταχύνει τη γήρανση

 

Παράλληλα με τη μείωση των γεννήσεων, η αύξηση του προσδόκιμου ζωής ενισχύει τη γήρανση του πληθυσμού. Σε παγκόσμιο επίπεδο, το προσδόκιμο ζωής κατά τη γέννηση έφτασε τα 73,3 έτη το 2024, αυξημένο κατά 8,4 χρόνια σε σχέση με το 1995. Με άλλα λόγια, από τα μέσα της δεκαετίας του 1990 αυξάνεται κατά περίπου 3,5 μήνες κάθε χρόνο.

 

Οι εκτιμήσεις του ΟΗΕ τοποθετούν το παγκόσμιο προσδόκιμο ζωής στα 77,4 έτη έως το 2054 και στα 81,7 έτη έως το 2100.

 

Στην Ελλάδα, το προσδόκιμο ζωής, από περίπου 78 έτη το 2020, βρίσκεται σήμερα κοντά στα 82 έτη, ενώ οι προβολές που παραθέτει η UBS δείχνουν ότι μπορεί να φτάσει τα 91 έτη έως το τέλος του αιώνα.

 

Η αύξηση της μακροζωίας αποτελεί σημαντική κοινωνική εξέλιξη, αλλά σε συνδυασμό με τη χαμηλή γονιμότητα μεταβάλλει ριζικά τις ανάγκες των οικονομιών. Περισσότεροι άνθρωποι θα ζουν για μεγαλύτερο διάστημα μετά τη συνταξιοδότηση, ενώ ο αριθμός των εργαζομένων που χρηματοδοτούν τα συνταξιοδοτικά και υγειονομικά συστήματα ενδέχεται να μειώνεται.

 

Οι επιπτώσεις στην ανάπτυξη και την παραγωγικότητα

 

Η δημογραφική αλλαγή αναμένεται να επηρεάσει σχεδόν κάθε πτυχή της οικονομικής δραστηριότητας. Η επιβράδυνση ή ακόμη και η συρρίκνωση του εργατικού δυναμικού μπορεί να περιορίσει την παραγωγική ικανότητα των οικονομιών, ενώ η γήρανση του πληθυσμού ενδέχεται να επιβαρύνει την παραγωγικότητα και τη συσσώρευση κεφαλαίου.

 

Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο εκτιμά ότι, σε σύγκριση με την περίοδο 2016-2018, η γήρανση του πληθυσμού θα μειώσει τον ετήσιο ρυθμό αύξησης του παγκόσμιου ΑΕΠ κατά 1,1 ποσοστιαίες μονάδες την περίοδο 2025-2050. Για την περίοδο 2025-2100, η αντίστοιχη επιβάρυνση εκτιμάται σε 2 ποσοστιαίες μονάδες κατά μέσο όρο.

 

Μία από τις πιθανές απαντήσεις είναι η αύξηση της μετανάστευσης, η οποία θα μπορούσε να ενισχύσει το εργατικό δυναμικό σε χώρες με δημογραφική συρρίκνωση. Ωστόσο, η διατήρηση υψηλών μεταναστευτικών ροών σε βάθος χρόνου ενδέχεται να συναντήσει σημαντικούς πολιτικούς και κοινωνικούς περιορισμούς.

 

Η UBS θεωρεί ότι η ενίσχυση της παραγωγικότητας και η προώθηση της καινοτομίας πρέπει να αποτελέσουν βασικές προτεραιότητες. Η αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης και άλλων νέων τεχνολογιών θα μπορούσε να αντισταθμίσει μέρος των απωλειών από τη μείωση του εργατικού δυναμικού. Οι αναλυτές, ωστόσο, σημειώνουν ότι οι κοινωνίες που γερνούν συχνά εμφανίζουν μεγαλύτερες δυσκολίες στην καινοτομία σε σχέση με τις νεότερες.

 

Δημοσιονομική πίεση και αυξανόμενο βάρος για την Ελλάδα

 

Η γήρανση του πληθυσμού δημιουργεί πρόσθετες προκλήσεις για τα δημόσια οικονομικά, ιδιαίτερα σε χώρες με ήδη υψηλό δημόσιο χρέος, όπως η Ελλάδα.

 

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει η UBS, έως το τέλος του αιώνα στην Ελλάδα θα αντιστοιχούν 68 άτομα ηλικίας άνω των 65 ετών για κάθε 100 άτομα σε ηλικία εργασίας, δηλαδή από 15 έως 64 ετών. Σήμερα, η αντίστοιχη αναλογία βρίσκεται στα 38 άτομα.

 

Η μεταβολή αυτή αποτυπώνει την αυξανόμενη πίεση που μπορεί να δεχθούν τα συστήματα κοινωνικής ασφάλισης και υγείας. Με λιγότερους εργαζομένους να συνεισφέρουν μέσω φόρων και ασφαλιστικών εισφορών και περισσότερους ηλικιωμένους να χρειάζονται συντάξεις και υπηρεσίες περίθαλψης, η διατήρηση της δημοσιονομικής ισορροπίας γίνεται δυσκολότερη.

 

Η UBS εκτιμά ότι οι ετήσιες δαπάνες για συντάξεις και υγειονομική περίθαλψη στις χώρες του ΟΟΣΑ θα αυξηθούν κατά τουλάχιστον 5% του ΑΕΠ έως το 2060. Η αύξηση των δαπανών για συντάξεις, υγεία και μακροχρόνια φροντίδα, σε συνδυασμό με την ασθενέστερη οικονομική ανάπτυξη και τα χαμηλότερα φορολογικά έσοδα, ενδέχεται να επιβαρύνει περαιτέρω τα δημόσια οικονομικά και να αυξήσει το βάρος του δημόσιου χρέους.

 

Παρότι πολλές χώρες έχουν ήδη προχωρήσει σε μεταρρυθμίσεις των συνταξιοδοτικών συστημάτων τους, παραμένουν σημαντικές προκλήσεις. Μεταξύ αυτών είναι η διασφάλιση επαρκών συντάξεων, η χρηματοδότηση των αυξανόμενων αναγκών υγειονομικής και μακροχρόνιας περίθαλψης και η προσαρμογή των φορολογικών συστημάτων στις ανάγκες μιας γηράσκουσας κοινωνίας.

 

Ο τελικός δημοσιονομικός αντίκτυπος δεν θα εξαρτηθεί μόνο από τις δημογραφικές εξελίξεις, αλλά και από τις πολιτικές αποφάσεις για τη συμμετοχή στο εργατικό δυναμικό, τα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης, τον σχεδιασμό των συντάξεων και τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών.

 

Οι επιπτώσεις της δημογραφικής μετάβασης στα επιτόκια, στα εξωτερικά ισοζύγια και στον πληθωρισμό είναι λιγότερο σαφείς, καθώς θα εξαρτηθούν από την αλληλεπίδραση των δημογραφικών εξελίξεων με τη δημοσιονομική πολιτική και τις ευρύτερες οικονομικές συνθήκες.

 

Το βασικό συμπέρασμα της UBS είναι ότι η έγκαιρη προσαρμογή μπορεί να περιορίσει τις συνέπειες της δημογραφικής συρρίκνωσης. Οι χώρες που θα επενδύσουν στην παραγωγικότητα, στην καινοτομία και στη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών θα έχουν περισσότερες δυνατότητες να διατηρήσουν το βιοτικό τους επίπεδο. Αντίθετα, η καθυστέρηση των αναγκαίων αλλαγών αυξάνει τον κίνδυνο ασθενέστερης ανάπτυξης, μεγαλύτερων δημοσιονομικών πιέσεων και εντονότερων κοινωνικών εντάσεων.

                 

                

                  

                                                              

 
 
 

 

 

     

 

Παλαιότερα Σχόλια

 
 

Αποποίηση Ευθύνης.... 

© 2016-2026 Greek Finance Forum