|
Σύμφωνα και με χθεσινό
δημοσίευμα των New York
Times, ήδη oι ΗΠΑ
σχεδιάζουν να μειώσουν
μαχητικά, πλοία και
στρατιωτικές δυνατότητες
του ΝΑΤΟ στην Ευρώπη
«Ιστορικά υπήρξε
υπερβολική εξάρτηση από
τις αμερικανικές
δυνάμεις και
δυνατότητες», δήλωσε στο
Reuters η εκπρόσωπος του
ΝΑΤΟ Άλισον Χαρτ,
προσθέτοντας ότι καθώς η
Ευρώπη και ο Καναδάς
επενδύουν περισσότερο
στην άμυνα και
αναπτύσσουν μεγαλύτερες
στρατιωτικές
δυνατότητες, η κατανομή
των ευθυνών μπορεί να
μεταβληθεί.
Όπως ανέφερε σε γραπτή
δήλωσή της, αυτή η
εξέλιξη θα ενισχύσει την
άμυνα του ΝΑΤΟ,
μειώνοντας την εξάρτηση
από έναν μόνο σύμμαχο
και αντανακλώντας μια
ευρύτερη αλλαγή που
βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη
εντός της Συμμαχίας.
Παρά τη σημαντική αύξηση
των αμυντικών δαπανών τα
τελευταία χρόνια, η
ευρωπαϊκή άμυνα
εξακολουθεί να εξαρτάται
σε μεγάλο βαθμό από
αμερικανικές
δυνατότητες. Η εξάρτηση
αυτή δεν περιορίζεται σε
στρατεύματα ή οπλικά
συστήματα. Εκτείνεται
στις δορυφορικές
πληροφορίες, στις
δυνατότητες έγκαιρης
προειδοποίησης, στις
στρατηγικές
αερομεταφορές, στην
αντιπυραυλική άμυνα,
στις υποδομές διοίκησης
και ελέγχου, καθώς και
στην πυρηνική αποτροπή.
Με
απλά λόγια, η Ευρώπη
διαθέτει ισχυρούς
στρατούς, αλλά
εξακολουθεί να βασίζεται
στην Ουάσιγκτον για
πολλές από τις κρίσιμες
λειτουργίες που
καθιστούν δυνατή τη
διεξαγωγή ενός πολέμου
υψηλής έντασης.
Ο
παράγοντας Ρωσία
Το
πρόβλημα γίνεται ακόμη
πιο σύνθετο εάν
εξεταστεί υπό το πρίσμα
της ρωσικής απειλής.
Παρά τις τεράστιες
απώλειες που υπέστη στην
Ουκρανία, η Ρωσία
συνεχίζει να διαθέτει
σημαντικές στρατιωτικές
δυνατότητες. Η οικονομία
της έχει προσαρμοστεί σε
πολεμικούς ρυθμούς
παραγωγής, η αμυντική
βιομηχανία λειτουργεί σε
καθεστώς συνεχούς
κινητοποίησης και η
στρατιωτική ηγεσία έχει
αποκτήσει πολύτιμη
εμπειρία από έναν πόλεμο
μεγάλης κλίμακας.
Αυτό σημαίνει ότι η
Ευρώπη δεν έχει την
πολυτέλεια να θεωρεί πως
διαθέτει μια δεκαετία
για να προετοιμαστεί.
Πολλοί αναλυτές εκτιμούν
ότι η Ρωσία θα μπορούσε
να ανακτήσει σημαντικό
μέρος των συμβατικών
δυνατοτήτων της μέσα στα
επόμενα λίγα χρόνια,
δημιουργώντας νέες
πιέσεις στα ανατολικά
σύνορα του ΝΑΤΟ.
Ακριβώς εδώ
αναδεικνύεται η
μεγαλύτερη ευρωπαϊκή
πρόκληση.
Η
ήπειρος δεν
αντιμετωπίζει μόνο ένα
πρόβλημα δαπανών.
Αντιμετωπίζει ένα
πρόβλημα χρόνου.
Ακόμη και αν οι
ευρωπαϊκές κυβερνήσεις
αποφάσιζαν αύριο να
διαθέσουν τους
απαραίτητους πόρους, η
δημιουργία των
απαιτούμενων
στρατιωτικών δυνατοτήτων
θα απαιτούσε χρόνια. Η
κατασκευή μαχητικών
αεροσκαφών, πολεμικών
πλοίων, αντιαεροπορικών
συστημάτων και
υποβρυχίων δεν μπορεί να
επιταχυνθεί με πολιτικές
δηλώσεις ή έκτακτες
χρηματοδοτήσεις, όπως το
SAFE.
Η
αμυντική βιομηχανία της
Ευρώπης παραμένει
κατακερματισμένη, με
διαφορετικά εθνικά
προγράμματα,
περιορισμένες γραμμές
παραγωγής και σημαντικές
ελλείψεις σε
εξειδικευμένο προσωπικό.
Οι περισσότερες χώρες
αύξησαν τις παραγγελίες
πυρομαχικών και χερσαίων
συστημάτων μετά το 2022,
αλλά οι επενδύσεις σε
αεροναυτικές δυνατότητες
παραμένουν ανεπαρκείς σε
σχέση με τις ανάγκες.
Το
αποτέλεσμα είναι μια
παραδοξότητα:
Η
Ευρώπη διαθέτει συνολικά
πληθυσμό μεγαλύτερο από
αυτόν των Ηνωμένων
Πολιτειών, οικονομία
συγκρίσιμης κλίμακας και
τεχνολογική βάση υψηλού
επιπέδου. Ωστόσο,
δυσκολεύεται να
μετατρέψει αυτά τα
πλεονεκτήματα σε
συνεκτική στρατιωτική
ισχύ.
Το
πολιτικό κόστος και οι
καθυστερήσεις
Το
ζήτημα δεν είναι μόνο
οικονομικό. Είναι
πολιτικό.
Κατά τη διάρκεια του
Ψυχρού Πολέμου, πολλές
ευρωπαϊκές χώρες
δαπανούσαν σταθερά πάνω
από το 3% του ΑΕΠ τους
για την άμυνα. Σήμερα,
ακόμη και η επίτευξη του
στόχου του 2%
εξακολουθεί να αποτελεί
πρόκληση για αρκετές
κυβερνήσεις, ενώ ο νέος
στόχος είναι το 5% (3,5%
σε οπλικά συστήματα και
1,5% σε αμυντικές
επενδύσεις).
Η
μετάβαση σε μια
πραγματικά αυτόνομη
ευρωπαϊκή άμυνα θα
απαιτούσε πιθανότατα
επίπεδα δαπανών που δεν
έχουν παρατηρηθεί εδώ
και δεκαετίες.
Το
ερώτημα είναι κατά πόσο
οι ευρωπαϊκές κοινωνίες
είναι διατεθειμένες να
αποδεχθούν αυτό το
κόστος.
Η
συζήτηση αποκτά ακόμη
μεγαλύτερη σημασία καθώς
οι Ηνωμένες Πολιτείες
επαναπροσδιορίζουν τις
παγκόσμιες
προτεραιότητές τους.
Ανεξαρτήτως του ποιος
βρίσκεται στον Λευκό
Οίκο, η στρατηγική
πραγματικότητα παραμένει
η ίδια: η Ουάσιγκτον
θεωρεί την Κίνα τη
σημαντικότερη
μακροπρόθεσμη πρόκληση
για τα συμφέροντά της.
Αυτό δε σημαίνει
απαραίτητα αμερικανική
αποχώρηση από την
Ευρώπη. Σημαίνει όμως
ότι οι Ευρωπαίοι δεν
μπορούν πλέον να θεωρούν
δεδομένη την αμερικανική
παρουσία στο επίπεδο που
γνώριζαν τις
προηγούμενες δεκαετίες.
Η
γαλλική πρόταση για έναν
ευρύτερο ευρωπαϊκό
διάλογο γύρω από την
πυρηνική αποτροπή, οι
γερμανικές πρωτοβουλίες
για αύξηση των αμυντικών
επενδύσεων και οι
προσπάθειες της
Ευρωπαϊκής Ένωσης να
ενισχύσει τη βιομηχανική
της βάση αποτελούν
ενδείξεις ότι η συζήτηση
έχει ήδη ξεκινήσει.
Ωστόσο, η οικοδόμηση
στρατηγικής αυτονομίας
δεν είναι έργο λίγων
ετών.
Απαιτεί πολιτική
συνέχεια, βιομηχανική
κινητοποίηση και,
κυρίως, κοινή αντίληψη
απειλής. Χωρίς αυτά τα
στοιχεία, οι ευρωπαϊκές
πρωτεύουσες κινδυνεύουν
να επενδύσουν
δισεκατομμύρια ευρώ
χωρίς να δημιουργήσουν
πραγματικά συνεκτική
αποτρεπτική ισχύ.
Η
μεγαλύτερη πρόκληση,
τελικά, δεν είναι η
αγορά περισσότερων
όπλων. Εδώ δεν μπορούν
να συμφωνήσουν σε τι
είδους όπλα θέλουν, όπως
μας έδειξε το πρόσφατο
φιάσκο του προτεινόμενου
Γαλλογερμανικού
μαχητικού 6ης Γενιάς
FCAS.
Είναι η δημιουργία μιας
Ευρώπης που θα μπορεί να
λαμβάνει στρατηγικές
αποφάσεις και να τις
υποστηρίζει με τα μέσα
που απαιτούνται για την
εφαρμογή τους.
Για
εβδομήντα πέντε χρόνια,
η αμερικανική ισχύς
κάλυπτε αυτό το κενό.
Σήμερα, καθώς το διεθνές
σύστημα γίνεται ολοένα
πιο ασταθές και
ανταγωνιστικό, οι
Ευρωπαίοι καλούνται να
απαντήσουν σε ένα
θεμελιώδες ερώτημα:
μπορούν να αναλάβουν οι
ίδιοι την ευθύνη της
ασφάλειάς τους;
Η
απάντηση δε θα καθορίσει
μόνο το μέλλον του ΝΑΤΟ.
Θα καθορίσει και το
μέλλον της Ευρώπης ως
γεωπολιτικού παράγοντα
στον 21ο αιώνα.
Πρώτη δημοσίευση στο
Βήμα
|