|
Στο
βιβλίο του The
Art of the Deal
(1987), ο Ντόναλντ Τραμπ υποστήριζε ότι το κλειδί κάθε
επιτυχημένης συμφωνίας είναι η βαθιά κατανόηση της αγοράς.
Περισσότερο από στατιστικά και έρευνες, έδινε έμφαση στο
ένστικτο και στη διαίσθηση. Σήμερα, σχεδόν τέσσερις
δεκαετίες αργότερα, αυτή η λογική φαίνεται να συμπυκνώνεται
σε έναν κυρίαρχο δείκτη πολιτικής και κοινωνικής πίεσης: την
τιμή της βενζίνης στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Από την έναρξη
της στρατιωτικής επιχείρησης ΗΠΑ και Ισραήλ κατά του Ιράν, η
αγορά πετρελαίου έχει αναδειχθεί σε κρίσιμο πεδίο πολιτικής
αντιπαράθεσης και εσωτερικής πίεσης για τον Αμερικανό
πρόεδρο. Στην αμερικανική κοινωνία, η τιμή της αντλίας
λειτουργεί διαχρονικά ως άμεσος δείκτης αξιολόγησης μιας
κυβέρνησης, συχνά πιο ισχυρός από γεωπολιτικές επιτυχίες ή
οικονομικούς δείκτες.
Οι επιπτώσεις
στην καθημερινότητα είναι ήδη ορατές. Μέσα σε περίπου δέκα
εβδομάδες πολέμου, η μέση τιμή της βενζίνης στις ΗΠΑ
αυξήθηκε κατά 52%, φτάνοντας τα 4,53 δολάρια το γαλόνι, στο
υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων τεσσάρων ετών. Παρότι ο
Τραμπ αποδίδει την άνοδο σε προσωρινούς παράγοντες και τη
συνδέει με το γεωπολιτικό κόστος της σύγκρουσης, η πολιτική
σημασία του καυσίμου παραμένει δυσανάλογα μεγάλη σε σχέση με
τη συμβολή του στον συνολικό οικογενειακό προϋπολογισμό.
Σήμερα, οι
Αμερικανοί δαπανούν λιγότερο από το 2% του διαθέσιμου
εισοδήματός τους για βενζίνη. Ωστόσο, η ορατότητα της τιμής
στα πρατήρια και η καθημερινή επαφή των οδηγών με αυτήν την
καθιστούν πολιτικά καθοριστική. Σε αντίθεση με άλλες
δαπάνες, όπως η υγεία, η εκπαίδευση ή η στέγαση, η τιμή της
βενζίνης είναι άμεσα αντιληπτή και ψυχολογικά φορτισμένη.
Η σημασία της
ενισχύεται και από την πολιτισμική διάσταση του αυτοκινήτου
στις ΗΠΑ. Η ελευθερία μετακίνησης αποτελεί θεμελιώδες
στοιχείο της αμερικανικής ταυτότητας, καθιστώντας την τιμή
των καυσίμων κάτι πολύ περισσότερο από οικονομικό μέγεθος.
Για πολλούς πολίτες, οι αυξήσεις στα καύσιμα μεταφράζονται
σε περιορισμό της καθημερινής ελευθερίας τους.
Ιστορικά, οι
ενεργειακές κρίσεις έχουν καθορίσει πολιτικές εξελίξεις.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η περίοδος μετά την
Ιρανική Επανάσταση το 1979, όταν η εκτόξευση των τιμών των
καυσίμων συνέβαλε στην πολιτική ανατροπή του Τζίμι Κάρτερ
από τον Ρόναλντ Ρίγκαν, ο οποίος αξιοποίησε το αφήγημα της
ενεργειακής κρίσης για να επικρίνει την κυβέρνηση.
Αντίστοιχα, και
ο ίδιος ο Τραμπ έχει επενδύσει πολιτικά στο ζήτημα της
ενέργειας. Το 2022 είχε επιτεθεί έντονα στον Τζο Μπάιντεν
για την άνοδο των τιμών της βενζίνης, προβάλλοντας το
σύνθημα “Drill, baby, drill” και υποσχόμενος φθηνότερη
ενέργεια για τα νοικοκυριά.
Η τρέχουσα
γεωπολιτική ένταση με το Ιράν και οι επιπτώσεις στις ροές
πετρελαίου μέσω των Στενών του Ορμούζ έχουν επαναφέρει την
ενεργειακή αβεβαιότητα στο προσκήνιο, με άμεση μετάδοση των
διεθνών τιμών στην αμερικανική αγορά καυσίμων. Την ίδια
στιγμή, ο πληθωρισμός στις ΗΠΑ επιταχύνεται εκ νέου,
ενισχύοντας τις πιέσεις σε βασικές κατηγορίες δαπανών.
Παρά τη
γενικότερη αύξηση του κόστους ζωής, η βενζίνη εξακολουθεί να
έχει ιδιαίτερη πολιτική βαρύτητα. Η ανάγκη μετακίνησης
θεωρείται μη διαπραγματεύσιμη για τα περισσότερα νοικοκυριά,
γεγονός που καθιστά τις μεταβολές της τιμής της ιδιαίτερα
ευαίσθητες πολιτικά.
Δεν είναι τυχαίο
ότι ο ομοσπονδιακός φόρος στη βενζίνη παραμένει αμετάβλητος
από το 1993, καθώς καμία κυβέρνηση δεν έχει επιχειρήσει να
τον αυξήσει. Αντίθετα, εξετάζονται ακόμη και μέτρα
προσωρινής ελάφρυνσης, όπως φορολογικές αναστολές,
προκειμένου να περιοριστεί η πολιτική πίεση.
Η ιστορική
εμπειρία δείχνει ότι οι πρόεδροι των ΗΠΑ μπορούν να αντέξουν
πολέμους, οικονομικές κρίσεις και πολιτικά σκάνδαλα.
Δυσκολεύονται όμως να διαχειριστούν την πολιτική φθορά που
προκαλεί η υψηλή τιμή της βενζίνης. Σε αυτό το πλαίσιο, η
αντλία καυσίμου παραμένει ένας από τους πιο ισχυρούς – και
συχνά καθοριστικούς – δείκτες πολιτικής επιβίωσης.
|