|
Αν ο βασικός
παράγοντας που καθορίζει τις οικονομικές συνέπειες της νέας
πετρελαϊκής κρίσης είναι η πίεση στα εισοδήματα των
νοικοκυριών, τότε η Europe ενδέχεται να αποδειχθεί πιο
ανθεκτική σε σύγκριση με τις United States. Παρότι η
σύγκρουση με το Iran φαίνεται να αποκλιμακώνεται, οι οκτώ
εβδομάδες αυξημένων τιμών σε πετρέλαιο και φυσικό αέριο, σε
συνδυασμό με μια πιθανώς αργή επιστροφή στην ομαλότητα,
εξακολουθούν να προκαλούν ανησυχίες για τις επιπτώσεις στην
παγκόσμια οικονομία.
Ένα ενεργειακό σοκ
επηρεάζει την οικονομική δραστηριότητα με πολλαπλούς
τρόπους: αυξάνει το λειτουργικό κόστος των επιχειρήσεων,
επιβαρύνει τους κρατικούς προϋπολογισμούς μέσω επιδοτήσεων
και φορολογικών ελαφρύνσεων, ενώ ενισχύει και τον
πληθωρισμό, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει σε ακριβότερο
δανεισμό. Ωστόσο, η πιο άμεση συνέπεια αφορά τα ίδια τα
νοικοκυριά, καθώς το υψηλότερο κόστος καυσίμων περιορίζει το
διαθέσιμο εισόδημα και συμπιέζει την κατανάλωση.
Σε τέτοιες
περιόδους, η ύπαρξη αποταμιεύσεων λειτουργεί ως βασικό
«μαξιλάρι» προστασίας. Και εδώ εντοπίζεται μια σημαντική
διαφορά ανάμεσα στις δύο πλευρές του Ατλαντικού. Στις ΗΠΑ,
το ποσοστό προσωπικής αποταμίευσης είχε υποχωρήσει στο 4%
τον Φεβρουάριο, κοντά στα χαμηλότερα επίπεδα των τελευταίων
ετών και κάτω από τον ιστορικό μέσο όρο του 5,5%. Παράλληλα,
η αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος επιβραδύνθηκε αισθητά,
ενώ η πραγματική αύξηση —μετά την αφαίρεση του πληθωρισμού—
κινήθηκε σε ιδιαίτερα χαμηλά επίπεδα.
Την ίδια στιγμή, η
άνοδος των τιμών ενέργειας μετά τη σύγκρουση στο Ιράν
ενίσχυσε περαιτέρω τον πληθωρισμό στις ΗΠΑ, δημιουργώντας
ανησυχίες ότι τα αμερικανικά νοικοκυριά διαθέτουν
περιορισμένα περιθώρια αντοχής απέναντι σε μια παρατεταμένη
ενεργειακή κρίση.
Αντίθετα, η εικόνα
στην Ευρωζώνη εμφανίζεται πιο ισχυρή. Το ποσοστό
αποταμίευσης των νοικοκυριών διαμορφώθηκε στο 14,4% στα τέλη
του προηγούμενου έτους — σημαντικά υψηλότερο από το
αντίστοιχο αμερικανικό επίπεδο και ελαφρώς πάνω από τον
μακροχρόνιο μέσο όρο της ζώνης του ευρώ. Θεωρητικά, αυτό
σημαίνει ότι τα ευρωπαϊκά νοικοκυριά διαθέτουν μεγαλύτερη
οικονομική «άμυνα» απέναντι σε ένα προσωρινό ενεργειακό σοκ.
Ωστόσο, αρκετοί
οικονομολόγοι προειδοποιούν ότι η εικόνα αυτή χρειάζεται
προσεκτική ανάγνωση. Ο οικονομολόγος της ING Group Τζέιμς
Σμιθ επισημαίνει ότι σε περιόδους αυξημένης αβεβαιότητας οι
καταναλωτές συχνά επιλέγουν να αποταμιεύουν περισσότερο αντί
να χρησιμοποιούν τα αποθέματά τους. Επιπλέον, τα στοιχεία
για τις αποταμιεύσεις βασίζονται σε στατιστικές εκτιμήσεις
εισοδημάτων και δαπανών, γεγονός που μπορεί να δημιουργεί
στρεβλώσεις.
Παράλληλα, οι
αποταμιεύσεις δεν κατανέμονται ισότιμα. Στις ΗΠΑ, σύμφωνα με
στοιχεία της Federal Reserve System, το πλουσιότερο 20% των
νοικοκυριών κατέχει περίπου το 70% των συνολικών
αποταμιεύσεων. Αντίστοιχα, έρευνες της ING δείχνουν ότι
σχεδόν το ένα τέταρτο των ευρωπαϊκών νοικοκυριών δεν
διαθέτει καθόλου αποταμιευτικά αποθέματα.
Αυτή η άνιση
κατανομή ενδέχεται να καταστήσει την ενεργειακή κρίση
περισσότερο πολιτικό και κοινωνικό πρόβλημα παρά καθαρά
μακροοικονομικό. Το κρίσιμο ερώτημα πλέον είναι πόσο θα
διαρκέσουν οι πιέσεις στις τιμές της ενέργειας και κατά πόσο
οι κοινωνίες θα μπορέσουν να απορροφήσουν το κόστος χωρίς
σοβαρές κοινωνικές και οικονομικές αναταράξεις.
|