|
Τον Μάρτιο του 2023, η πρόεδρος της
Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν παρουσίασε τη
στρατηγική της Ευρώπης απέναντι στις πρακτικές οικονομικού
εξαναγκασμού της Κίνας. Η βασική ιδέα ήταν η ανάγκη για
«μείωση των κινδύνων» – το γνωστό πλέον de-risking
– που προέρχονται από την υπερβολική εξάρτηση από έναν
οικονομικό γίγαντα, μέσω της ενίσχυσης των ευρωπαϊκών
δυνατοτήτων και της δημιουργίας εναλλακτικών εγχώριων
λύσεων.
Τρία χρόνια
αργότερα, η ανάγκη περιορισμού των εξαρτήσεων από μεγάλες
δυνάμεις παραμένει μία από τις σημαντικότερες προκλήσεις για
την Ευρώπη, όμως το επίκεντρο της ανησυχίας έχει
μετατοπιστεί. Η Κίνα δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική πηγή
προβληματισμού. Η αυξανόμενη αβεβαιότητα γύρω από τις
Ηνωμένες Πολιτείες έχει οδηγήσει πολλούς Ευρωπαίους
αξιωματούχους να εξετάζουν αθόρυβα τρόπους μείωσης μιας
εξάρτησης που χτίστηκε επί δεκαετίες.
Χωρίς να
αμφισβητούν δημόσια τη στρατηγική σχέση με την Ουάσινγκτον,
οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις επιταχύνουν προσπάθειες ενίσχυσης
της δικής τους αμυντικής βιομηχανίας, ενεργειακής ασφάλειας
και τεχνολογικής ανεξαρτησίας, ενώ παράλληλα αναζητούν νέες
συνεργασίες με άλλες χώρες.
Η τάση αυτή,
ωστόσο, δεν περιορίζεται στην Ευρώπη. Σύμμαχοι των ΗΠΑ στην
Ασία και στη Μέση Ανατολή ακολουθούν παρόμοια πορεία, καθώς
η αβεβαιότητα γύρω από την αμερικανική πολιτική, οι
εμπορικές εντάσεις, η στρατιωτική στρατηγική και οι
μεταβαλλόμενοι κανόνες στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης
έχουν δημιουργήσει ένα νέο διεθνές περιβάλλον.
Για δεκαετίες,
οι Ηνωμένες Πολιτείες θεωρούσαν τον εαυτό τους το
«απαραίτητο έθνος». Πολλές χώρες στηρίχθηκαν στην
αμερικανική στρατιωτική προστασία, στην πρόσβαση στην
αμερικανική αγορά και στην τεχνολογική υπεροχή των ΗΠΑ. Η
σχέση αυτή ενίσχυσε τόσο την αμερικανική οικονομία όσο και
τη γεωπολιτική επιρροή της Ουάσινγκτον.
Σήμερα, όμως, η
αυξανόμενη αντιπαράθεση με την Κίνα καθιστά ακόμη πιο
κρίσιμη τη διατήρηση ισχυρών συμμαχιών. Η σταδιακή
απομάκρυνση εταίρων υπονομεύει όχι μόνο τη στρατιωτική ισχύ
των ΗΠΑ αλλά και την τεχνολογική τους θέση σε έναν κόσμο
όπου οι συμμαχίες αποτελούν βασικό παράγοντα ισχύος.
Η κυβέρνηση
Τραμπ αντιμετωπίζει σε μεγάλο βαθμό την αποδυνάμωση των
διεθνών δεσμών ως ευκαιρία, θεωρώντας ότι μια πιο αυτόνομη
Αμερική μπορεί να επικεντρωθεί καλύτερα στα δικά της
συμφέροντα. Ωστόσο, σε ένα παγκόσμιο περιβάλλον όπου η
οικονομική και γεωπολιτική αλληλεξάρτηση χρησιμοποιείται
ολοένα περισσότερο ως εργαλείο πίεσης, η αυτονομία των άλλων
χωρών μπορεί τελικά να λειτουργήσει εις βάρος και των ίδιων
των ΗΠΑ.
Οι συνέπειες
αυτής της νέας πραγματικότητας έχουν ήδη αρχίσει να
εμφανίζονται. Η σύγκρουση με το Ιράν, στην οποία οι ΗΠΑ δεν
είχαν την ίδια διπλωματική και στρατιωτική ευθυγράμμιση με
τους παραδοσιακούς συμμάχους τους, προκάλεσε σημαντικές
αναταράξεις στις αγορές ενέργειας. Η άνοδος των τιμών
φυσικού αερίου και λιπασμάτων επιβάρυνε τους Αμερικανούς
καταναλωτές, ενώ την ίδια στιγμή, παρά την αύξηση των
ευρωπαϊκών αμυντικών δαπανών, οι αγορές ευρωπαϊκών χωρών από
αμερικανικές αμυντικές εταιρείες μειώθηκαν σημαντικά.
Παράλληλα, οι
μεταναστευτικές πολιτικές της Ουάσινγκτον επηρεάζουν τη
διεθνή εικόνα των ΗΠΑ. Η μείωση των ξένων επισκεπτών και η
υποχώρηση των διεθνών φοιτητών στα αμερικανικά πανεπιστήμια
δημιουργούν οικονομικές απώλειες, αλλά κυρίως περιορίζουν τη
μελλοντική εισροή εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού, το
οποίο αποτελούσε διαχρονικά σημαντικό πλεονέκτημα της
αμερικανικής οικονομίας.
Το φαινόμενο
επεκτείνεται και σε χώρες που παραδοσιακά θεωρούνταν από
τους στενότερους συμμάχους της Ουάσινγκτον. Ο Καναδάς, ενώ
αντιμετωπίζει πιέσεις από τις ΗΠΑ, αναζητά νέες οικονομικές
και αμυντικές συνεργασίες, ακόμη και με χώρες όπως η Κίνα,
ενώ παράλληλα συμμετέχει σε ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες άμυνας
με στόχο τη διαφοροποίηση των επιλογών του.
Στην Ασία, οι
σύμμαχοι των ΗΠΑ επανεξετάζουν τις στρατηγικές τους. Η
Ιαπωνία ενισχύει τη δική της αμυντική αυτονομία, η Νότια
Κορέα αναπτύσσει περισσότερο τη δική της αμυντική
βιομηχανία, ενώ η Ταϊβάν και άλλες χώρες της περιοχής
προσαρμόζουν τις σχέσεις τους σε ένα περιβάλλον όπου η
αμερικανική δέσμευση εμφανίζεται λιγότερο προβλέψιμη.
Η Ινδία, από την
πλευρά της, επιδιώκει μια πιο ισορροπημένη στρατηγική,
ενισχύοντας τους δεσμούς της με την Ευρώπη, τη Μέση Ανατολή
και, παρά τις επιφυλάξεις, την Κίνα.
Στην Ευρώπη,
συζητήσεις που πριν από λίγα χρόνια θεωρούνταν αδιανόητες
βρίσκονται πλέον στο τραπέζι. Ευρωπαίοι αξιωματούχοι
επεξεργάζονται σενάρια αντιμετώπισης ακόμη και ενός πλήρους
εμπορικού πολέμου με τις ΗΠΑ, συμπεριλαμβανομένων πιθανών
περιορισμών σε αμερικανικές τεχνολογικές εταιρείες ή σε
κρίσιμες πρώτες ύλες.
Ωστόσο, η
μεγαλύτερη αυτονομία των συμμάχων δεν σημαίνει απαραίτητα
ότι αποτελεί μόνο απειλή για τις ΗΠΑ. Η ενίσχυση της
ευρωπαϊκής άμυνας θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να μειώσει το
βάρος που σηκώνει η Ουάσινγκτον. Η συζήτηση για περιορισμό
της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στη Μέση Ανατολή
έχει ήδη ξεκινήσει, ενώ ακόμη και παραδοσιακοί σύμμαχοι,
όπως το Ισραήλ, αναγνωρίζουν την ανάγκη μεγαλύτερης
αυτονομίας.
Το πρόβλημα,
όμως, είναι ότι η σημερινή απομάκρυνση δεν προκύπτει από μια
φυσιολογική ανακατανομή ευθυνών μεταξύ συμμάχων, αλλά από
την αβεβαιότητα που προκαλεί η αμερικανική πολιτική. Οι
χώρες είναι πλέον λιγότερο πρόθυμες να επενδύσουν
μακροπρόθεσμα στις ΗΠΑ όταν δεν είναι βέβαιες ότι οι
στρατηγικές δεσμεύσεις θα παραμείνουν σταθερές.
Οι σύμμαχοι
μπορεί να μην επιδιώκουν άμεση «αποσύνδεση» από τις Ηνωμένες
Πολιτείες, καθώς δεν υπάρχει σήμερα ισοδύναμος εναλλακτικός
εταίρος. Ωστόσο, υιοθετούν μια στρατηγική σταδιακής
διαφοροποίησης και μείωσης κινδύνου.
Το αποτέλεσμα
είναι ότι ο κόσμος εισέρχεται σε μια νέα εποχή, όπου οι
χώρες δεν αναζητούν μόνο ισχυρούς συμμάχους αλλά και
μεγαλύτερη ανεξαρτησία από αυτούς. Για τις Ηνωμένες
Πολιτείες, η μεγαλύτερη πρόκληση των επόμενων ετών θα είναι
να αποφύγουν μια κατάσταση όπου οι εταίροι τους δεν θα
αναρωτιούνται πλέον τι μπορεί να κάνει η Αμερική για αυτούς,
αλλά τι μπορούν να κάνουν οι ίδιοι χωρίς την Αμερική.
|