|
Τα τελευταία χρόνια,
μετά τα μνημόνια,
αυξάνεται το πραγματικό
ΑΕΠ στη χώρα, συνολικά
και κατά κεφαλήν. Η
μεγέθυνση αυτή, που
υπερβαίνει τον μέσο
ευρωπαϊκό όρο, και είχε
να ξεπεράσει νέες
κρίσεις όπως αυτές της
πανδημίας και στην
ενέργεια, στηρίχτηκε στη
σταθεροποίηση της
οικονομίας,
δημοσιονομικά και
χρηματοδοτικά, και
εκφράστηκε πρωτίστως με
αύξηση της απασχόλησης.
Η ανεργία έχει
υποχωρήσει στα επίπεδα
πριν από την κρίση
χρέους, η μαζική φυγή
φοιτητών και νέων
εργαζομένων έχει
σταματήσει και η
συμμετοχή των νέων και
των γυναικών στο
εργατικό δυναμικό
σταδιακά βελτιώνεται. Η
συστηματική δημιουργία
νέων θέσεων εργασίας
είναι πολύ θετική
εξέλιξη. Καθώς οι
δημογραφικές τάσεις
παραμένουν αρνητικές,
ωστόσο, σημαντική
ανάπτυξη τα επόμενα
χρόνια δεν θα έρθει με
περισσότερη εργασία αλλά
με περισσότερο
παραγωγική εργασία.
Εξαιρετικά παραγωγικές
επιχειρήσεις υπάρχουν σε
διάφορους κλάδους και
μεγέθη. Στους μέσους
όρους, οι αποκλίσεις
είναι συστηματικές.
Ενδεικτικά, στις μεγάλες
επιχειρήσεις, με
περισσότερους από 250
εργαζομένους, η απόσταση
παραγωγικότητας από την
Ευρώπη είναι μόνο 17%,
ενώ στις πολύ μικρές,
κάτω των δέκα
εργαζομένων,
καταγράφεται χάσμα 55%.
Κρίσιμο είναι επίσης πως
κλάδοι με σχετικά
χαμηλότερη
παραγωγικότητα, όπως η
εστίαση και το λιανικό
εμπόριο, έχουν σαφώς
μεγαλύτερη συμμετοχή
στην απασχόληση, ενώ
κλάδοι με μεγαλύτερη
παραγωγικότητα, όπως η
βιομηχανία και η
πληροφορική, έχουν
μικρότερη συμμετοχή. Η
παραγωγικότητα
επηρεάζεται από
διάφορους παράγοντες,
όμως ο κύριος που την
καθοδηγεί είναι οι
επενδύσεις. Το καθαρό
απόθεμα παγίου κεφαλαίου
στους περισσότερους
κλάδους είναι σήμερα δύο
με τρεις φορές λιγότερο
από την Ευρώπη. Στη
βιομηχανία, ο μέσος
εργαζόμενος στηρίζεται
από κεφάλαιο αξίας
περίπου 84.000 ευρώ σε
σύγκριση με 179.000 ευρώ
στην Ευρώπη, ενώ η
αντίστοιχη διαφορά στον
αγροτικό τομέα είναι 28
προς 94 και στην εστίαση
και στα καταλύματα 13
προς 41.
Οπως υπολογίζεται σε
πρόσφατη μελέτη του ΙΟΒΕ
με τη στήριξη του ΣΕΒ, η
υποχώρηση του καθαρού
αποθέματος παγίου
κεφαλαίου ανά εργαζόμενο
στην οικονομία μας
σταμάτησε μόνο πρόσφατα.
Ενώ τα τελευταία χρόνια
καταγράφεται συστηματική
άνοδος των επενδύσεων,
αυτή δεν είναι επαρκής
για να εξισορροπήσει την
κατακρήμνισή τους κατά
την κρίση χρέους. Μετά
τη σωρευτική μείωση και
στη συνέχεια ανοδική
αντίδραση, το απόθεμα
κεφαλαίου που
υποστηρίζει τον μέσο
εργαζόμενο είναι σχεδόν
30% χαμηλότερο από ό,τι
το 2010. Για να υπάρξει
αύξηση της
παραγωγικότητας, και
συνακόλουθα των μισθών,
τα επόμενα χρόνια οι
νέες επενδύσεις θα
πρέπει να «τρέξουν» πολύ
γρηγορότερα από σήμερα,
κάτι που προϋποθέτει
εγρήγορση και
προσαρμογές από τις
επιχειρήσεις και την
οικονομική πολιτική.
Φυσικά, κάθε οικονομία
είναι ένα σύστημα
κινήτρων και ισορροπιών.
Οι επενδύσεις δεν
κινούνται ανεξάρτητα από
υπόλοιπες πτυχές της,
ούτε άλλωστε της
ευρύτερης κοινωνίας. Η
προβλεψιμότητα
πολιτικής, η απλότητα
του φορολογικού πλαισίου
και η ενίσχυση θεσμών
από τους οποίους
εξαρτώνται οι σταθερές
προσδοκίες μεσοπρόθεσμα,
είναι προϋποθέσεις για
την εκτίναξη των
επενδύσεων. Εξίσου, η
απελευθέρωση της
δημιουργικότητας, που
σήμερα υστερεί σε όλο το
φάσμα από την προσχολική
εκπαίδευση μέχρι την
έρευνα και την
καινοτομία. Χωρίς
τέτοιες προσαρμογές, η
ανάπτυξη της οικονομίας
μας τα επόμενα χρόνια θα
είναι αναπόφευκτα
αναιμική.
*Ο κ. Νίκος Βέττας είναι
γενικός διευθυντής του
ΙΟΒΕ και καθηγητής του
Οικονομικού
Πανεπιστημίου Αθηνών.
** Το άρθρο δημοσιεύτηκε
αρχικά στην Καθημερινή
της Κυριακής.
|